Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Παρασκευή, 24 Απριλίου 2020

Νίκος Λυσίκατος : Ὄ­χι μέ­σα στὰ Στάρ­μπακς



ΜΕ ΤΙΣ ΠΡΩΤΕΣ ΣΤΑΓΟΝΕΣ αἷ­μα ποὺ ἔ­τρε­ξαν ἀ­πὸ τὰ χεί­λη μου, με­τὰ τὸ χα­στού­κι, κα­τά­λα­βα ὅ­τι αὐ­τὴ δὲν θὰ ἦ­ταν μιὰ φυ­σι­ο­λο­γι­κὴ μέ­ρα. Γιὰ κα­νέ­να ἀ­πὸ τοὺς δύ­ο μας. Κρα­τή­θη­κα ὅ­μως καὶ δὲν ἔ­βα­λα τὰ κλά­μα­τα. Ἐ­κεῖ­νος κού­νη­σε τὸ κε­φά­λι του, μά­ζε­ψε τὸ πο­τή­ρι τοῦ κα­φὲ καὶ τὸ πέ­τα­ξε δί­πλα του, στὸν κά­δο. «Ἂν εἶ­ναι δυ­να­τόν, δὲν προ­σέ­χεις κα­θό­λου», εἶ­πε καὶ πῆ­κε ξα­νὰ στὰ Στάρ­μπακς.
      «Κα­λη­μέ­ρα σας, πῶς μπο­ρῶ νὰ σᾶς ἐ­ξυ­πη­ρε­τή­σω;»
      Στά­θη­κα ἕ­να μέ­τρο πί­σω του.  Οἱ φαρ­διοί του ὦ­μοι ἔ­κρυ­βαν τὴν κο­πέ­λα στὸ τα­μεῖ­ο, μπο­ροῦ­σα νὰ ἀ­κού­σω μό­νο τὴ φω­νή της. Ἡ δι­κή του φω­νὴ ἦ­ταν εὐ­γε­νι­κὴ ὅ­ταν πα­ρήγ­γει­λε. Ἄ­ρα­γε, θὰ τὴ χτυ­ποῦ­σε κι ἐ­κεί­νη, ἂν τοῦ ἔ­ρι­χνε τὸν κα­φὲ κα­τὰ λά­θος; Στὸν ἀ­έ­ρα ἀ­κου­γό­ταν μιὰ γλυ­κα­νά­λα­τη μου­σι­κή. Δυ­ὸ κα­λον­τυ­μέ­νοι νε­α­ροὶ κά­θον­ταν ἀν­τι­κρι­στὰ στὸ τρα­πέ­ζι τους καὶ πλη­κτρο­λο­γοῦ­σαν μα­νι­ω­δῶς στὰ λά­πτοπ τους. Μύ­ρι­ζε φρε­σκο­ψη­μέ­να κου­λου­ρά­κια καὶ κα­νέ­λα.
Θυ­μή­θη­κα ἐ­μέ­να, μι­κρή, νὰ γυ­ρί­ζω ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο καὶ τὸ σπί­τι νὰ μυ­ρί­ζει ὑ­πέ­ρο­χα, νὰ τρέ­χω στὴν κου­ζί­να καὶ νὰ βλέ­πω τὴν μη­τέ­ρα μου σκυμ­μέ­νη στὸν πάγ­κο, μὲ βουρ­κω­μέ­να μά­τια, τὸν πα­τέ­ρα μου βλο­συ­ρὸ ἀ­πὸ πά­νω της, τὰ κου­λου­ρά­κια σκόρ­πια στὸ πά­τω­μα.
       Ξαφ­νι­κὰ ἔ­βα­λα τὰ κλά­μα­τα. Νο­μί­ζω ἔ­φται­γε ἡ μυ­ρω­διὰ τῆς κα­νέ­λας, ἀλ­λὰ καὶ πά­λι, δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ εἶ­μαι σί­γου­ρη. Κα­νὰ-δυ­ὸ κε­φά­λια γύ­ρι­σαν πρὸς τὸ μέ­ρος μου. Γύ­ρι­σε κι αὐ­τός.
       «Γιὰ ὄ­νο­μα τοῦ θε­οῦ, κο­πέ­λα μου, ὄ­χι μέ­σα στὰ Σταρ­μπακς, μὲ γνω­ρί­ζουν ἐ­δῶ», εἶ­πε καὶ χα­μή­λω­σε τὸ κα­πέ­λο τοῦ ντρο­πι­α­σμέ­νος.

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση

Νί­κος Λυ­σί­κα­τος. Γεν­νή­θη­κε καὶ με­γά­λω­σε στὸν Πει­ραι­ά, ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Λα­τρεύ­ει τὶς τέ­χνες, τὰ βι­βλί­α μι­νι­α­τοῦ­ρες καὶ τὶς γά­τες.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου