Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Δευτέρα, 27 Απριλίου 2020

Ε! εσύ 19


 Γράφει η Μαίρη Κακολύρη

Με απειλείς; κι έχεις και σημαδιακό χαρακτήρα. Κάποτε το δεκαεννέα διαλαλούσε μέσα μου ευφορία. Μόνη μου, δεν θέλω να βγω. Είσαι εσύ εκεί έξω και δεν θέλω να σε συναντήσω, γιατί δεν ξέρω που μου την έχεις στημένη και πόσο θα γελάς με τον τρόμο μου. Όχι δεν θα σου δώσω τη χαρά. Δεν θέλω, βρε ύπουλε, το βρωμοσυναπάντημά σου. Κι επειδή πιστεύω πως παντού καιροφυλαχτείς να μου τη φέρεις , θα σου τη σκάσω, δεν θα με δεις, δεν θα με βρεις. Βέβαια ξέρω, κι εδώ χαίρεσαι, ότι μπορείς να σκαρφαλώσεις πισώπλατα στον Γιάννη και να έρθετε μέσα μαζί. Κι όταν εκείνος, δείχνοντάς μου λιχουδιές, θα λέει κοίτα τι σου έφερα, εσύ θα χαχανίζεις ναι! εμένα σου έφερε κι ας σου λέει παραμύθια για ωραία ψάρια και λαχανικά βιολογικά, τρομάρα σου. Τρομάρα στα δικά σου μπατζάκια φονιά, νομίζεις ότι δεν τρέμω, για το τι μπορεί να μου κουβαλάει. Δεν μιλάω όμως, μα δεν μπορώ να κρύψω και το φόβο μου και κάνω νόημα με τα μάτια, να πάει να πλύνει τα χέρια του και να βγάλει αυτά τα έρμα τα παπούτσια που κουβαλάνε το ραδόνιό σου, την παγίδα σου.

Πανάθεμά σε, σε μισώ γιατί μου ανατρέπεις την πεποίθηση που είχα, ότι η γενιά μου, τουλάχιστον, δεν γνώρισε πόλεμο. Καταστάσεις μαύρες κι ανελεύθερες έζησε, βέβαια, και μάλιστα στην εφηβεία και τη νειότη μας. Πόλεμο όμως όχι, και τώρα, σαν να τον ζούμε καθώς περιμένουμε, κάθε απόγευμα στις έξη, σαν τότε, όπως έχουμε δει στις πολεμικές ταινίες να παρακολουθεί η οικουμένη το ΒΒC, ν' ακούσουμε κι εμείς το ανακοινωθέν για τόσους νεκρούς, τόσους τραυματίες και στα μετόπισθεν τόσοι μέσα στις αντισφυξιογόνες μάσκες και οι ήρωες που πολεμούσαν τότε στα χιονισμένα βουνά, σήμερα, είναι οι γιατροί, οι νοσηλευτές και τραυματιοφορείς, οι άνθρωποι στην κινητή βοήθεια και από αυτούς πολλοί νεκροί που είναι στην πρώτη γραμμή των χαρακωμάτων σου. Τ΄ ανακοινώνει όχι κανένας πολεμοχαρής στρατηγός, αλλά ένας καλοκάγαθος ειδήμονας, ήρεμος και μελιστάλακτος, είναι και ψάλτης -αριστερός ή δεξιός δεν ξέρω- που μπορεί και συνδέει την ενάρετη μεταφυσική προσήλωση στην άρτια επιστημοσύνη του, όπως εξάλλου κι ο Παστέρ και έχει την απόλυτη εκτίμησή μας. Μας έκανες κι αυτό το καλό: να μάθουμε πόσους κορυφαίους ειδικούς επιστήμονες έχουμε κι εδώ στον τόπο μας αλλά και πόσοι ανά τον κόσμο έχουν επανδρώσει ερευνητικά κέντρα, νοσοκομεία και μονάδες με άρτια γνώση, έγκυρη κατάρτιση και αξιοθαύμαστη αυταπάρνηση, πιστοί στον όρκο που έχουν δώσει στον πρώτο διδάξαντα αρχαίο φιλόσοφο μας.
Χαμένε, τρισκατάρατε. Πού βρήκες το μυαλό και σε αποκαλούν όλοι πανέξυπνο. Έρχομαι να πιστέψω αυτούς που λένε ότι γεννήθηκες μέσα σε ερευνητικό εργαστήριο, μόνο, που η εντοπιότητα αλλάζει από τον πολιτικό στόμα που το αναγγέλλει. Άλλοι λένε σε αμερικανικό κι άλλοι σε κινέζικο. Το θέμα είναι ότι τους ξεπερνάς σε θράσος και τους καταστρέφεις κι αυτούς, δεν σ' ελέγχουν ούτε οι ίδιοι. Αυτή είναι η μαγκιά σου. Τους ξεπερνάς και τους αλλάζεις τα όρια της παγκοσμιοποίησής τους. Μας θέλανε ασύνορους για τα οικονομικά τους σχέδια που στόχευαν να παραλύσουν ιδιαίτερα τις φτωχές χώρες. Δεν σε αναγνωρίζουμε σύμμαχο, μην το παίρνεις επάνω σου. Είσαι μεγάλη λέρα, μας θερίζεις ανελέητα, απάνθρωπα, ακόμα και στον πόλεμο τόσα θύματα καθημερινά δεν αριθμούσαν. Έχουμε και απαγόρευση της κυκλοφορίας, όπως τότε που την είχαν επιβάλει οι κατακτητές, για το φόβο της αντίστασης. Ε! εδώ την πάτησες. Κλεισμένοι μέσα, σήμερα, ζυμώνουμε την αντίστασή μας. Ξέρεις πόσοι άνθρωποι μπορεί να μην άνοιξαν ποτέ τους βιβλίο και το κάνουν τώρα. Ξέρεις πόσοι δεν πηγαίνανε σινεμά και βλέπουν τώρα. Ξέρεις πόσα παιδιά είχαν στερηθεί τους γονείς τους και μεγάλωναν μόνα τους όλοι μέρα, μέχρι εκείνοι να γυρίσουν απ' τις δουλειές τους. Τώρα τους ζούνε και τους χαίρονται. Ξέρεις τι ζεστό φαγάκι τρώνε οι οικογένειες από την καραντίνα σου. Εκδικείσαι, όμως, ανελέητα τους γηραιούς, μοναχικούς ανθρώπους. Τι σου έκακαν βρε κακορίζικε; 'Όμως η πυγμή της αντίστασης γεννάει και πάλι την αλληλεγγύη και η αγάπη κρατά γεμάτο το πανέρι της και το προσφέρει, αγγίζοντας μόνο την καρδιά και όχι το χέρι. Βέβαια απ' τους διεστραμμένους εγκληματίες Γερμανούς δεν πρόκειται ποτέ ν' απαλλαχτεί η ανθρωπότητα. Μας τους έφερες κι αυτούς, ξανά, εσύ. Το ίδιο ανάλγητοι και απάνθρωποι, είναι και σήμερα, κι όπως λέει κι ο λαός μας "ο λύκος κι αν εγέρασεν κι άσπρισε το μαλλί του, μήτε τη γνώμη άλλαξε, μήτε την κεφαλή του". Και δεν μ' αρέσει να τους παρομοιάζω με λύκους, γιατί ο λύκος είναι ένα ευγενές ζώο - -μακάρι να του μοιάζανε- κι έχουμε ζήσει στο πατρικό μας σπίτι μ' έναν υπέροχο, νοήμονα λύκο τον Ντίκ κι είναι ντροπή να με αναγκάζεις να πω αυτήν την παροιμία τώρα, αλλά υποκλίνομαι στη θυμοσοφία.
Εμένα δεν μ' ανάγκασες να κάνω τίποτα, που δεν έκανα μέχρι την εμφάνισή σου, μέσα στο σπίτι μου. Ξέρεις πώς παλεύω τον πανικό, που μου στέλνεις; Ακούγοντας για τη δική σου γέννηση, πήρα να διαβάσω αυτήν της τραγωδίας. Κι ενώ με σένα απαγορεύεται κάθε επαφή, εδώ πιάνω τα νήματα των νοημάτων που με δένουν με τη φύση και προσπαθώ να απαγκιστρωθώ - ποτέ δεν είν' αργά- απ' όλα εκείνα, τα μη και τα πρέπει που μπαίνουν στην ανατροφή του ανθρώπου, κι εκεί πριν ξεκινήσεις, που λες αμάν βαρειά φιλοσοφία, βγαίνει ένας βακχικός χορευτής που σε ταρακουνάει να αισθανθείς χρώματα κι αρώματα κι εμένα μου ψιθυρίζει τρυφερά, αποκαλύπτοντας μου το γνωστό μυστικό της σχέσης που είχα, παιδιόθεν, με το χορό: της ελευθερίας μέσα στον στρόβιλό του. Μη νομίζεις, παρεμβάλλονται πάντα, κι άλλα πολλά πνεύματα και γραφές μα στάθηκα και λίγο επίμονα στην μικρή πατρίδα. Στη "γυναίκα" της και στον "ιερομόναχο" που ξεκουράστηκε στο φιλιατρό του πηγαδιού, στο δρόμο για τον Άγιο Λύπιο. Θέλησα ν' ακούσω πάλι τη γλώσσα της θείας μου. Τότε, που παιδί δέκα χρονών έμεινα δίπλα της στη θέση των ξενητεμένων παιδιών της για την Αυστραλία. Πόση σχέση είχαν κι ας μην γνωρίζονταν, η φιλοσοφημένη, αναλφάβητη, θεία μου με τον Διονύσιο. Την ίδια γλώσσα πρώτα και κύρια κι έπειτα την ίδια λατρεμένη φύση που στόλιζε εικόνες. Κι τον ίδιο σπιρτόζικο λόγο. Η θεία μου δεν ήξερε γράμματα, μα εκείνη μου έμαθε την κερένια κούκλα κι άλλα όμορφα λόγια κι εγώ της έμαθα τα πρώτα γράμματα στο χαρτί, για να μπορεί, όταν θα φύγω, να γράφει στα παιδιά της και να βάζει το κλωνί της μαντζουράνας μέσα τους. Δεν ήξερα τότε τον Διονύσιο, παρά μόνο από τον ύμνο που λέγαμε στο σχολείο, στην έπαρση της σημαίας ή στην υποστολή της, όταν πηγαίναμε απόγευμα. Δεν ήξερα και τη "γυναίκα" του "της Ζάκυθος" -τι ωραία που το κλείνει όπως η θεία η Άννα- και ούτε ήξερα για τους Μεσολογγίτες του, που ήταν πολιορκημένοι, όπως εμείς από σένα σήμερα. Δεν τα ήξερα, για να της τα έλεγα κι εγώ μετά από τα δικά της αστεία και μαγικά παραμύθια. 'Οταν ήταν να φτειάξει τα καρβέλια το ψωμί, καθόμαστε όλη μέρα μέσα στο μεγάλο σπίτι που είχε ραγίσει ο σεισμός και το είχε μετατρέψει σε κουζίνα και καθώς περιμέναμε να ψηθεί το ψωμί, που είχε ζυμώσει με σηκωμένα τα μανίκια και την λευκή της μαντήλα διπλωμένη από τα πλάγια του πάνω στο ωραίο της κεφάλι, μ' έπαιρνε στην αγκαλιά της και μου εξιστορούσε αλήθειες και παραμύθια. Βέβαια την "Ξανθούλα" του την τραγουδούσε, όπως εγώ τραγουδούσα το "περιγιάλι το κρυφό" και δεν ήξερα ακόμα παιδούλα, ποιός ήταν αυτός που το είχε γράψει. Κάθε φορά που διαβάζω τον Διονύσιο ακούω τη φωνή της θείας μου και πώς θα ήθελα να ζει και να το μάθει, πόσο αληθινός ήταν αυτός, ο σπουδασμένος στα ξένα, άρχοντας ποιητής, που έγραψε με λόγια που κουβαλούν συγκίνηση και μυρωδίες και που είναι όμοια με τα δικά της.
Τι νομίζεις, επειδή μας απειλείς δεν μπορεί να πετάει ο νους μας σε άπιαστα πράγματα. Να ξέρεις: μελλοθάνατος με άδικη κατηγόρια, τους άγριους καιρούς. που βρήκαν τον τόπο μας μετά τον καταραμένο πόλεμο από τους ναζί, μέσα στο σάπιο κελί του, μελετούσε και ξεκίνησε να γράφει, ένα σχεδίασμα για την ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει. Εγώ το φαντάζομαι, εσύ όχι, τι φως έβγαινε από κείνα τα σκαλίσματα στο γλαφυρό πνεύμα των ευφάνταστων γραφιάδων. Έφυγε με την ψυχή του πλημμυρισμένη από καλλιέπεια λόγου και φαντασίας και μας τ' άφησε, γενναιόδωρα όπως έδωσε και τη ζωή του, σαν ένα παράθυρο ανοικτό για κάτι τέτοιες στιγμές.
Και μην νομίζεις, καημένε μου, ότι εσύ μου έμαθες να πλένω τα χέρια μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου