
Φίλιπ Ντίκ (Philip K. Dick)
Τά μάτια λένε τήν ἀλήθεια
(The eyes have it)
ΙΓΗ
ΤΡΕΛΑ, πότε πότε, εἶναι ἀπαραίτητη γιά καλή ἰσορροπία.
Θεωρητικά, θά μποροῦσες νά βρεῖς αὐτοῦ τοῦ εἴδους τό χιοῦμορ
παντοῦ. Ὡστόσο, μονάχα ἕνας κορυφαῖος συγγραφέας
ἐπιστημονικῆς φαντασίας, εἴχαμε τήν ἐντύπωση, θά μποροῦσε
νά γράψει αὐτήν τήν ἱστορία, μέ αὐτόν ἀκριβῶς τόν τρόπο…
Ἦταν κατά τύχη πού ἀνακάλυψα αὐτήν τήν ἀπίστευτη εἰσβολή
ἐξωγήινων μορφῶν στή Γῆ. Μέχρι στιγμῆς, δέν ἔχω κάνει τίποτα
γι’ αὐτό· δέν μπορῶ νά σκεφτῶ νά κάνω κάτι. Ἔγραψα στήν
Κυβέρνηση, καί μοὔστειλαν πίσω ἕνα φυλλάδιο γιά τήν ἐπισκευή
καί συντήρηση ξύλινων σπιτιῶν. Τέλος πάντων, ὅλο τό πράγμα
εἶναι γνωστό· δέν εἶμαι ὁ πρῶτος πού τό ἀνακαλύπτει. Ἴσως κιόλας
νά εἶναι ὑπό ἔλεγχο.
Καθόμουν στήν ἀναπαυτική μου πολυθρόνα, ξεφυλλίζοντας
ἀδιάφορα τίς σελίδες ἑνός χαρτόδετου βιβλίου πού κάποιος εἶχε
ἀφήσει στό λεωφορεῖο, ὅταν ἔπεσα πάνω σέ μιάν ἀναφορά πού μ’
ἔβαλε γιά πρώτη φορά στά ἴχνη μιᾶς ἀποκάλυψης. Γιά μιά στιγμή δέν
ἀντέδρασα. Μοῦ πῆρε λίγο χρόνο νά συνειδητοποιήσω τί
πραγματικά σήμαινε. Ἀμέσως μόλις κατάλαβα, μοῦ φάνηκε
παράξενο πού δέν τὄχα προσέξει μέ τή μία.
Ἡ ἀναφορά ἦταν γιά ἕνα μή ἀνθρώπινο εἶδος μέ ἀπίστευτες
ἰδιότητες, τό ὁποῖο δέν κατάγεται ἀπό τή Γῆ. Ἕνα εἶδος, πού
σπεύδω νά σημειώσω, συνηθίζει νά μεταμφιέζεται σέ κανονικό
ἀνθρώπινο πλάσμα. Τό μασκάρεμά του, ὡστόσο, γίνεται διάφανο
μπροστά στίς παρακάτω παρατηρήσεις τοῦ συγγραφέα. Ἦταν ἀμέσως
προφανές πώς ὁ συγγραφέας γνώριζε τά πάντα. Γνώριζε τά πάντα
– καί τὄπαιρνε χαλαρά. Ἡ φράση (καί τρέμω ἀκόμη ὅταν τό
θυμᾶμαι) διαβάζεται:
… τά μάτια του περιπλανήθηκαν ἀργά στό δωμάτιο.
Μέ
ἔπιασαν ρίγη. Προσπάθησα νά φανταστῶ τά μάτια. Κυλοῦσαν σάν
δεκάρες; Τό ἀπόσπασμα ἔδειχνε πώς ὄχι· ἔμοιαζαν νά κινοῦνται
στόν ἀέρα, ὄχι πάνω σ’ ἐπιφάνειες. Μάλιστα, μᾶλλον γρήγορα.
Κανείς στήν ἱστορία δέν ἔδειξε νά ξαφνιάζεται. Κι αὐτό μ’ ἔβαλε
σέ ὑποψίες. Καμιά ἔκπληξη γιά κάτι τόσο ἐξωφρενικό.
Ἀργότερα τό θέμα ἐνισχύθηκε.
… τά μάτια του μετακινήθηκαν ἀπό ἄτομο σέ ἄτομο.
Κοντολογίς,
νἄτο. Τά μάτια του εἶχαν σαφῶς ἀποκολληθεῖ ἀπό τό ὑπόλοιπο
σῶμα καί λειτουργοῦσαν αὐτόνομα. Ἡ καρδιά μου χτυποῦσε
δυνατά κι ἡ ἀνάσα μου κόπηκε στήν τραχεία. Εἶχα σκοντάψει σέ
μιά τυχαία ἀναφορά γιά κάποιαν ἐντελῶς ἄγνωστη φυλή. Προφανῶς
ἐξωγήινη. Κι ὅμως, γιά τούς χαρακτῆρες τοῦ βιβλίου, αὐτό ἦταν
ἀπολύτως φυσιολογικό – πράγμα πού ὑπονοοῦσε πώς κι ἐκεῖνοι
ἀνῆκαν στό ἴδιο εἶδος.
Καί
ὁ συγγραφέας; Στό μυαλό μου πυροδοτήθηκε μιά ἀργή ὑποψία. Ὁ
συγγραφέας τό χειρίστηκε ἀρκετά εὔκολα μέ ἠρεμία. Κατά τά
φαινόμενα, θεωροῦσε τό πράγμα ἀπολύτως συνηθισμένο. Δέν
ἔκανε καμιά προσπάθεια ν’ ἀποκρύψει αὐτή τή γνώση. Ἡ ἱστορία
συνεχίστηκε:
… λίγο μετά, τά μάτια του καρφώθηκαν στήν Τζούλια.
Ἡ
Τζούλια, ὡς κυρία, εἶχε τουλάχιστον τήν ἀνατροφή ἐκείνη πού
τήν ἔκανε νά δείξει προσβεβλημένη. Περιγράφεται ὅτι
κοκκίνησε καί συνοφρυώθηκε θυμωμένη. Σ’ αὐτό ἀναστέναξα μέ
ἀνακούφιση. Δέν ἦσαν ὅλοι ἐξωγήινοι. Ἡ ἱστορία συνεχίζει:
… ἀργά, ἤρεμα, τά μάτια του ἐξερεύνησαν κάθε ἑκατοστό της.
Ὑπέροχε
Σκότ(1)! Ἀλλά σ’ αὐτό τό σημεῖο ἡ κοπέλα γύρισε, χτυπώντας τά
πόδια της ἔφυγε, καί τό θέμα ἔληξε. Ἔγειρα πίσω στήν πολυθρόνα
μου λαχανιασμένος ἀπό τρόμο. Ἡ γυναίκα καί τά παιδιά μου μέ
κοίταζαν ἀπορημένοι.
«Τί σοῦ συμβαίνει, ἀγάπη μου;» ρώτησε ἡ γυναίκα μου.
Δέν μποροῦσα νά τῆς πῶ. Γνώση σάν κι αὐτή ἦταν ὑπερβολικά
βαρειά γιά ἕναν συνηθισμένο ἄνθρωπο. Ἔπρεπε νά τήν κρατήσω γιά
τόν ἑαυτό μου. «Τίποτα,» ψιθύρισα. Πετάχτηκα, ἅρπαξα τό
βιβλίο, καί βγῆκα βιαστικά ἀπό τό δωμάτιο.
*****
Συνέχισα τό διάβασμα στό γκαράζ. Ὑπῆρχε κι ἄλλο. Τρέμοντας διάβασα τό ἑπόμενο ἀποκαλυπτικό ἀπόσπασμα:
…
πέρασε τό μπράτσο του γύρω ἀπό τήν Τζούλια. Λίγο ἀργότερα,
ἐκείνη τοῦ ζήτησε νά τό ἀπομακρύνει. Αὐτός τό ἔκανε ἀμέσως, μ’
ἕνα χαμόγελο.
Δέν
λέει τί ἔγινε μέ τό μπράτσο μετά τήν ἀπομάκρυνσή του. Ἴσως τό
ἄφησε νά στέκει σέ μιά γωνιά. Ἴσως τό πέταξε. Δέν μέ νοιάζει. Σέ
κάθε περίπτωση, τό νόημα ἦταν ξεκάθαρο, καί μέ κοιτοῦσε
κατάφατσα.
Ὑπάρχει λοιπόν ἕνα εἶδος πλασμάτων ἱκανό ν’ ἀποσπᾶ μέλη
τοῦ σώματός του κατά βούληση. Μάτια, χέρια – ἴσως καί
περισσότερα. Δίχως ν’ ἀνοιγοκλείσουν βλέφαρο. Οἱ γνώσεις μου
στή βιολογία βοήθησαν σ’ αὐτό τό σημεῖο. Προφανῶς ἦσαν ἁπλοί
ὀργανισμοί, μονοκύτταροι, κάποιο εἶδος πρωτόγονοι
μονοκύτταροι ὀργανισμοί. Πλάσματα πού δέν ἀναπτύχθηκαν
περαιτέρω, ὅπως οἱ ἀστερίες. Οἱ ἀστερίες, ξέρετε, μποροῦν νά
κάνουν τό ἴδιο.
Συνέχισα τό διάβασμα. Κι ἔφτασα σ’ αὐτήν τήν ἀπίθανη
ἀποκάλυψη, πού ὁ συγγραφέας τήν πέταξε μέ ψυχραιμία καί χωρίς
τό παραμικρό τρέμουλο:
… ἔξω ἀπό τόν κινηματογράφο χωριστήκαμε. Ἕνα μέρος ἀπό ἐμᾶς μπῆκε μέσα, ἕνα ἄλλο πῆγε στό Καφέ γιά φαγητό.
Προφανής
δυαδική διαίρεση. Χωρισμός στά δύο καί σχηματισμός δύο
ὀντοτήτων. Πιθανότατα τά κάτω μισά πῆγαν στό Καφέ, ἐπειδή
ἦταν πιό μακριά, καί τά πάνω μισά πῆγαν στό σινεμά. Συνέχισα νά
διαβάζω μέ τά χέρια μου νά τρέμουν. Πραγματικά, σκόνταψα σέ
μιάν ἀποκάλυψη. Τό μυαλό μου ζαλίστηκε καθώς ἔφτασα σ’ αὐτό τό
ἀπόσπασμα:
… φοβᾶμαι ὅτι δέν ὑπάρχει καμία ἀμφιβολία. Ὁ καημένος ὁ Μπίμπνεϋ ἔχασε ξανά τό κεφάλι του.
Ἡ συνέχεια τοῦ ὁποίου ἦταν:
… καί ὁ Μπόμπ λέει ὅτι δέν ἔχει καθόλου κότσια.
Ὁ
Μπίμπνεϋ λοιπόν κυκλοφοροῦσε κανονικά σάν ὅλους τούς ἄλλους.
Τό ἄλλο ἄτομο, ὡστόσο, ἦταν τό ἴδιο ἀλλόκοτο. Αὐτός
περιγράφεται ὡς:
… μέ ἀπουσία ἐγκεφάλου ἐντελῶς.
*******
Δέν
ὑπῆρχε πλέον καμιά ἀμφιβολία ἀπό τά πράγματα στό ἑπόμενο
ἀπόσπασμα. Ἡ Τζούλια, τήν ὁποία εἶχα θεωρήσει φυσιολογική,
ἀποκαλύπτει πώς κι αὐτή εἶναι ἐξωγήινο πλάσμα, παρόμοιο μέ
τούς ὑπόλοιπους:
… ἐντελῶς συνειδητά, ἡ Τζούλια ἔδωσε τήν καρδιά της στόν νέο ἄντρα.
Δέν
ἔχει σχέση τί ἔγινε μέ τό ὄργανο τελικά, ἀλλά δέν μ’ ἔνοιαζε
κιόλας. Ἦταν φανερό πώς ἡ Τζούλια συνέχισε νά ζεῖ ὅπως πάντα,
ὅπως ἄλλωστε κι οἱ ὑπόλοιποι στό βιβλίο. Χωρίς καρδιά, χέρια,
μάτια, σπλάγχνα, διαιρεμένη στά δύο ὅποτε ἡ περίσταση τό
ἀπαιτοῦσε. Χωρίς κανέναν ἐνδοιασμό.
… ἀμέσως τοῦ ἔδωσε τό χέρι της.
Ἀηδίασα.
Ὁ κατεργάρης εἶχε τώρα τό χέρι της, ὅπως καί τήν καρδιά της.
Τρέμω καί μόνο στή σκέψη τί ἔχει κάνει μέ αὐτά ὥς τώρα.
… πῆρε τό μπράτσο της.
Δέν
μποροῦσε νά περιμένει, ἔπρεπε ν’ ἀρχίσει νά τήν
ἀποσυναρμολογεῖ μόνος του. Κατακόκκινος σάν τό παντζάρι,
ἔκλεισα ἀπότομα τό βιβλίο καί πετάχτηκα ὄρθιος. Ὄχι ὅμως τόσο
γρήγορα ὅσο νά ξεφύγω ἀπό μιά τελευταία ἀναφορά στά
ἀπελευθερωμένα ἐκεῖνα μέλη τοῦ σώματος, ἡ περιπλάνηση τῶν
ὁποίων μέ εἶχε ἀρχικά βάλει στό μονοπάτι:
… τά μάτια της τόν ἀκολούθησαν σέ ὅλο τό δρόμο καί μές ἀπό τό λιβάδι.
Ὅρμησα
ἔξω ἀπό τό γκαράζ καί γύρισα μές στό ζεστό σπίτι, σάν νά μέ
ἀκολουθοῦσαν τά καταραμένα μάτια. Ἡ γυναίκα καί τά παιδιά μου
ἔπαιζαν Μονόπολη στήν κουζίνα. Κάθισα παρέα τους κι ἔπαιξα μέ
ξέφρενη ζέση, τό μέτωπό μου νά καίγεται ἀπό πυρετό, τά δόντια
μου νά τρίζουν.
Εἶχα χορτάσει ἀπ’ αὐτό τό πράγμα. Δέν ἤθελα ν’ ἀκούσω
τίποτε ἄλλο. Ἄς ἔρθουν. Ἄς εἰσβάλουν στή Γῆ. Δέν θέλω
μπερδέματα μ’ αὐτό.
Δέν ἔχω γερό στομάχι γιά κάτι τέτοιο.
(1) «Υπέροχος Σκότ!»· εἶναι μιά
παρεμβολή ἔκπληξης ἤ απογοήτευσης. Χαρακτηριστικό
ἐπιφώνημα, δημοφιλές στό δεύτερο μισό τοῦ 19ου αἰώνα καί στίς
ἀρχές τοῦ 20οῦ. Προέκυψε ὡς ὅρκος ἱστορικά συνδεδεμένος μέ
δύο συγκεκριμένους «Σκοτσέζους»: τόν Σκωτσέζο συγγραφέα Sir
Walter Scott καί, ἀργότερα, τόν Αμερικανό στρατηγό Winfield
Scott. Εἶναι, ἐπίσης, μιά συναρπαστική φράση τοῦ φανταστικοῦ
επιστήμονα Emmett "Doc" Brown ἀπό τό σλόγκαν τῆς σειράς Back to the Future. (Σημ.τ.μ.)

Πρόκειται
γιά ἕνα πολύ σύντομο, σπαρταριστό διήγημα πού σατιρίζει τά
κλισέ καί τίς ἀσυνείδητες ὑπερβολές πού κάνουν μερικές φορές
οἱ συγγραφεῖς —εἰδικά σέ ρομαντικά ἤ pulp μυθιστορήματα—
ὅπου ἐκφράσεις ὅπως «τοῦ ἔδωσε τήν καρδιά της» ἤ «τά μάτια της τόν
ἀκολούθησαν» παίρνονται κυριολεκτικά. (Tό διήγημα
δημοσιεύτηκε τό 1953.)
Πηγή:
Φίλιπ Ντίκ (Philip K. Dick, Σικάγο, 1928–Σάντα Ἄννα, Καλιφόρνια, 1982).
Γεννήθηκε στό Σικάγο κι ἔζησε τό μεγαλύτερο μέρος τῆς ζωῆς
του στήν Καλιφόρνια. Εἶχε ταραχώδη προσωπική ζωή, πάλευε μέ
ψυχολογικά προβλήματα, παρανοϊκές σκέψεις κι ἑξαρτήσεις.
Πέθανε πρόωρα ἀπό καρδιακή προσβολή, λίγο πρίν τήν πρεμιέρα
τοῦ Blade Runner.Ἔγραφε γιά τήν πραγματικότητα, τήν
ταυτότητα, τή συνείδηση, ἀλλά καί γιά τήν τεχνολογία, τά
αὐταρχικά καθεστώτα καί τήν παράνοια. Ἀμφισβητοῦσε σταθερά
τήν ἔννοια τοῦ «τί εἶναι πραγματικό». Θεωρεῖται προφήτης τῆς
ψηφιακῆς ἐποχῆς, καθώς μίλησε γιά ἔννοιες ὅπως ἡ τεχνητή
νοημοσύνη, ἡ εἰκονική πραγματικότητα καί ἡ χειραγώγηση
τῆς συνείδησης πολύ πρίν αὐτές εἰσβάλλουν στήν
καθημερινότητά μας. Σημαντικά του ἔργα: Do Androids Dream of Electric Sheep? (1968· ἔγινε ταινία ὡς Blade Runner), Ubik (1969), A Scanner Darkly (1977), The Man in the High Castle (1962). Τιμήθηκε μέ τό Hugo Award.
Μετάφραση ἀπό τά ἀγγλικά:
Νατάσα Ζαχαροπούλου (1961): Σπούδασε Δημοσιογραφία. Πρωτοεμφανίστηκε μέ τή συλλογή ποιημάτων Νά σ’ ἔχω (1995) καί τή συλλογή διηγημάτων Κι ἄς μέ ταξιδεύεις ὅπου (1995). Τελευταῖα της βιβλία: Πρόσωπα στό Νερό (Μυθιστόρημα, 2013) & Πετώντας μ’ ἕνα drone
(Διηγήματα, 2019). Ποιήματα, διηγήματα καί μεταφράσεις
της δημοσιεύονται σέ ἔντυπα καί ἠλεκτρονικά περιοδικά.
Εἰκόνα: Salvador Dali, Τό μάτι, 1956.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου