Του Γιάννη Σχίζα
Πηγαίνοντας προς τη Βόρεια Εύβοια, περνώντας μετά τα Ψαχνά από τα υπέροχα δάση της, ήταν αδύνατο να μη σημειώσω τις προθέσεις για την διαπλάτυνση του δρόμου : Που είχε ταλαιπωρήσει γενιές και γενιές, που είχε προκαλέσει αποκλεισμούς και παγιδεύσεις στο χιόνι, που είχε καταδικάσει αυτοκίνητα να πηγαίνουν σιγά, ακολουθώντας την ταχύτητα του προπορευόμενου. Αυτή η ταλαιπωρία που βαστούσε για χρόνια, συνοδεύονταν τούτη τη φορά με μικρές πορείες πεζοπόρων μέσα από τους στενούς δρόμους : Ήταν οι πορείες προσκυνηματικές, ξεκινάγαν από τη Χαλκίδα ή άλλα κοντινότερα μέρη, πήγαιναν με άκρα επιφύλαξη από περιοχές που χωρούσαν με το ζόρι δυο αυτοκίνητα..
Κι εγώ δεν
το περίμενα, ότι πήγαινα σε ένα θρησκευτικό φεστιβάλ, σε μια κωμόπολη ή χωριό
που σχεδόν αντλούσε τα μέσα της ύπαρξής του από αυτή τη δραστηριότητα.
Ήταν μια κανονική θρησκευτική γιορτή με συνέχεια, με ιδιαίτερες επιδόσεις τον Ιούνιο. Γινόταν στο
Προκόπι, στη μέση της Εύβοιας – της
Καλόβοδης ! – που έλεγα σε μετάφραση από τα αρχαία στα νέα ελληνικά ! Πλησιάζοντας
στο Προκόπι συναντήσαμε τον ποταμό
Κηρέα, με τα λιγοστά νερά του, που εξαφανίζονταν για μερικά χιλιόμετρα και μετά
επανεμφανίζονταν, και γίνονταν δριμύτερος. Εκεί βρίσκονταν τα ίχνη του σιαμαίου Πλατανιού, με
τα δυο φυτά ενωμένα από ένα κλαδί, σε μια κοιλάδα που είχαν κοπεί όλοι οι
πλάτανοι λόγω της ασθένειας του μεταχρωματικού έλκους. Κάτι αντίστοιχο
συνέβαινε και στους πλατάνους του ποταμού Λούρου ,στην Ήπειρο , που είχαν και
αυτοί (αλύπητα) πετσοκοπεί…
Είχα να πάω τουλάχιστον 35 χρόνια : Το τοπίο του παρα-εκκλησιαστικού χώρου είχε γίνει αγνώριστο, η πλατεία του μου φάνηκε αχανής, δεν είχε το παραμικρό σκουπίδι. Εκεί είχαν δημιουργηθεί 2 εκκλησίες που προσφέρονταν για προσκύνημα, ενώ γύρω-γύρω από την πλατεία υπήρχαν καφετέριες, είδη εκκλησιαστικά, ένα Μουσείο, μπριζολάδικα και φαγάδικα παντός είδους, πωλήσεις ειδών όπως χυλοπίτες, τραχανάς, γλυκά κουταλιού και μέλια. Απέναντι από την εκκλησία υπήρχε ένα διαμονητήριο της Αρχιεπισκοπής – δεν μπόρεσα να αναγνωρίσω τον παλιό τρόπο στέγασης των επισκεπτών , μια πολυκατοικία, που ήταν εξαιρετικά κακόγουστη .
Ο Αηγιάννης ο Ρώσσος πολέμησε τους
Τούρκους, στον Ρωσσοτουρκικό πόλεμο,
πιάστηκε αιχμάλωτος το 1717, και παρέμεινε σε αιχμαλωσία μέχρι το θάνατό του –
το 1730. Παρά τη γνωμάτευση της ξεναγού κυρίας Παναγιώτας, που έβλεπε σαν
προτιμότερη για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις τη παραμονή του Αη
Γιάννη σε κατάσταση ήπιας αιχμαλωσίας από ένα Πασά, ο Άγιος υπέφερε τα πάνδεινα
και τελικά κέρδισε την εκτίμηση όλων, Ελλήνων και Τούρκων. Το 1924 μετά την
ανταλλαγή πληθυσμών η σορός του μεταφέρθηκε στο Προκόπι της Εύβοιας – που είχε
πάρει το ίδιο όνομα με αντίστοιχη περιοχή της Μικράς Ασίας.
Τη σορό του
Αγίου μας την έδειξε ένας παπάς, στον οποίο είχαμε απευθυνθεί μαζί με τον Κίμωνα Χατζημπίρο, μετέπειτα καθηγητή του
Πολυτεχνείου. Παράλληλα μας έδωσε ένα βιβλίο, που θα το θυμάμαι για πάντα : αφενός μεν για το ειδικό του βάρος (έχει τυπωθεί στο πιο βαρύ χαρτί που κυκλοφορεί στην αγορά !) και αφετέρου για τις ειδικές συνθήκες μέσα στις οποίες το παρέλαβα .
Ήταν το 1988, ήμασταν στην Εκκλησία σχεδόν σαν ξένο σώμα, ζητήσαμε και πήραμε κάποιες πληροφορίες από τον ιερέα-προϊστάμενο, κι αυτός μας έκανε μια διπλή χάρη – μας έδειξε το σκήνωμα του Αη Γιάννη του Ρώσσου και μας έδωσε από ένα αντίτυπο του βιβλίου…Το σκήνωμα ήταν εξαιρετικά
κιτρινισμένο, αλλά ενιαίο, και
ήταν περίεργο το πώς άντεξε σ’ αυτή την
κατάσταση για 300 περίπου χρόνια.
«Τα Μεσαιωνικά Μνημεία της Ευβοίας» που πήραμε από τον ιερέα , ήταν του (τότε) Αρχιμανδρίτη Ιερώνυμου Λιάπη, «Πρωτοσύγκελλου Ιεράς Μητροπόλεως Θηβών και Λεβαδείας», που έγινε μετέπειτα
Αρχιεπίσκοπος Αθηνών. Ήταν ένα βιβλίο που εκδόθηκε το 1971 και πήρε βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών. Δεν περιέχει όλα τα μεσαιωνικά μνημεία αλλά πάντως είναι ενδιαφέρον από την άποψη ότι συνδυάζεται με 159 πίνακες . Επίσης παρέχει δείγματα μιας «καλλιτεχνικής» γραφής, καλλιγραφίας ας πούμε, που ήκμασε κάποτε αλλά τώρα έχει τεθεί στο περιθώριο…Το
βιβλίο περιέχει περίληψη κειμένων στα
Αγγλικά.
Λέει στην πρόλογό
ο
Νικόλαος, Μητροπολίτης Χαλκίδας της τότε εποχής:
«Μερικούς τόπους είναι εύκολο κανείς να τους προσπεράση. Αυτό όμως δεν συμβαίνει, δεν μπορεί να συμβή με την Εύβοια. Δίχως αμφιβολία ο τόπος αυτός ο «παραμήκης» όπως τον χαρακτηρίζει ο Στράβων, όχι μόνον στα παληά χρόνια ήτο δυνατόν «Φιλοσόφοις ανδράσι παρασχείν διαγωγήν ηδείαν και αθόρυβον» αλλά και στους μετέπειτα μπορούσε να προσφέρη μια ευχάριστη παραμονή, μέσα στο πλούσιο φως και το γαλάζιο χρώμα της θάλασσας και του ουρανού μέσα στον Ελλαδικό χώρο. Το διαπιστώνουν καλλίτερα όσοι συνηθίζουν να ταξιδεύουν, για να αποκομίσουν εντυπώσεις, να χαρούν ομορφιές, να μάθουν ιστορίες. Όλοι, μα αυτοί περισσότερο, καθώς ξαναγυρίζουν στην «αλησμόνητη χώρα» και ξανασκύβουν πάνω στο όμορφο νησί, ακούνε τις μυστικές φωνές που αναδίνει, συλλογίζονται τη πνευματική κληρονομιά της γενέθλιας γης και γοητευμένοι ομολογούν πως στην Εύβοια «πας να ιδής έναν τόπο και βρίσκεσαι μέσα σ’ ένα όνειρο»….
Εκεί κοντά
ήταν το σπίτι του γαιοκτήμονα Μπαίηκερ,
που είχε «εξοικονομήσει» 15.000
στρέμματα δάσους σε μια διαμάχη με το Ελληνικό Δημόσιο, που κράτησε πάνω από
100 χρόνια. Θυμήθηκα και το όνομα του Προέδρου της κοινότητας Προκοπίου : Ήταν ο Πρόδρομος Ενωτιάδης.
Επέστρεψα από αυτή
την εκδρομή πιο πλούσιος σε συγκινήσεις,
γεμάτος από όνειρα, εντυπωσιασμένος από την αντοχή κάποιων
καταστάσεων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου