
Ἔρνεστ Χέμινγουεϊ (Ernest Hemingway)
Τό Τέλος Κάποιου Πράγματος
(The End of Something)
ΤΑ
ΠΑΛΙΑ ΧΡΟΝΙΑ τό Χόρτονς Μπέϊ ἦταν μιά πόλη ξυλείας. Κανένας ἀπ’
ὅσους ζοῦσαν ἐκεῖ δέν μποροῦσε νά μήν ἀκούει τόν ἦχο ἀπό τά μεγάλα
πριόνια στό ἐργοστάσιο δίπλα στή λίμνη. Ὅμως κάποια χρονιά
ἔπαψαν πλέον νά ὑπάρχουν κορμοί γιά ὑλοτόμηση. Τά ἱστιοφόρα πού
μετέφεραν τήν ξυλεία ἦρθαν στόν κόλπο καί φορτώθηκαν μέ τά
προϊόντα τοῦ πριονιστηρίου, τά ὁποῖα ἦσαν στοιβαγμένα στήν
αὐλή. Ὅλοι οἱ σωροί τῆς ξυλείας ἀπομακρύθηκαν. Τό μεγάλο
ἐργοστάσιο ἀπογυμνώθηκε ἀπ’ ὅλα ἐκεῖνα τά ἐξαρτήματα πού
μποροῦσαν ν’ ἀφαιρεθοῦν, κι οἱ ἐργάτες τά φόρτωσαν σ’ ἕνα ἀπό τά
ἱστιοφόρα. Ἡ σκούνα ἀπομακρύνθηκε ἀπό τόν κόλπο πρός τήν
ἀνοιχτή λίμνη, μεταφέροντας τά δυό μεγάλα πριόνια, τό
βαγονέτο πού ἔριχνε τούς κορμούς πάνω στά περιστρεφόμενα,
κυκλικά πριόνια καί ὅλους τούς κυλίνδρους, τούς τροχούς, τούς
ἱμάντες καί τά σιδερένια ἐξαρτήματα, τά πάντα φορτώθηκαν
πάνω σ’ ἕνα κύτος γεμάτο ξυλεία. Τό ἀνοιχτό του ἀμπάρι
καλύφθηκε μέ καραβόπανο πού τὄδεσαν σφιχτά, οἱ ναύτες
ἄνοιξαν τά πανιά πού φούσκωσαν κι ἡ σκούνα βγῆκε στήν ἀνοιχτή
λίμνη, μεταφέροντας μαζί της ὅ,τι εἶχε κάνει τό ἐργοστάσιο
ἐργοστάσιο καί τό Χόρτονς Μπέϊ πόλη.
Οἱ μονώροφοι κοιτῶνες, τά μαγειρεῖα, τό κατάστημα τῆς
ἑταιρείας, τά γραφεῖα τοῦ ἐργοστασίου καί τό ἴδιο τό
ἐργοστάσιο ἔστεκαν ἔρημα πάνω σέ στρέμματα πριονιδιοῦ πού
κάλυπταν τό ἑλῶδες λιβάδι δίπλα στήν ἀκτή τοῦ κόλπου.
Δέκα χρόνια ἀργότερα δέν εἶχε ἀπομείνει τίποτα ἀπό τό
ἐργοστάσιο ἐκτός ἀπό τά σπασμένα λευκά ἀσβεστολιθικά
πετρώματα τῶν θεμελίων του πού πρόβαλλαν μές ἀπό τή βαλτώδη
δεύτερη φυσική ἀναγέννηση τῆς βλάστησης καθώς ὁ Νίκ καί ἡ
Μάρτζορι κωπηλατοῦσαν κατά μῆκος τῆς ἀκτῆς. Ψάρευαν μέ συρτή
στό κανάλι, στήν ἄκρη τῆς ὄχθης, ὅπου ὁ βυθός ξαφνικά ἀπό τ’
ἀμμώδη ρηχά νερά κατέβαινε στά δώδεκα πόδια σκοτεινοῦ
νεροῦ. Ψάρευαν πηγαίνοντας νά στήσουν τίς βραδινές πετονιές
γιά τίς μεγάλες πέστροφες ρέϊνμποου(1).
«Νά τό παλιό μας ἐρείπιο, Νίκ», εἶπε ἡ Μάρτζορι.
Ὁ Νίκ, κωπηλατώντας, κοίταξε τήν λευκή πέτρα ἀνάμεσα στά πράσινα δέντρα.
«Νά’ το», εἶπε.
«Μπορεῖς νά τό θυμηθεῖς ὅταν ἦταν ἐργοστάσιο;», ρώτησε ἡ Μάρτζορι.
«Μόλις πού τό θυμᾶμαι», εἶπε ὁ Νίκ.
«Μοιάζει περισσότερο μέ κάστρο», εἶπε ἡ Μάρτζορι.
Ὁ Νίκ δέν ἀπάντησε. Συνέχισαν κωπηλατώντας ὥσπου τό
ἐργοστάσιο χάθηκε ἀπό τ’ ὀπτικό τους πεδίο, ἀκολουθώντας τήν
ἀκτογραμμή. Τότε ὁ Νίκ βγῆκε ἀπό τά ὅρια τοῦ κόλπου.
«Δέν τσιμπᾶνε», εἶπε.
«Ὄχι», εἶπε ἡ Μάρτζορι. Ἦταν ἐπικεντρωμένη στό καλάμι ὅλη
τήν ὥρα τοῦ ψαρέματος, ἀκόμη κι ὅταν μιλοῦσε. Τῆς ἄρεσε νά
ψαρεύει. Τῆς ἄρεσε νά ψαρεύει μέ τόν Νίκ.
Κοντά στή βάρκα μιά μεγάλη πέστροφα ἔσπασε τήν ἐπιφάνεια
τοῦ νεροῦ. Ὁ Νίκ τράβηξε δυνατά τό ἕνα κουπί γιά νά στρίψει ἡ
βάρκα καί νά περάσει τό δόλωμα πού ἔσερνε μακριά πίσω ἀπό τό
σημεῖο πού ἔτρωγε ἡ πέστροφα. Καθώς ἡ ράχη τοῦ ψαριοῦ βγῆκε ἔξω
ἀπό τό νερό, τά μικρά ψαράκια πήδησαν μέ σφοδρότητα. Ψέκασαν
τήν ἐπιφάνεια ὅπως μιά χούφτα σκάγια πού ρίχνονται στό νερό. Κι
ἄλλη μιά πέστροφα ἔσπασε τό νερό, ἀπό τήν ἄλλη πλευρά τῆς
βάρκας.
«Τρῶνε», εἶπε ἡ Μάρτζορι.
«Ἀλλά δέν τσιμπᾶνε», εἶπε ὁ Νίκ.
Γύρισε τή βάρκα γιά νά ξαναπεράσουν ἀπό τά σημεῖα πού
ἔβλεπαν τά ψάρια νά τρέφονται καί μετά τήν κατεύθυνε πρός τό
ἀκρωτήρι. Ἡ Μάρτζορι δέν μάζεψε τήν πετονιά στό καρούλι ὥσπου ἡ
βάρκα ἄγγιξε τήν ὄχθη.
Τράβηξαν τή βάρκα στήν παραλία κι ὁ Νίκ ἔβγαλε ἕναν κουβά
μέ ζωντανές πέρκες. Οἱ πέρκες κολυμποῦσαν στό νερό. Ὁ Νίκ
ἔπιασε τρεῖς μέ τά χέρια, τους ἔκοψε τά κεφάλια καί τίς ἔγδαρε ἐνῶ
ἡ Μάρτζορι ψαχούλευε μές στόν κουβά, καί τελικά ἔπιασε μιά
πέρκα, τῆς ἔκοψε τό κεφάλι καί τήν ἔγδαρε.
Ὁ Νίκ κοίταξε τό ψάρι της.
«Δέν θέλεις ν’ ἀφαιρέσεις τό πτερύγιο τῆς κοιλιᾶς», εἶπε.
«Θά εἶναι μιά χαρά γιά δόλωμα, ἀλλά μᾶλλον καλλίτερα νά τό
ἀφήσεις.»
Πέρασε κάθε γδαρμένη πέρκα ἀπό τήν οὐρά σ’ ἕνα ἀγκίστρι.
Ὑπῆρχαν δυό ἀγκίστρια πιασμένα σέ κάθε πετονιά. Ὕστερα ἡ
Μάρτζορι κωπηλατώντας ἔβγαλε τή βάρκα ἔξω πέρα ἀπό τήν ὄχθη τοῦ
καναλιοῦ, κρατώντας τήν πετονιά στά δόντια της καί
κοιτάζοντας πρός τόν Νίκ, ὁ ὁποῖος στεκόταν στήν ὄχθη βαστώντας
τό καλάμι κι ἀφήνοντας τήν πετονιά νά ξετυλιχθεῖ ἀπό τό
καρούλι.
«Αὐτό εἶναι σωστό», τῆς φώναξε.
«Νά τό ἀφήσω νά πέσει;» ἀπάντησε ἡ Μάρτζορι, κρατώντας τήν πετονιά στό χέρι της.
«Ναί, ἄφησέ το.» Ἡ Μάρτζορι ἄφησε τήν πετονιά στό νερό καί παρακολούθησε τά δολώματα νά βυθίζονται.
Γύρισε μέ τή βάρκα κι ἔβαλε καί δεύτερη πετονιά μέ τόν
ἴδιο τρόπο. Κάθε φορά ὁ Νίκ τοποθετοῦσε πάνω στή βάση τοῦ
καλαμιοῦ ἕνα μεγάλο ξύλο γιά νά τό κρατάει σταθερό καί τό
στήριζε ὑπό γωνία μέ μιά μικρή πλάκα. Μαζεύοντας στό καρούλι
τή χαλαρή πετονιά τήν τέντωνε ὥσπου τό δόλωμα ἀκουμποῦσε στόν
ἀμμώδη βυθό τοῦ καναλιοῦ κι ἐνεργοποιοῦσε τό «κλίκ» τοῦ
καρουλιοῦ.
Ἡ Μάρτζορι κωπηλάτησε ὥς λίγο πιό πέρα ἀπό τό ἀκρωτήρι
γιά νά μήν ἐνοχλήσει τίς πετονιές. Ἔσπρωξε δυνατά τά κουπιά κι ἡ
βάρκα ἀνέβηκε στήν παραλία. Μικρά κύματα ἦρθαν μαζί της. Ἡ
Μάρτζορι βγῆκε ἀπό τή βάρκα κι ὁ Νίκ τήν τράβηξε ἀκόμη πιό ψηλά
στήν ὄχθη.
«Τί συμβαίνει, Νίκ;» ρώτησε ἡ Μάρτζορι.
«Δέν ξέρω», εἶπε ὁ Νίκ, μαζεύοντας ξύλα γιά φωτιά.
Ἄναψαν φωτιά μέ ξεβρασμένα ξύλα. Ἡ Μάρτζορι πῆγε στή
βάρκα κι ἔφερε μιά κουβέρτα. Τό βραδινό ἀεράκι ἔσπρωχνε τόν
καπνό πρός τό ἀκρωτήρι, κι ἔτσι ἡ Μάρτζορι ἔστρωσε τήν κουβέρτα
ἀνάμεσα στή φωτιά καί τή λίμνη.
Ἡ Μάρτζορι κάθισε στήν κουβέρτα μέ τήν πλάτη στή φωτιά καί
περίμενε τόν Νίκ. Ἐκεῖνος ἦρθε καί κάθισε δίπλα της. Πίσω τους
ἦταν τό πυκνό ἀναγεννημένο δάσος τοῦ ἀκρωτηρίου καί μπροστά
τους ὁ κόλπος μέ τό στόμιο τοῦ Χόρτονς Κρήκ. Δέν ἦταν τελείως
σκοτεινά. Τό φῶς τῆς φωτιᾶς ἔφτανε ὥς τό νερό. Μποροῦσαν κι οἱ
δύο νά βλέπουν τίς δυό μεταλλικές πετονιές πού ἔγερναν πάνω ἀπό
τό σκοτεινό νερό. Ἡ φωτιά λαμπύριζε στά καρούλια τῶν
καλαμιῶν.
Ἡ Μάρτζορι ἄνοιξε τό καλάθι μέ τό βραδινό.
«Δέν πεινάω», εἶπε ὁ Νίκ.
«Ἔλα, φάε κάτι, Νίκ.»
«Καλά.»
Ἔφαγαν χωρίς νά μιλᾶν, παρακολουθώντας τίς δυό πετονιές καί τίς ἀντανακλάσεις τῆς φωτιᾶς στό νερό.
«Θἄχει φεγγάρι ἀπόψε», εἶπε ὁ Νίκ. Κοίταξε πρός τούς
λόφους πού ἦσαν ἀπέναντι ἀπό τόν κόλπο, κι οἱ ὁποῖοι ἄρχισαν νά
διαγράφονται πιό καθαρά κάτω ἀπό τόν οὐρανό. Ἤξερε πώς τό
φεγγάρι θ’ ἀναδυόταν πίσω ἀπό τούς λόφους.
«Τό ξέρω», εἶπε χαρούμενη ἡ Μάρτζορι.
«Ὅλα τά ξέρεις», εἶπε ὁ Νίκ.
«Ὤ, Νίκ, κόφτο σέ παρακαλῶ! Σέ παρακαλῶ μήν εἶσαι ἔτσι!»
«Δέν μπορῶ νά τό ἐλέγξω», εἶπε ὁ Νίκ. «Τά ξέρεις ὅλα. Αὐτό εἶναι τό πρόβλημα. Τό ξέρεις ὅτι τά ξέρεις.»
Ἡ Μάρτζορι δέν εἶπε τίποτα.
«Στἄχω μάθει ὅλα. Τό ξέρεις. Τί δέν ξέρεις πιά;»
«Ὤχ, σκάσε», εἶπε ἡ Μάρτζορι. «Νά τό φεγγάρι.»
Κάθισαν στήν κουβέρτα χωρίς ν’ ἀγγίζουν ὁ ἕνας τόν ἄλλον καί κοίταζαν τό φεγγάρι πού ἀνέτειλε.
«Δέν χρειάζεται νά λές ἀνοησίες», εἶπε ἡ Μάρτζορι. «Τί τρέχει στ’ ἀλήθεια;»
«Δέν ξέρω.»
«Φυσικά καί ξέρεις.»
«Ὄχι, δέν ξέρω.»
«Ἔλα λοιπόν, πές το.»
Ὁ Νίκ κοίταζε τό φεγγάρι πού ἀνέβαινε πάνω ἀπό τούς λόφους.
«Δέν εἶναι πιά διασκεδαστικό.»
Φοβόταν νά κοιτάξει τήν Μάρτζορι. Μετά τήν κοίταξε.
Καθόταν ἐκεῖ μέ τήν πλάτη γυρισμένη σ’ αὐτόν. Κοίταξε τήν
πλάτη της. «Δέν εἶναι πλέον διασκεδαστικό. Τίποτε ἀπ’ ὅλα
αὐτά.»
Ἐκείνη δέν εἶπε τίποτα. Αὐτός συνέχισε. «Νιώθω σάν μέσα
μου ὅλα νἄχουνε πάει κατά διαόλου. Δέν ξέρω Μάρτζ. Δέν ξέρω τί
νά πῶ.»
Κοίταξε τήν πλάτη της.
«Δέν εἶναι διασκεδαστικός ὁ ἔρωτας;» εἶπε ἡ Μάρτζορι.
«Ὄχι», εἶπε ὁ Νίκ. Ἡ Μάρτζορι σηκώθηκε. Ὁ Νίκ καθόταν ἐκεῖ μέ τό κεφάλι στά χέρια του.
«Πάω νά πάρω τή βάρκα», τοῦ φώναξε. «Ἐσύ μπορεῖς νά γυρίσεις περπατώντας ἀπό τό ἀκρωτήρι.»
«Ἐντάξει», εἶπε ὁ Νίκ. «Θά σοῦ σπρώξω τή βάρκα νά φύγεις.»
«Δέν χρειάζεται», τοῦ εἶπε. Ἦταν ἤδη μέσα στή βάρκα πού
ἐπέπλεε μέ τό φῶς τοῦ φεγγαριοῦ πάνω της. Ὁ Νίκ γύρισε πίσω καί
ξάπλωσε μέ τό πρόσωπο μές στήν κουβέρτα δίπλα στή φωτιά.
Μποροῦσε ν’ ἀκούει τήν Μάρτζορι νά κωπηλατεῖ στό νερό.
Ἔμεινε ξαπλωμένος ἐκεῖ γιά πολλή ὥρα. Ἔμεινε ὥσπου ἄκουσε
τόν Μπίλ νἄρχεται στό ξέφωτο περπατώντας μές ἀπό τό δάσος.
Ἔνιωσε τόν Μπίλ νά πλησιάζει στή φωτιά. Ὁ Μπίλ οὔτε πού τόν
ἄγγιξε.
«Ἔφυγε καλά;» εἶπε ὁ Μπίλ.
«Ναί», εἶπε ὁ Νίκ ψέματα, μέ τό πρόσωπό του στήν κουβέρτα.
«Ἔγινε καυγάς;»
«Ὄχι, κανένας καυγάς δέν ἔγινε.»
«Πῶς νιώθεις;»
«Ἄχ, παράτα με, Μπίλ! Φύγε κι ἄσε με γιά λίγο μόνο μου.»
Ὁ Μπίλ πῆρε ἕνα σάντουιτς ἀπό τό καλάθι τοῦ βραδινοῦ καί πῆγε νά κοιτάξει τίς πετονιές.
Σημ.τ.μ.:
(1) Ἰριδίζουσα πέστροφα.
Ἐπιστημονικὴ ὀνομασία: Oncorhynchus mykiss Ἀνήκει στὴν
οἰκογένεια τῶν σαλμονιδῶν (Salmonidae), ὅπως καὶ ὁ σολομός.
Εἶναι γνωστή γιὰ τὰ ἔντονα χρώματά της, μὲ χαρακτηριστικὴ
ἰριδίζουσα λωρίδα στὰ πλευρά της.

Πηγή:
&
The Complete Short Stories of Ernest Hemingway, Forew. by John, Patrick and Gregory Hemingway. Preface by Charles Scribner, Simon & Schuster, Νοέμβριος 1997 (pdf)
Τό διήγημα «The End of Something» περιλαμβάνεται στή συλλογή In Our Time καί δημοσιεύτηκε στή Νέα Ὑόρκη τό 1925 ἀπό τόν Ἐκδοτικό Οἶκο Boni & Liveright.
Ἔρνεστ Χέμινγουέϊ (Ernest Hemingway, 1899-1961):
Ὁ Ἔρνεστ Χέμινγουέϊ ὑπῆρξε ἕνας ἀπό τούς σημαντικότερους
πεζογράφους τοῦ 20οῦ αἰώνα, βραβευμένος μέ τό βραβεῖο Νόμπελ
(1954). Τό ἔργο του ἐπηρέασε καί συνεχίζει νά ἐπηρεάζει
ἀναρίθμητους συγγραφεῖς τόσο στή γενέτειρά του, τίς ΗΠΑ, ὅσο
καί στόν ὑπόλοιπο κόσμο. Ὁρισμένα ἀπό τά γνωστότερα
μυθιστορήματά του εἶναι Ὁ Γέρος καί ἡ θάλασσα (The old man and the sea, 1951), Ἀποχαιρετισμός στά ὅπλα (A farewell to arms, 1929), Γιά ποιόν χτυπᾶ ἡ καμπάνα (For whom the bell tolls, 1940), Ὁ ἥλιος ἀνατέλλει ξανά (The sun also rises, 1926) κ.ἄ. Μεγάλο μέρος τοῦ ἔργου του ἔχει μεταφραστεῖ στά ἑλληνικά. Δεῖτε καί τό ἀφιέρωμα τοῦ ἱστολογίου μας στόν συγγραφέα πού ἐπιμελήθηκε ἡ Νατάσα Κεσμέτη.
Μετάφραση ἀπό τά ἀγγλικά:
Νατάσα Ζαχαροπούλου (1961): Σπούδασε Δημοσιογραφία. Πρωτοεμφανίστηκε μέ τή συλλογή ποιημάτων Νά σ’ ἔχω (1995) καί τή συλλογή διηγημάτων Κι ἄς μέ ταξιδεύεις ὅπου (1995). Τελευταῖα της βιβλία: Πρόσωπα στό Νερό (Μυθιστόρημα, 2013) & Πετώντας μ’ ἕνα drone
(Διηγήματα, 2019). Ποιήματα, διηγήματα καί μεταφράσεις
της δημοσιεύονται σέ ἔντυπα καί ἠλεκτρονικά περιοδικά.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου