Για όσους πάνε γυρεύοντας στο χώρο της Οικολογίας και του Πολιτισμού. Υπό τη διαχείριση του Γιάννη Σχίζα
Ημέρες ορειβασίας
Τρίτη 12 Μαΐου 2026
Κυριακή 10 Μαΐου 2026
Ζήσης Σαρίκας: Ἡ τράνς
Πέμπτη 7 Μαΐου 2026
Ἔρνεστ Χέμινγουεϊ (Ernest Hemingway): Συνηθισμένη Ἱστορία
|
Τρίτη 5 Μαΐου 2026
Μπούλη Ἀνδρεάδου: Τὸ τσιγάρο
|
Κυριακή 3 Μαΐου 2026
Ζήσης Σαρίκας: Ἡ ἐπαρχιακὴ πόλη
|
Πέμπτη 30 Απριλίου 2026
Τάγκε Ντάνιελσον (Tage Danielsson): Τὸ παραμύθι γιὰ τὴ δίκαιη Γκιούντρουν
Τάγκε Ντάνιελσον (Tage Danielsson) Τὸ παραμύθι γιὰ τὴ δίκαιη Γκιούντρουν(Sagan om den rättvisa Gudrun) ΗΤΑΝ ΚΑΠΟΤΕ ἕνα κορίτσι ποὺ δὲν γνώρισε ποτὲ τὴν ἀληθινὴ ἀγάπη, καὶ γι’ αὐτὸ κατέληγε νὰ παίρνει διαζύγιο. Ἔτσι εἶχαν τὰ πράγματα μὲ τὴ Γκιούντρουν, γιατί Γκιούντρουν τὴν ἔλεγαν, θεωροῦσε πὼς τὰ πάντα ἦταν ἄδικα. Εἶχε παντρευτεῖ ἕναν ὑπομηχανικό, ποὺ τὸν γνώρισε στὸ πολυκατάστημα Τέμπο (Tempo), ὅπου πουλοῦσε πλαστικὰ οἰκιακὰ σκεύη. Δὲν εἶχαν παιδιὰ καὶ ἐργάζονταν κι οἱ δυὸ γιὰ νὰ ζήσουν. Ἡ Γκιούντρουν δυσανασχετοῦσε καθημερινὰ μὲ ὅλες τὶς ἀδικίες ποὺ τῆς συνέβαιναν στὸν γάμο της. Ἔπρεπε νὰ ἀγοράζει τρόφιμα καὶ νὰ μαγειρεύει τὸ δεῖπνο, νὰ ράβει τὰ κουμπιὰ στὸ σακάκι τοῦ συζύγου της, νὰ κάνει τὸν καφὲ ἐνῷ αὐτὸς κοίταζε τηλεόραση, ὅλα αὐτὰ ὄφειλε νὰ τὰ κάνει, παρ' ὅλο ποὺ κι αὐτὴ εἶχε μιὰ ἐξίσου κοπιαστικὴ δουλειὰ μὲ ἐκεῖνον. Καὶ βεβαίως θὰ μποροῦσε νὰ συμφωνήσει κανεὶς ὅτι φαίνεται ἄδικο. Δὲν τῆς περνοῦσε καθόλου ἀπ’ τὸ νοῦ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ σύζυγός της ἀπὸ τὴν πλευρά του, ἔβαζε πρίζες, ἔπλενε τὸ αὐτοκίνητο καὶ ψώνιζε ἀπὸ τὸ μονοπώλιο οἰνοπνευματωδῶν. Αὐτὸ τὸ διαζύγιο, λοιπόν, ἦταν εὔκολο νὰ διευθετηθεῖ, γιατὶ κανεὶς ἀπ’ τοὺς δυό τους δὲν περνοῦσε καλὰ στὸ σπίτι. Ἡ Γκιούντρουν ἀποφάσισε βαθιὰ μέσα της πὼς ἂν ποτὲ παντρευόταν ξανά, ὅλα θὰ γίνονταν δίκαια. * * * |
Τρίτη 28 Απριλίου 2026
Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ: Τὸ Αεικίνητον
|
Κυριακή 26 Απριλίου 2026
Ζήσης Σαρίκας: Ἀνθελληνισμός
|
Πέμπτη 23 Απριλίου 2026
Βασίλης Παπαδόπουλος: Ὑπόθεση Φραγκόπουλου
Βασίλης Παπαδόπουλος Ὑπόθεση Φραγκόπουλου Στὶς 3 Νοεμβρίου 1896, στὴν πλατεῖα Γεωργίου Α’, ὁ τραπεζίτης Διονύσιος Φραγκόπουλος δολοφονήθηκε μὲ μαχαίρι ἀπὸ τὸν Δημήτριο Ματσάλη. Σύσσωμη ἡ Πάτρα θρήνησε τὴν ἀπώλεια τοῦ εὐεργέτη καὶ εὐπατρίδη.Ο ΦΡΑΓΚΟΠΟΥΛΟΣ κυριαρχεῖ στὴν οἰκονομικὴ ζωὴ τῆς Πάτρας. Ὁ θάνατος τῆς οἰκογένειάς του σὲ σιδηροδρομικὸ δυστύχημα στὴ Γερμανία τὸν συγκλονίζει. Ἐμφανίζεται ὁ ἑτεροθαλὴς ἀδερφὸς τοῦ Φραγκόπουλου, Pierre Menard, νόθος γιὸς τοῦ Ἰωάννη Φραγκόπουλου. Ὁ Menard ἐκβιάζει τὸν Φραγκόπουλο, ἀποσπῶντας του χρήματα μὲ τὴν ἀπειλὴ πὼς θὰ ἀμαυρώσει τὸ ὄνομα τῆς οἰκογένειας. Ὁ Menard —γνωστὸς ὡς «Φάντασμα» – ἐπιδίδεται στὸ λαθρεμπόριο σὲ Ἑλλάδα καὶ Ἰταλία. O Φραγκόπουλος χτίζει σχολεῖα, στηρίζει ἐμπόρους μὲ ἄτοκα δάνεια. Ἀναθέτει στὸν Τσίλερ τὴν ἀνέγερση τοῦ θεάτρου «Ἀπόλλων», τοῦ ὁποίου εἶναι ὁ ἀφανὴς χρηματοδότης. Ἡ Ἰταλικὴ κυβέρνηση ἀρχίζει ἔρευνες ὑπὸ τὸν ἀντισυνταγματάρχη Baltasarre Fosco. Ὁ Fosco γίνεται μέλος τῆς ὀργάνωσης τοῦ Menard χωρὶς ποτὲ νὰ τὸν συναντήσει. Προσπαθῶντας νὰ βρεῖ στοιχεῖα γιὰ τὸν Menard, ὁ Fosco ἔρχεται ἀντιμέτωπος μὲ τὸ ἀδιανόητο: Ὁ Menard δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Φραγκόπουλο. Ὁ Fosco ἀποφασίζει νὰ ἐπισκεφτεῖ τὸν Φραγκόπουλο.
|
Δευτέρα 20 Απριλίου 2026
Ζήσης Σαρίκας: Ἑλληνικὴ φιλοξενία
|
Τετάρτη 8 Απριλίου 2026
Κέιτ Σοπέν (Kate Chopin): Τὸ φιλί
|

















Ε
ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ξεπάστρεψαν τὶς κότες, τὰ γουρούνια καὶ τὰ σκυλιά.
Ξένοι δουλεύουν τὰ χωράφια τους καὶ τὰ σπίτια τους
μικρογραφίες ἄθλιων πολυκατοικιῶν. Λίγες γλάστρες ἔχουν
μείνει ἀνάμεσα σὲ γεωργικὰ ἐργαλεῖα καὶ τρακτέρ. Χάθηκαν οἱ
αὐλές, γέμισε παντοῦ ἀλουμίνια καὶ πλαστικά. Παράτησαν τὰ
ἔθιμα, πανηγύρια καὶ χορούς, τὰ ξέχασαν, μόνον οἱ ξένοι κι οἱ
δασκάλοι τὰ θυμοῦνται πιά. Δὲν ζωντανεύουν οἱ νεκροί. Ἡ
τηλεόραση εἶναι ἡ μόνη τους θεά. Πηγαίνουν στὰ σουπερμάρκετ,
τρῶνε πίτσες, παραγγέλνουν ντελίβερι, νὰ φάει καὶ ἡ μπάμπω,
καλπάζουν μὲ τὰ ἀγροτικὰ καὶ τὶς κοῦρσες πέρα δῶθε, πάχυναν
ὅλοι, ἔγιναν θεριὰ σωστά. Οἱ περισσότεροι παριστάνουν τοὺς
ξενοδόχους. Ἀλλὰ μισοῦν τοὺς ξένους – καὶ ὄχι τὰ λεφτά τους.
Κάνουν φαρμακερὰ καὶ ἐνίοτε πετυχημένα σχόλια πίσω ἀπ' τὶς
πλάτες τους μὲς στὰ καφενεῖα καὶ στὶς αὐλές τους μπροστὰ στὰ
τσίπουρα καὶ τοὺς μεζέδες. Ἐκεῖ ἐπιζεῖ ἡ λαϊκὴ παράδοση, στὴ
βαριὰ προφορά, στὰ χοντρὰ ἀστεῖα, στὰ μαλθακὰ καὶ νωθρὰ παιδιά
τους ποὺ συνεχίζουν τὴν πατροπαράδοτη κληρονομιὰ νὰ εἶναι
σκράπες στὰ γράμματα. Καθὼς σπάνια πᾶνε πιὰ στὰ χωράφια,
περνοῦν τὴν ὥρα τους κοροϊδεύοντας ὁ ἕνας τὸν ἄλλο καὶ ὅλους
συλλήβδην τοὺς πάροικους, ντόπιους κι ἀλλοδαπούς. Τοὺς βγάζουν
παρατσούκλια, κοιτοῦν ἀπὸ πάνω ὣς κάτω τὶς γυναῖκες τους κι
εἶναι γεμᾶτοι χλεύη γιὰ ὅσες ξένες πηδιοῦνταν κάποτε μ' ὅλους κι
ἐπιμένουν νά 'ρχονται στὰ βρομερὰ χωριά τους. Κι ἐκεῖνες,
μιλῶντας σπασμένα ἑλληνικά, ἐξακολουθοῦν νὰ ἔχουν στὰ μάτια
τους λίγη ἀπ' τὴ χαρὰ καὶ τὴν ἀφέλεια ποὺ εἶχαν τότε.
Περιφέρονται σὰν χαζὲς πάνω κάτω, λιάζονται ἄγαρμπα μὲ τὶς
ὧρες, μιλοῦν ἐγκάρδια μὲ τὰ γκαρσόνια, γελοῦν θορυβώδικα καὶ
φάλτσα. 