Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Δευτέρα, 13 Απριλίου 2020

ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΤΙΛΗ : Μεγαλοβδομαδιάτικη περιδιάβαση ἑνὸς σπουδαίου Ἕλληνα ποιητῆ

Τί­πο­τα δὲν ἀγ­γί­ζει τὶς ἀ­πρι­λι­ά­τι­κες βι­ο­λέ­τες;
τί­πο­τα—: μο­νά­χα ὁ ἀ­κάν­θι­νος Ἰ­η­σοῦς.
Ν.Κ. «Ἡ ἐ­πω­νυ­μί­α τοῦ πέν­θους

Ὁ Νί­κος Κα­ροῦ­ζος ὑ­πάρ­χει ὡς ἕ­νας σπου­δαῖ­ος ὑ­παρ­ξια­κὸς καὶ με­τα­φυ­σι­κὸς ποι­η­τὴς με­γά­λης πνευ­μα­τι­κῆς ἀ­νοι­χτο­σύ­νης ποὺ στοὺς ἐ­ξε­γερ­μέ­νους —γλωσ­σι­κὰ καὶ πνευ­μα­τι­κὰ— στί­χους του δε­ξι­ώ­θη­κε μὲ τὴν ἴ­δια ἀ­γω­νι­ώ­δη προ­σμο­νὴ τό­σο τὴν παύ­λεια μέλ­λου­σαν πό­λιν τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως ὅ­σο καὶ τὴν κοι­νω­νι­κὰ ἐ­λευ­θε­ρω­τι­κὴ ἀ­ναρ­χι­κὴ οὐ­το­πί­α τῆς Ἀν­τι-ε­ξου­σί­ας.
            Ἑ­στι­ά­ζον­τας στὴν με­τα­φυ­σι­κὴ πλευ­ρὰ τῆς ἀ­γω­νί­ας του, ὁ­λό­κλη­ρη ἡ ποί­η­σή του, ἀ­πὸ τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο, τὴν Ἐ­πι­στρο­φὴ τοῦ Χρι­στοῦ (1953), ἕ­ως τοὺς τε­λευ­ταί­ους, ἕ­να μή­να πρὶν πε­θά­νει, στί­χους του, εἶ­ναι —ἄλ­λο­τε λυ­τρω­τι­κῶς ἀλλὰ συ­χνό­τε­ρα ἀ­γω­νι­ω­δῶς— δι­α­βρω­μέ­νη ἀ­πὸ τὴν πνευ­μα­τι­κὴ ἐ­πε­νέρ­γεια τοῦ ση­μεί­ου-Χρι­στός.
vaioforos3
            Ἡ πτω­χι­κὴ ζω­ή του σὲ δύ­σκο­λους και­ρούς, ἡ ἐξ ἀ­νάγ­κης ἀλ­λὰ καὶ ψυ­χι­κῆς ἰ­δι­ο­συ­στα­σί­ας πλα­νό­δια βι­­ο­τή του, οἱ πο­λὺ ἀν­θρώ­πι­νες ἕ­ξεις του στὸ πο­τὸ καὶ τὸ τσι­γά­ρο, ὅ­λα αὐ­τὰ φό­ρα-παρ­τί­δα στὸ στί­χο του, ἕ­ναν στί­χο ποὺ ἀ­πὸ μιὰ ἐ­πο­χὴ καὶ με­τὰ ἀ­θε­τοῦ­σε ἐ­πι­δει­κτι­κῶς τὶς συμ­βά­σεις τῆς τέ­χνης του καὶ ποὺ στὴν γλωσ­σι­κὴ ἐ­πι­φά­νειά του ἡ λε­κτι­κὴ και­νουρ­γί­α συ­να­γω­νι­ζό­ταν τὸν ἀ­γο­ραῖ­ο λό­γο, δη­μι­ούρ­γη­σαν γιὰ τὴν ποί­η­σή του ἕ­να κύ­μα συμ­βι­ω­τι­κῆς συμ­πά­θειας σὲ πλῆ­θος νε­ώ­τε­ρους ἀ­να­γνῶ­στες – πρω­τί­στως δὲ σὲ κεί­νους ποὺ βρί­σκον­ταν καὶ βρί­σκον­ται ἔ­ξω ἢ καὶ στὸν ἀν­τί­πο­δα τῶν με­τα­φυ­σι­κῶν του ἀ­νη­συ­χι­ῶν! Ὡς κα­τε­ξο­χὴν σταυ­ρι­κὸς ποι­η­τής, ὁ Νί­κος Κα­ροῦ­ζος ἐ­πι­κοι­νω­νεῖ κα­λύ­τε­ρα μὲ τὰ πά­σης φύ­σε­ως ἀρ­νη­τι­κὰ βι­ώ­μα­τα τῆς τρα­γι­κῆς μέ­νου­σας πό­λε­ως τοῦ και­ροῦ του, ὅ­πως καὶ κά­θε ἐ­πο­χῆς, ἐν σχέ­σει πρὸς ἄλ­λους κα­τα­φα­τι­κό­τε­ρους καὶ με­τα­φυ­σι­κῶς εὐ­φο­ρι­κό­τε­ρους σπου­δαί­ους ποι­η­τὲς τῆς πα­ρά­δο­σής μας, ὅ­πως ὁ Τά­κης Πα­πα­τζώ­νης ἢ ὁ πρό­ω­ρα χα­μέ­νος Γι­ῶρ­γος Σα­ραν­τά­ρης.

            Κά­θε ὅ­μως προ­σπά­θεια βα­θύ­τε­ρης κα­τα­νό­η­σης καὶ οἰ­κεί­ω­σης, πνευ­μα­τι­κῆς καὶ καλ­λι­τε­χνι­κῆς, τῆς ποί­η­σής του, κά­θε προ­σπά­θεια βα­θύ­τε­ρης πο­λι­τι­σμι­κῆς δι­α­σύν­δε­σης τοῦ λό­γου ἑ­νὸς ἐ­ξαι­ρε­τι­κῶς καλ­λι­ερ­γη­μέ­νου προ­σώ­που μὲ τὴν πνευ­μα­τι­κὴ πα­ρά­δο­ση αὐ­τοῦ τοῦ Τό­που, μᾶς φέρ­νει ἀ­ναγ­κα­στι­κῶς στὸ κεν­τρι­κό­τα­το ση­μεῖ­ο τῆς ποί­η­σής του: στὸ ση­μεῖ­ο-Χρι­στός!
            Γιὰ τὴν βα­ρύ­τη­τα ποὺ ἔ­χει μιὰ δι­α­πί­στω­ση σὰν τὴν πα­ρα­πά­νω στὴν συ­νο­λι­κὴ ἀ­πο­τί­μη­ση καὶ ‘ἔν­τα­ξη’ τοῦ ἔρ­γου τοῦ Νί­κου Κα­ρού­ζου σὲ μιὰ παγ­κο­σμι­ό­τη­τα ποὺ ταυ­το­χρό­νως προ­βάλ­λει ὅ­σο καὶ ὑ­περ­βαί­νει τὸν ἑλ­λη­νι­κό μας κό­σμο, ἔρ­χε­ται —ὅ­πως συ­νή­θως— νὰ συ­νε­πι­κου­ρή­σει ἕ­να δευ­τε­ρεῦ­ον ἐ­νέρ­γη­μα τοῦ ἴ­διου τοῦ ποιητῆ στὸ προ­χω­ρη­μέ­νο γιὰ τὴν ζω­ὴ καὶ τὸ ἔρ­γο του ἔ­τος τοῦ 1987. Πρό­κει­ται γιὰ τὶς πέν­τε δε­κά­λε­πτες ἐκ­πομ­πὲς τῆς Με­γά­λης Ἑ­βδο­μά­δας, τὶς σχε­δὸν ἄ­γνω­στες πιά, ποὺ ἀ­φι­έ­ρω­σε ὁ ἴ­διος στὴν ποί­η­σή του, ἀ­πὸ τὴν Με­γά­λη Δευ­τέ­ρα 13 Ἀ­πρι­λί­ου ἕ­ως τὴν Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ὴ αὐ­τῆς τῆς χρο­νιᾶς, ἀ­πὸ τὸ Πρῶ­το Πρό­γραμ­μα τῆς ΕΡΤ, μὲ πα­ρα­γω­γὸ τὸν Ἀ­λέ­ξη Ζή­ρα, καὶ μὲ τί­τλο «Ἰ­η­σοῦς καὶ ποι­ή­μα­τα».
            Τὰ πε­νήν­τα λε­πτὰ ποί­η­σής του ποὺ ὁ ἴ­διος συ­σχε­τί­ζει μὲ τὸ ση­μεῖ­ο-Χρι­στός, σὲ μιὰ τό­σο δι­α­κε­κρι­μέ­νη στιγ­μὴ τῆς χρο­νιᾶς καὶ σὲ ἕ­να τό­σο προ­βε­βλη­μέ­νο ἐ­πι­κοι­νω­νια­κὸ μέ­σο, συμ­βο­λί­ζουν τὴν βα­θύ­τε­ρη ὅ­σο καὶ δια­ρκῆ πνευ­μα­τι­κὴ ση­μα­σί­α ποὺ ἀ­πέ­δι­δε ὁ ἴ­διος στὸ σύμ­βο­λό του.
            Ἀ­κού­γον­τας τὰ συγ­κε­κρι­μέ­να ποι­ή­μα­τα τῶν ἐκ­πομ­πῶν καὶ ξα­να­δι­α­βά­ζον­τάς τα μέ­σα στὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του ὑ­πο­χρε­ω­νό­μα­στε σὲ κά­ποι­ες δι­ε­ρευ­νη­τι­κὲς τῶν ἐ­πι­λο­γῶν του σκέ­ψεις, σκέ­ψεις πού, πάν­τα ὑ­πο­θε­τι­κῶς, δὲν ἀ­νι­χνεύ­ουν μό­νον προ­θέ­σεις, ἀλ­λὰ ποὺ ἐ­πι­χει­ροῦν νὰ νο­η­μα­το­δο­τή­σουν καὶ τὸ ἴ­σως ἀ­νε­πί­γνω­στο ἀ­πο­τέ­λε­σμα.
            Πρῶ­τον: Μο­λο­νό­τι ὁ Κα­ροῦ­ζος δι­α­βά­ζει ἐν ἔ­τει 1987, ὅ­ταν ὁ ποι­η­τὴς ἔ­χει ἤ­δη κά­νει ἀ­πὸ τὸ 1979 μιὰ ση­μαν­τι­κὴ πνευ­μα­τι­κὴ ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως μορ­φο­πλα­στι­κὴ στρο­φὴ στὸ ἔρ­γο του, τὰ ποι­ή­μα­τα ποὺ ἐ­πι­λέ­γει γιὰ νὰ δι­α­βά­σει στὸ ρα­δι­ό­φω­νο ἐ­ξι­κνοῦν­ται ἕ­ως τὸ 1974, καὶ ἀ­νή­κουν στὴν πρώ­τη πε­ρί­ο­δο τῆς δου­λειᾶς του, πε­ρι­ο­ρι­ζό­με­να μά­λι­στα σὲ δύ­ο ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς: τὰ Ποι­ή­μα­τα (1961) ποὺ συ­νο­ψί­ζουν ἐ­πι­λε­κτι­κῶς τὴν ποι­η­τι­κή του πα­ρα­γω­γὴ τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’50 καὶ τὰ Χορ­τα­ρι­α­σμέ­να Χά­σμα­τα (1974) – δη­λα­δὴ στὶς δύ­ο συλ­λο­γὲς ποὺ κα­τ’ οὐ­σί­αν ὁ­ρι­ο­θε­τοῦν συμ­βα­τι­κῶς ὡς ἀρ­χὴ καὶ τέ­λος τὴν πρώ­τη του πε­ρί­ο­δο. Νὰ ση­μει­ω­θεῖ ὅ­τι ἀ­πὸ τὸ 1979 ἕ­ως τὸ 1987, χρό­νο τῶν ἐκ­πομ­πῶν, ἔ­χουν ἐν­τω­με­τα­ξὺ κυ­κλο­φο­ρή­σει ἄλ­λες ἐν­νέ­α συλ­λο­γὲς μὲ τε­λευ­ταί­α τὴ Νε­ο­λι­θι­κὴ Νυ­χτω­δί­α στὴν Κρο­στάν­δη, οἱ ὁ­ποῖ­ες βρί­θουν ἐ­πί­σης σὲ ἀ­να­φο­ρὲς ἄ­με­σες ἢ ἔμ­με­σες στὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο χρι­στι­α­νι­κὸ σύμ­βο­λό του. Για­τί ἄ­ρα­γε μιὰ τέ­τοια προ­τί­μη­ση;
            Ἡ πρώ­τη σκέ­ψη, σχε­τι­κῶς μὲ τὰ πα­ρα­πά­νω, εἶ­ναι ὅ­τι τὰ ποι­ή­μα­τα αὐ­τῆς τῆς πε­ρι­ό­δου προ­σφέ­ρον­ται πε­ρι­σό­τε­ρο σὲ ἀ­παγ­γε­λί­α, ἐ­πει­δὴ βρί­σκον­ται κον­τὰ στὸν ἁ­πλὸ ρα­ψω­δι­κὸ ἢ προ­σευ­χη­τι­κὸ τό­νο τῆς ὁ­μα­λῆς κα­τα­κό­ρυ­φης στι­χο­ποι­ΐ­ας, πρὶν τὴν με­γά­λη συν­τα­κτι­κὴ καὶ γρα­φη­μα­τι­κὴ δι­α­σά­λευ­ση ποὺ εἰ­σή­γα­γε ὁ ποι­η­τὴς στὴν ποί­η­σή του τὴν ὕ­στε­ρη πε­ρί­ο­δό του, ποί­η­ση ποὺ μοιά­ζει σὰν νὰ γρά­φτη­κε γιὰ νὰ ὑ­πάρ­χει μό­νον τυ­πω­μέ­νη στὸ χαρ­τὶ καὶ νὰ δι­α­βά­ζε­ται σι­ω­πη­ρῶς! Τὸ ἑ­πό­με­νο ποὺ μπο­ρεῖ νὰ σκε­φτεῖ κα­νεὶς εἶ­ναι ὅ­τι τὰ ποι­ή­μα­τα αὐ­τὰ βρί­σκον­ται κον­τύ­τε­ρα καὶ ἀ­πη­χοῦν ἠ­ρε­μό­τε­ρα τὴν ἐ­πο­χὴ ποὺ τὸ «πλέγ­μα πί­στη-ἀ­πι­στί­α» δὲν εἶ­χε ἀ­κό­μη ἐ­κρα­γεῖ, πρὶν δη­λα­δὴ ὁ ποι­η­τὴς «βου­ληθ[εῖ]» νὰ «δείξ[ει] τὴν ἥτ­τα [τ]ου στὸ ζή­τη­μα π ί­ σ τ η», υἱ­ο­θε­τών­τας τὴν ἀ­να­κου­φι­στι­κή του, ὅ­σο καὶ ποι­η­τι­κῶς ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ πα­ρα­γω­γι­κή, «ξε­κρέ­μα­στη θρη­σκευ­τι­κό­τη­τά» του, ὅ­πως εὐ­φυ­ῶς ὁ ἴ­διος τὴν χα­ρα­κτή­ρι­σε…
            Δεύ­τε­ρον: Ἡ ἐ­πι­λο­γὴ τῶν συγ­κε­κρι­μέ­νων ποι­η­μά­των ἀ­πὸ τὸν δη­μι­ουρ­γό τους, κά­τω ἀ­πὸ τὸν σχε­δὸν δυ­να­στι­κὸ ἑρ­μη­νευ­τι­κῶς τί­τλο «Ἰ­η­σοῦς καὶ ποι­ή­μα­τα», μᾶς δί­νει μιὰ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ εὐ­και­ρί­α νὰ ἐ­λέγ­ξου­με, καὶ ἴ­σως νὰ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σου­με, τὴ θέ­ση μας, ἐκ­πε­φρα­σμέ­νη καὶ ἄλ­λου, ὅ­τι στὴν ποί­η­ση τοῦ Νί­κου Κα­ρού­ζου δι­α­πι­στώ­νου­με μιὰ πλα­τύ­τε­ρη ποὺ ἐ­δῶ ση­μαί­νει καὶ βα­θύ­τε­ρη κα­θὸ δι­ά­χυ­τη ἐ­πε­νέρ­γεια τοῦ ση­μεί­ου-Χρι­στός στὰ ρή­μα­τά του, ἡ ὁ­ποί­α δεί­χνει μιὰ ποί­η­ση ἐμ­πο­τι­σμέ­νη χρι­στο­λο­γι­κῶς στὴν ὕ­φαν­σή της, ποὺ δὲν στέρ­γει τὴν ἀ­να­φο­ρι­κό­τη­τά της μό­νον σὲ ἐ­ξω­τε­ρι­κοὺς καὶ εὔ­κο­λα ἀ­να­γνω­ρί­σι­μους δεῖ­κτες.
            Θὰ λέ­γα­με μὲ ἕ­να σχῆ­μα ὑ­περ­βο­λῆς —ποὺ τὴν με­τριά­ζει τὸ ἴ­διο τὸ ἄ­κου­σμα τῶν συγ­κε­κρι­μέ­νων ποι­η­μά­των (ποὺ δὲν εἶ­ναι ὅ­λα ἀ­πὸ τὰ πλέ­ον ὡ­ραῖ­α, ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κὰ ἢ ἀ­να­γνω­ρί­σι­μα), δί­χως πιὰ τὸν φό­βο δι­κῶν μας προ­βο­λῶν— ὅ­τι ἡ ποί­η­ση τοῦ Νί­κου Κα­ρού­ζου στὸ μέ­γι­στο μέ­ρος της ἀ­να­σαί­νει Χρι­στό, εἴ­τε στὴν ‘ἐ­ξαρ­τη­μέ­νη’ εἴ­τε στὴν «ξε­κρέ­μα­στη θρη­σκευ­τό­τη­τά» της, ἀ­κό­μα κι ὅ­ταν που­θε­νὰ δὲν τὸν κα­το­νο­μά­ζει ἔ­στω καὶ με­τω­νυ­μι­κῶς!… Δι­ό­τι δὲν γνω­ρί­ζω ἄλ­λον ποι­η­τὴ τῆς νε­ώ­τε­ρης ἑλ­λη­νι­κῆς μας λα­λιᾶς ποὺ νὰ ἐ­φάρ­μο­σε στὸν λό­γο του τό­σο πλα­τιὰ καὶ τό­σο βα­θιὰ, καὶ τό­σο ἀν­τι-ω­ραι­ο­λο­γι­κὰ καὶ ἀν­τι-ψευ­δο­ε­στε­τί­στη­κα θρη­σκευ­τι­κά, τὸ σύν­θη­μά του: «νὰ θρη­σκέ­ψου­με τὶς λέ­ξεις»! Σὲ τέ­τοι­α συμ­πε­ρά­σμα­τα μὲ ὁ­δη­γοῦν ἡ ἀ­κρό­α­ση ἢ ἀ­νά­γνω­ση ποι­η­μά­των ὅ­πως τὰ «Ἀγ­γί­ζον­τας αὐ­τὴ τὴ νε­ό­τη­τα», «Ἄ­σμα μι­κρό», «Οὐ­ρα­νό­θεν» ἢ τὰ «Λί­γο ἐγ­κώ­μιο γιὰ τὸ τρι­ζό­νι», «Ὁ τί­τλος εἶ­ναι δύ­σκο­λος», «Ἡ πα­γί­δα» ἢ «Ὁ κό­σμος καὶ τὰ ὀ­νό­μα­τα»…
            Δευ­τε­ρευ­όν­τως, μᾶς δί­νε­ται ἡ εὐ­και­ρί­α νὰ ψη­λα­φή­σου­με, συ­νεκ­δο­χι­κῶς πρὸς τὴν πα­σχά­λια ἀ­φορ­μὴ τῶν ἀ­παγ­γε­λι­ῶν, τὴν ἐμ­μο­νι­κὴ προ­τί­μη­ση τοῦ ποι­η­τῆ πρὸς τὴν ἐ­πο­χὴ τῆς Ἄ­νοι­ξης, ὡς και­ροῦ τοῦ Σταυ­ροῦ καὶ τῆς ἀ­να­στά­σι­μης Ἐλ­πί­δας: τὸ Ἔ­αρ. Μιὰ προ­τί­μη­ση ποὺ στὸ ὕ­στε­ρο ἔρ­γο του ὡς Δι­α­λε­κτι­κὴ τοῦ ἔ­α­ρος ἄγ­γι­ξε τὴν ‘γε­λοί­α’ πα­ρα­λη­ρη­μα­τι­κὴ χρι­στο­λο­γί­α, ποὺ μό­νον ἡ σα­λό­τη­τα θεί­ου ἔ­ρω­τος συγ­χω­ρεῖ, ἔ­στω καὶ στιγ­μι­αίως:
Χριστὸς ἡ ὀρθὴ γωνία· Χριστὸς τὸ πυθαγόρειο
]]]]]]]]]]]]θεώρημα
Χριστὸς ὁ ἀπειροστικὸς λογισμός ἄνωθεν ὄλβια
]]]]]]]]]]]]Χριστὸς τὰ Σύνολα.
Χριστὸς ἡ ψηφιδογραφία στὰ μαζικὰ σωμάτια
]]]]]]]]]]]]Χριστὸς ἡ μάζα μηδέν. […]
[«Διαλεκτικὴ τοῦ ἔαρος»]
                       ἀ­φοῦ τὸ ἔ­αρ τοῦ­­το εἶ­χε ἤ­δη δο­κι­μά­σει σὲ ἀ­να­ρίθ­μη­τες ποι­η­τι­κὲς το­νι­κό­τη­τες σὲ ὅ­λο του τὸ ἔρ­γο, μιὰ ἀ­πὸ τὶς ὁ­ποῖ­ες, πο­λὺ ἐν­δει­κτι­κή, συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται ἀνά­με­σα καὶ στὰ ποι­ή­μα­τα ποὺ ἀ­κοῦ­με:
Γεννιέσαι καὶ μπαίνεις μέσ’ στὸ αἴνιγμα
πεθαίνεις καὶ τ’ ἀφήνεις ἀνέπαφο.
Τί ἄλλο νὰ προσθέσω πιὰ στὴ δύναμη τοῦ ἔαρος;
Πλήρης ἀπὸ ἔλλειψη νοήματος
ὑπερέχω.
 Πράγ­μα­τι, τί ἄλ­λο νὰ προ­σθέ­σου­με στὴ δύναμη τοῦ ἔαρος, δηλαδὴ στὸ μυ­στή­ριο τῆς Ἀ­γά­πης, ποὺ ὁ σταυ­ρω­μέ­νος ἄν­θρω­πος συ­νο­πτι­κῶς ἑ­ορ­τά­ζει τὶς μέ­ρες τῆς Με­γά­λης Ἑ­βδο­μά­δας, πέ­ρα ἀ­πὸ τὴν συν­τρι­βὴ κά­θε κο­σμι­κοῦ νο­ή­μα­τος ποὺ θέ­λει νὰ σφε­τε­ρι­στεῖ τὸ ἱ­ε­ρὸ καὶ ἀ­δι­α­νό­η­το πράγ­μα τῆς αὐ­το­θυ­σί­ας;…
NikosKarouzos-GiannisPatilis-Ntoltse-28-04-1988
Ἀ­νά­με­σα στὰ ποι­ή­μα­τα τῶν ἀ­παγ­γε­λι­ῶν, ὑ­πάρ­χουν καὶ δύ­ο μι­κρὰ ποὺ δὲν μπό­ρε­σα νὰ ταυ­τί­σω (ἂν δὲν ξα­στό­χη­σαν τὰ μά­τια μου τε­λεί­ως) μὲ κα­νέ­να ἀ­πὸ τὰ θη­σαυ­ρι­σμέ­να στὶς 1200 σε­λί­δες τοῦ τρί­το­μου ἔρ­γου του.
            Φαν­τά­ζο­μαι τὸν Νί­κο Κα­ροῦ­ζο, στὴ με­τά­βα­σή του στὸ μέ­γα­ρο τῆς ΕΡΤ γιὰ τὶς ἠ­χο­γρα­φή­σεις, στὴν μιὰ καὶ μο­να­δι­κὴ μέ­ρα κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­καν (ὅ­πως μὲ πλη­ρο­φο­ρεῖ ὁ πα­ρα­γω­γός τους φί­λος Ἀ­λέ­ξης Ζή­ρας), νὰ βγά­ζει ἀ­πὸ τὴν τσέ­πη του ἕ­να χαρ­τά­κι μὲ τὰ δύ­ο ἀ­νέκ­δο­τα, ἕ­ως ἐ­τού­τη τὴ στιγ­μὴ (πλὴν ἠ­χο­λη­ψί­ας) ποι­η­μα­τά­κια ποὺ ἔ­γρα­ψε ἐν ὄ­ψει τῆς ἐκ­πομ­πῆς γιὰ τὸ μυ­στι­κό του ἔ­αρ, αὐ­τὸ ποὺ δὲν ξε­χω­ρί­ζει θεί­α καὶ ἀν­θρώ­πι­νη Δι­και­ο­σύ­νη, καὶ ποὺ το­πο­θε­τή­θηκαν ἀ­πὸ τὸν πα­ρα­γω­γὸ στὸ incipit τῶν ἀ­παγ­γε­λι­ῶν τῆς Με­γά­λης Πέμ­πτης, καὶ νὰ δι­α­βά­ζει:
Στίχοι τοῦ ἔαρος
Ἰησοῦς ἀναίμακτος δὲν ὑπάρχει
συνεχῶς τρέχουν αἵματα στὴ νόηση
αὐτὸ ποὺ νομίζω δὲν εἶναι νόμισμα.
Στίχοι τοῦ ἔαρος
Ὁ ἐργάτης ποὺ μοχθεῖ μαχόμενος
ὁ ἐργάτης ἡ ἀγάπη κι ἀπὸ πάνω
μιὰ μεγάλη κανδήλα μὲ τὴ φλόγα
χωρὶς ἅλυσο κρέμεται χωρὶς ἀγέρα σιέται.
Ὁ Νί­κος Κα­ροῦ­ζος δυ­στύ­χη­σε νὰ ζή­σει τὴν χεί­ρι­στη Παν­δη­μία τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να, τε­ρα­τι­κοῦ γεν­νή­μα­τος ἐ­ξο­λο­κλή­ρου τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου μί­σους, ποὺ στοί­χι­σε δε­κά­δες ἑ­κα­τομ­μύ­ρια ἀν­θρώ­πι­νες ζω­ές, ἀ­νεί­πω­το πό­νο καὶ ἀ­νυ­πο­λό­γι­στες κα­τα­στρο­φὲς πο­λύ­τι­μων γιὰ τὴν ὕπαρξη ἀ­γα­θῶν σ’ ὁ­λό­κλη­ρο τὸν πλα­νή­τη, ἕ­να ἀ­πὸ τὰ τρα­γι­κὰ θύ­μα­τα τῆς ὁ­ποί­ας ὑ­πῆρ­ξε καὶ ὁ ἴ­διος ὁ ποι­ητής, ἐ­πει­δὴ θέ­λη­σε νὰ στα­θεῖ στὸ πλευ­ρὸ τῆς ἀν­θρώ­πι­νης Δι­και­ο­σύ­νης.
            Σή­με­ρα, γιὰ μᾶς, ποὺ ζοῦ­με τὴν σω­φρο­νι­στι­κὴ προ­ει­δο­ποί­η­ση τῆς Φύ­σης, μὲ αἰ­τί­α της καὶ πα­ρα­λή­πτη τὴν ἴ­δια ἀ­θε­ρά­πευ­τη ἀν­θρώ­πι­νη Ἀ­λα­ζο­νεί­α, ὁ ποι­η­τὴς Νί­κος Κα­ροῦ­ζος, σχε­δὸν δι­α­βά­ζον­τας σα­ράν­τα χρό­νια πρὶν τὴν τω­ρι­νὴ στιγ­μή —ποὺ φι­λα­κό­λου­θοι καὶ ἄ­σχε­τοι, ἡμέ­ρες Με­γά­λης Ἑ­βδο­μά­δας, θὰ γεύ­ον­ται ἀ­πὸ τοὺς κα­να­πέ­δες καὶ τὰ σα­λό­νια τους κρυά­δα πο­λι­τι­κῶν γά­μων καὶ ‘βα­φτί­σε­ων’ σὲ τη­λε­ο­πτι­κὲς εἰ­κό­νες ‘Ἀνα­στά­σε­ως’— ἔ­γρα­ψε μέ­ρες τοῦ 1980 γιὰ ἕ­ναν προ­δο­μέ­νο καὶ τυ­πι­κὰ πλέ­ον, σὲ συν­θῆ­κες «ἔ­κτα­κτης ἀ­νάγ­κης», καὶ ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια τὴν ἐκ­κο­σμι­κευ­μέ­νη Ἐκ­κλη­σί­α του Χρι­στό, τὰ πα­ρα­κά­τω:
μὲ τί βιασύνη προχωρεῖ ὁ Ἰησοῦς
]]]ἐφέτος
πρὸς τὴν Ἀνάσταση…
Παραμερίζει πανέρια τεράστια
]]]γιομάτα βιολέτες
σπρώχνει τοὺς ἀέναους
]]]παπάδες
τινάζει νευρικὰ πρὸς τὰ πίσω
]]]τὴ μαλλούρα του
τὸ γεγονὸς εἶν’ ὁλοφάνερο:
]]]βαρέθηκε
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΙΛΗΣ                                                                        Νέ­α Σμύρ­νη, 6 Ἀ­πρι­λί­ου 2020

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου