
Κώστας Ποῦλος
Παράθυρα
ΑΚΟ
τὰ βιογραφικά. Ἔμπαιναν σὲ φακέλους καὶ ἔφευγαν πρὸς τὶς πιὸ
διαφορετικὲς κατευθύνσεις, σὰν τὶς σπίθες τῶν
πυροτεχνημάτων ἢ σὰν θραύσματα ἀπὸ νάρκη ποὺ πατήθηκε κατὰ
λάθος ἀπὸ κυνηγημένο ἀγρίμι ἢ ἀπὸ τρομαγμένο πρόσφυγα.
Στὴν ἀρχὴ οἱ διατυπώσεις ἦταν προσεχτικές: Πτυχιοῦχος
ΕΠΑΛ Δομικῶν ἔργων, μὲ πενταετῆ προϋπηρεσία, σὲ
κατασκευαστικὴ ἑταιρεία, ζητεῖ ἀνάλογη ἐργασία.
Εἶχε κατεβάσει ἀρκετὰ πρότυπα ἀπὸ ἱστοσελίδες ἀνέργων ἢ
δικηγορικῶν γραφείων καὶ εἶχε καταλήξει σὲ ἕνα βιογραφικὸ
λιτὸ καὶ οὐσιαστικό, χωρὶς ὑπερβολές. Καὶ ὑπογραφὴ στὸ
τέλος: Ἀντώνιος Πελέκης. Ἀντώνιος, ὄχι Ἀντώνης, ποὺ γράφουν
μερικοί, λὲς καὶ κάνανε μαζὶ φαντάροι. Ἀπὸ ξένες γλῶσσες μόνο
ἀγγλικά. Λόουερ. «Βάλε καὶ γαλλικά, τόσα χρόνια πήγαινες στὸ
ἰνστιτοῦτο» τὸν τσίγκλαγε ἡ Ὄλγα. Εἶχε δίκιο. Ἑφτὰ χρόνια
ἦταν αὐτά. Ναί, ἀλλὰ ἑφτὰ χρόνια ξοδεμένα σὲ πλάκες καὶ
κοπάνες. Στὸ Παρίσι στὶς διακοπές, ἡ ἀλήθεια, δὲν τὰ εἶχε
καταφέρει καθόλου ἄσχημα. Κομπιὲν σὰ κούτ, σιλβουπλέ; Μερσί.
Τουριστικὰ γαλλικά. Δὲν τὰ βάζεις σὲ βιογραφικὸ γιὰ δουλειά.
Σὲ ρωτᾶνε μετὰ καὶ κάθεσαι καὶ τοὺς κοιτᾶς σὰν Ἀλέκος. Δὲν
εἶναι σοβαρό. Δὲν κάνεις καλὴ ἐντύπωση ἔτσι. Καὶ τί νομίζεις;
Κουτόχορτο τρῶνε; Εἶναι εἰδικοί. Σπουδαγμένοι, ρὲ παιδί μου,
πῶς τὸ λένε; Ψυχολόγοι φυσιογνωμιστές. Σὲ κόβουν μὲ τὴ μία,
τί μπάζα πιάνεις. Μιὰ ματιά τους ἴσον ἀκτινογραφία. Ἡ Ὄλγα τοῦ
ἔριξε τὴ δική της ματιά, ὅτι καὶ καλά, πάλι τὶς ὑπερβολὲς
ἄρχισες τώρα. «Ναί, ρὲ Ὀλγίτσα, ἀκτινογραφία! Καὶ λίγα λέω.
Εἰδικὰ αὐτὸς ὁ χτεσινὸς στὴ συνέντευξη δὲν παιζόταν, σοῦ λέω.
Μὲ κοίταζε σὰν σκάνερ, ὁ κερατάς!»
Μετροῦσε τὸν χρόνο μὲ τὰ βιογραφικά. Τέσσερις μῆνες,
πέντε μῆνες, ἕξι μῆνες. Κι ἐκεῖ ποὺ ἄρχιζε νὰ βαριεστᾶ καὶ νὰ
λέει τέρμα, δὲν ἔχει νόημα, καὶ σκεφτόταν τὸν ἑαυτό του στὸν
σταθμὸ τοῦ Μονάχου δίχως οὔτε μία γερμανικὴ λέξη —πιὸ ξένος
κι ἀπὸ ξένο—, νά σου καὶ σκάει τὸ τηλέφωνο γιὰ νέα συνέντευξη.
Στὴν ἀρχὴ σκέφτηκε νὰ μὴν πάει. Πῆγε ὅμως. Καὶ πῆγε χαλαρός.
Τόσο χαλαρὸς καὶ σίγουρος γιὰ τὴν ἀποτυχία, ποὺ τελικὰ πῆρε
τὴ θέση. Καλή. Κι ἂν σκεφτεῖς τί γίνεται γύρω, πολὺ καλή. Κι ὁ
ἐργοδότης καλός. Τυπικός. Καὶ καλοντυμένος. Κάθε μέρα καὶ μὲ
ἄλλο κοστούμι. Μόνο το παλτὸ ἦταν σταθερά το ἴδιο. Σεβιότ.
Σκοτσέζικο ὕφασμα, ἀκριβό, ὅμως στοὺς ὤμους ἡ σκόνη ἔκανε
πάρτι. Μικρὰ μικρὰ σωματίδια ποὺ βαρέθηκαν νὰ αἰωροῦνται
χωρὶς σκοπὸ καὶ ἀποφάσισαν νὰ θρονιαστοῦν πάνω στὸ μαῦρο
σκοτσέζικο ὕφασμα, περιμένοντας κάποιον μαθητευόμενο νὰ
τὰ ξεσκονίσει. Κάποιον ποὺ ἤθελε νὰ ἀνέβει. Νὰ πάει ψηλά.
«Ἔχετε λίγη σκόνη, κύριε Ἀνέστη.» Τώρα σκόνη ἢ πιτυρίδα,
λίγη σημασία εἶχε. Κέρδιζε ὅμως τὴν ἐμπιστοσύνη τοῦ
ἀφεντικοῦ. Λίγη προσαρμογὴ χρειαζόταν. Καὶ μιὰ μικρὴ
διόρθωση στὴν ἐμφάνιση. Δὲν ἤθελε νὰ μείνει μιὰ ζωὴ ἄπλυτος
φοιτητής. Στὴ δουλειὰ ὑπῆρχαν κανόνες. Κοστούμι, κούρεμα,
ξύρισμα, δηλαδὴ τὸ ἀκριβῶς ἀντίθετο τοῦ Ἀντώνη. Ἡ Ὄλγα τὰ
ἔβλεπε μὲ μισὸ μάτι αὐτά. Εἰδικὰ τὴ μέρα ποὺ ξυρίστηκε,
τρόμαξε νὰ τὸν ἀναγνωρίσει. Ἐκεῖνος τῆς τὸ ἐξήγησε. Ὅτι
σιγὰ τώρα, μιὰ φόρμα ἐργασίας εἶναι κι αὐτό. «Αὐτὸ σὲ πείραξε
τώρα; Μόλις τελειώνει ἡ δουλειά, βάζω ὅ,τι γουστάρω.» Ἐκείνη
τὸν κοίταξε. «Ναί, σίγουρα. Νὰ πάρεις καὶ μιὰ περούκα γιὰ τὶς
βραδινὲς ἐξόδους.»
Στὸ μεταξύ, ἡ σκόνη στὸ σεβιὸτ κάθε μέρα καὶ
περισσότερη. Πάφ, πάφ, πάφ! Ἔπεφτε στὸ πάτωμα. Τόσο πολλὴ
σκόνη! Ἡ στάθμη της ἀνέβαινε καθημερινά. Ὅσο οἱ
καθαρίστριες πάλευαν μαζί της, τόσο αὐτὴ θέριευε. Γιὰ λεφτὰ
δὲν εἶχε γίνει ἀκόμη λόγος, ἦταν πολὺ νωρὶς γιὰ τέτοια.
Κάνεις ἄσχημη ἐντύπωση ἂν ἀρχίσεις νὰ μιλᾶς ἀπὸ τὴν πρώτη
μέρα γι' αὐτὸ τὸ θέμα. Θὰ νομίσουν ὅτι ἔχεις τὸ μυαλό σου μόνο
στὸ χρῆμα, γι' αὐτὸ τὸ ἄφησε. Τὸ βασικὸ εἶναι ὅτι πῆρε τὴ
θέση. Οἱ δυὸ βδομάδες δοκιμαστικά. Ἄντε κι ἄλλες δυό, νὰ
μάθει τὴ δουλειά. Σύνολο τέσσερις. Μετὰ θὰ πληρωνόταν
κανονικά. Τὴν τρίτη βδομάδα κόπηκαν οἱ πολλὲς οἰκειότητες
μὲ τὸ ἀφεντικό. Καί, λίγο πρὶν συμπληρώσει μήνα, ἀπολύθηκε.
Ὕστερα ἄρχισαν ξανὰ τὰ βιογραφικά, ἦρθε ἄλλη δουλειά,
δὲν ἦταν ὅ,τι καλύτερο, ἔφυγε μόνος του, καινούργιο
βιογραφικό, καινούργια δουλειά. Οὔτε ἐκεῖ τὸν πλήρωναν.
Ξαναέφυγε μόνος του. Μετὰ ἔφυγε ἡ Ὄλγα. Ἔτσι ἁπλὰ ἔφυγε.
Μιὰ μέρα, ποὺ ἐκεῖνος γύρισε ἀπὸ τὴ δουλειά, βρῆκε τὸ σπίτι
ἄδειο. Ἔλειπαν καὶ τὰ πράγματά της. Ὁ Ἀντώνης ἄνοιξε τὸ
παράθυρο καὶ κοίταξε ἔξω. Μερικὰ παιδιὰ ἔπαιζαν κρυφτὸ στὸ
πεζοδρόμιο καὶ στὶς εἰσόδους τῶν πολυκατοικιῶν. Ἕνας
μπόμπιρας μὲ διαπεραστικὴ φωνὴ ἀνέβαινε τὶς πεντάδες ὡς τὸ
ἑκατό. «Πέντε - δέκα, δεκαπέντε - εἴκοσι, εἴκοσι πέντε -
τριάντα...» Καὶ μετά, γρήγορα, ὣς ποὺ νὰ πεῖς κύμινο, «ἐνενῆντα
πέντε - ἑκατό, φτοῦ καὶ βγαίνω». Μὲ τὸ πονηρό του βλέμμα
σκανάριζε τὶς κρυψῶνες. «Φτοῦ, Γιάννη- φτοῦ, Μαρία- φτοῦ,
Χρῆστο· φτοῦ, Ἀγαθή.»
Ὁ Ἀντώνης πῆγε ὣς τὴν κουζίνα νὰ προφτάσει τὸ τόστ, ποὺ
εἶχε ἀρχίσει νὰ καίγεται. Τὸ δάγκωσε προσεχτικὰ στὴν ἄκρη,
γιὰ νὰ μὴν καεῖ. Μετὰ ἔκανε μερικὰ ἀργὰ βήμαια πρὸς τὸ
παράθυρο καὶ κοίταξε ξανὰ ἔξω, κρατώντας στὸ δεξί του χέρι τὸ
τόστ σὰν λάφυρο ἢ σὰν νὰ ἤθελε νὰ τὸ δείξει κάπου. Γύρισε τὸ
βλέμμα του στὸ δάσος τῶν πολυκατοικιῶν, μὲ τὶς κεραῖες τῶν
τηλεοράσεων νὰ δείχνουν τὸν οὐρανό, μπαλκόνια καὶ παράθυρα,
πολλὰ παράθυρα. Ἦταν φοβερὸ ποὺ δὲν τὸ εἶχε προσέξει αὐτό,
πόσο πολλὰ παράθυρα ὑπῆρχαν ἐκεῖ ἔξω. Τὰ περισσότερα ἦταν
κλειστά. Τὰ περισσότερα, ἀλλὰ ὄχι ὅλα.
Οἱ φωνὲς τῶν παιδιῶν εἶχαν πάψει ἐντελῶς. Ὅλα ἔδειχναν
ὅτι τὸ κρυφτὸ εἶχε τελειώσει. Ὁ Ἀντώνης ἔσκυψε νὰ δεῖ τί
γίνεται, γιατί ὅλη αὐτὴ ἡ ἡσυχία, δίνοντας μιὰ μικρὴ κλίση
στὸ σῶμα του. Πέρασαν μερικὰ δευτερόλεπτα χωρὶς νὰ γίνει
κάτι, κι ἔπειτα ἐντελῶς ἀπροσδόκητα ἀκούστηκε μιὰ δυνατὴ
φωνή, σὰν κραυγὴ θριάμβου: «Φτοῦ, ξελευτε-ρίαααα»! Μιὰ μικρὴ
μὲ κατσαρὰ μαῦρα μαλλιά, δηλαδὴ ὅπως περίπου θὰ ἦταν ἡ Ὄλγα
στὰ μικράτα της, τὰ εἶχε καταφέρει. Χοροπηδοῦσε τώρα γύρω
ἀπὸ τὸν μπάστακα καὶ μαζί της χοροπηδοῦσαν ὅλοι οἱ
ξελευτερωμένοι.Ἦταν πολλοί. Καὶ ὁλοένα ἔβγαιναν ἀπὸ πόρτες
κι ἀπὸ μικρά, κρυφὰ δρομάκια. Μὰ καλά, ποῦ ἦταν ὅλοι αὐτοί;
Στὴν ἀρχὴ ἦταν μόνο πιτσιρίκια. Ἔπειτα ἔβγαιναν καὶ μεγάλοι,
μερικοὶ κρατοῦσαν ἕνα μισοδαγκωμένο τόστ στὸ χέρι. Ὅλες οἱ
ἡλικίες. Ἕνα ἀπίστευτο πανδαιμόνιο.
Χωρὶς νὰ καταλάβει πῶς, ἔτρεξε στὴν πόρτα καὶ
κατρακύλησε στὶς σκάλες πρὸς τὸ ἰσόγειο. Στὸν καθρέφτη τῆς
εἰσόδου εἶδε τὸν ἑαυτό του ἀξύριστο κι ἀναμαλλιασμένο.
Ἔπιασε τὸ κρύο πόμολο τῆς πόρτας, τὸ γύρισε καὶ τὴν ἄνοιξε.
Βγῆκε στὸν δρόμο.
Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Ἀμφίβια τέρατα. Ἱστορίες στὸν δρόμο γιὰ τὴ λίμνη (Μεταίχμιο, 2020).
Κώστας Ποῦλος.
Γεννήθηκε στὸν Ἐλικώνα τῆς Βοιωτίας. Σπούδασε Φιλολογία,
Φιλοσοφία καὶ Ἱστορία στὴν Ἀθήνα καὶ στὴ Γερμανία. Ἔχει
γράψει, μεταφράσει καὶ διασκευάσει πλῆθος βιβλίων γιὰ
μεγάλους καὶ κυρίως γιὰ παιδιά. Ἔργα του ἔχουν λάβει
τιμητικὲς διακρίσεις (κρατικὸ βραβεῖο παιδικοῦ
λογοτεχνικοῦ βιβλίου) ἢ ἔχουν μεταφραστεῖ σὲ ἄλλες γλῶσσες.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου