|
By planodion on 3 Μάϊος 2026
|

Ζήσης Σαρίκας
(Ἀφιέρωμα 21/22)
Ἡ ἐπαρχιακὴ πόλη
ΑΝΤΑ
ἡ ἴδια εἰκόνα. Μιὰ ἐπαρχιακὴ πόλη μὲ μικροαστοὺς καὶ
φοιτητές. Τί ἀπέγιναν τὰ ἐκλεκτὰ τέκνα της; Πρῶτοι ἔφυγαν οἱ
καλλιτεχνίζοντες. Γιὰ τὴν πρωτεύουσα. Ἐκεῖ θὰ εἶχαν
εὐκαιρίες νὰ ἀναδείξουν τὸ ταλέντο τους, νὰ συγχρωτιστοῦν μὲ
τοὺς ὅμοιούς τους, νὰ βροῦν χορηγοὺς καὶ ὑποστηριχτὲς τῆς τέχνης
τους. Μετά, τὴν κοπάνησαν κάτι ἄλλοι γιὰ σπουδὲς στὸ
ἐξωτερικό. Ἕνα σωρὸ ἔξυπνα, ταλαντοῦχα παιδιά. Κάποιοι ἔριξαν
γιὰ πάντα μαύρη πέτρα πίσω τους, μερικοὶ βρῆκαν νέα φωλιὰ στὴν
πρωτεύουσα καὶ ὁρισμένοι ἐπέστρεφαν στὴν πόλη τοὺς ἀπὸ
νοσταλγία ἢ ἀπὸ ὑποχρέωση, γιὰ λόγους ἐπαγγελματικοὺς ἢ
οἰκογενειακούς. Οἱ περισσότεροι ἀπ' αὐτοὺς ἐγκαταστάθηκαν
στὰ προάστια καὶ στὰ περίχωρα καὶ δὲν συμμετεῖχαν καθόλου στὰ
κοινά. Ὅποιοι καὶ ὅποτε βρίσκονταν μεταξύ τους δὲν παρέλειπαν
νὰ σχολιάσουν τὸ χάλι τῆς πόλης τους. Πάντα ἔτσι ἦταν, ἀπρόσωπη·
δὲν εἶχε πνευματική, πολιτιστικὴ ζωή, θέατρα, ἐφημερίδες,
περιοδικά, μουσικὲς ἐκδηλώσεις, λογοτεχνία. Οὔτε κἂν
φαγάδικα. Κι ὅ,τι εἶχε, ἦταν τυποποιημένο, ἄοσμο καὶ ἄχρωμο.
Τὸ πανεπιστήμιο ἦταν, παρὰ τὸ μέγεθός του, ἕνα μελισσοκόφινο
γεμᾶτο στεῖρες μέλισσες. Καμιὰ παραγωγή, μηδὲν παρουσία.
Ἡ
πόλη ἦταν μιὰ στριφνὴ γεροντοκόρη, παρὰ τὶς γελοῖες φῆμες ποὺ
τὴν ἤθελαν ἐρωτικὴ· δὲν εἶχε ἴχνος δημοκρατικότητας, ἦταν ἕνα
θερμοκήπιο γιὰ ἐντόπια, ἐθνοσωτήρια ζιζάνια – κραυγαλέα
ἀντίφαση πρὸς τὸ πολυεθνικό, πολύχρωμο παρελθόν της. Ἡ
οἰκοδομικὴ καὶ οἰκολογικὴ καταστροφή της συνεχίζονταν μὲ
ρυθμὸ ἰλιγγιώδη, τὸ τσιμέντο καὶ τὰ αὐτοκίνητα τὴν σκέπαζαν
ὁλοένα πιὸ πολύ, οἱ τοπικοὶ ἄρχοντες ἦταν διανοητικῶς
ἀνάπηροι, τὰ ἔργα τους κακόγουστα, λαϊκίστικα καὶ
παιδαριώδη. Τὰ γκέμια της τὰ κρατοῦσαν πάντα διάφοροι
ξενομερίτες καὶ ἀστοιχείωτοι. Τὴ μοῖρα της ἐξακολουθοῦσαν νὰ
τὴν καθορίζουν οἱ ἐργολάβοι καὶ οἱ κάθε λογῆς πουλημένοι –
μεσάζοντες καὶ παράγοντες.
Πολὺ ὡραῖα καὶ σωστὰ ὅλα αὐτά. Τὸ πρόβλημα εἶναι πῶς
μπορεῖς νὰ παραπονιέσαι ὅταν συνειδητὰ μένεις ἐς ἀεὶ στὸ
περιθώριο;

Πηγή: Ζήσης Σαρίκας, Μακριὰ ἀπ’ τὸν κόσμο, καὶ ἄλλα κείμενα, Πανοπτικόν, 2008.
Ζήσης Σαρίκας
(Θεσσαλονίκη, 1953). Σπούδασε Nεοελληνικὴ Φιλολογία καὶ
Φιλοσοφία στὴ Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τοῦ Ἀριστοτελείου
Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Εἶναι συγγραφέας,
μεταφραστὴς καὶ ἐπιμελητὴς ἐκδόσεων. Ἔγραψε τὰ βιβλία: Μῦθοι τῆς τεχνολογίας (Ἐκδοτικὴ Θεσσαλονίκης, 1987), Ψίχουλα: μικρὰ πεζά (Νησῖδες, 1998· Πανοπτικόν, 2008), Τὸ ὅραμα τοῦ ὑπεράνθρωπου: μιὰ ἑρμηνεία τοῦ ἔργου τοῦ Φρίντριχ Νίτσε «Ἔτσι μίλησε ὁ Ζαρατούστρα» (Νησῖδες, 2003· Βάνιας, 2008· Πανοπτικόν, 2014), Μακριὰ ἀπ' τὸν κόσμο (Πανοπτικόν, 2008), Ἀνθρώπινες σκιές (Πανοπτικόν, 2012), Κυριακὴ ρεπό
(Ἑστία, 2014). Ἔχει μεταφράσει στὰ ἑλληνικὰ τὸ σύνολο τοῦ
φιλοσοφικοῦ ἔργου τοῦ Φρίντριχ Νίτσε, ἔργο ποὺ διήρκεσε
εἴκοσι χρόνια, καθὼς καὶ ἔργα τῶν Ντιντερό, Μπακούνιν,
Στίρνερ, Φρόϊντ, Φουκό, Μποντριγιάρ, Καστοριάδη, Κοϊρὲ καὶ τῶν
στοχαστῶν τῆς Σχολῆς της Φρανκφούρτης. Ὑπῆρξε διευθυντὴς τῆς
σειρᾶς ἀρχαίων Ἑλλήνων συγγραφέων στὶς ἐκδόσεις Ἐξάντας,
καθὼς καὶ τοῦ βραχύβιου ἐκδοτικοῦ οἴκου τοῦ Ἀριστοτελείου
Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Τὸν Νοέμβριο τοῦ 2016 τιμήθηκε
ἀπὸ τὴν Ἑταιρεία Συγγραφέων μὲ τὸ βραβεῖο "Διδῶ Σωτηρίου" γιὰ
τὸ σύνολο τοῦ ἔργου του.
|
|
|
|
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου