Από τον έγκριτο αμερικανικό εκδοτικό οίκο Manhattan Book Group κυκλοφόρησε πρόσφατα, στην αγγλική γλώσσα, το βιβλίο της Μαρίλλης Διαμαντή «Ο Επιζών – Μια δεύτερη ευκαιρία» με τίτλο «Second Chance».
Το βιβλίο
κυκλοφορεί στην Ελλάδα σε δεύτερη έκδοση από τις Εκδόσεις Αγγελάκη και αφηγείται
την απίθανη, αληθινή ιστορία του Παύλου και της οικογένειάς του, οι οποίοι αντιστάθηκαν
στις δυνάμεις Κατοχής κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μέσα στη σκοτεινότερη
περίοδο της ανθρωπότητας, η οικογένεια πολέμησε ενωμένη — ο Παύλος μαζί με τα
αδέρφια του, την Κατίνα, τον Χρήστο, τον Θεόδωρο και τον Ευθύμιο — μέχρι τη
στιγμή που η μοίρα τούς έφερε αντιμέτωπους με το εκτελεστικό απόσπασμα.
Ο Παύλος
επέζησε από θαύμα, ακόμη και μετά τη χαριστική βολή, παραμένοντας ο μοναδικός
επιζών μιας οικογένειας που σφραγίστηκε από την τραγωδία. Μέσα από τα μάτια της
κόρης του, ο αναγνώστης γίνεται μάρτυρας μιας ιστορίας που ξεπερνά τα όρια της
ανθρώπινης αντοχής και φωτίζει τη δύναμη της μνήμης, της αγάπης και της
επιβίωσης.



.jpg)

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ
ἀποθέτει τὴν ἰδέα ἐπάνω στὸ μαρμάρινο τραπέζι τοῦ καφενείου.
Ὥρα πολλὴ παρατηρεί: ἀξιοποιεῖ τὸ χρόνο ποὺ τὸ ποτήρι —ὁ
φακός, μὲ τὸν ὅποιο θὰ ἐξετάσει τὸν ἀσθενῆ— δὲν βρίσκεται ἀκόμα
μπροστά του. Βγάζει μετὰ διαδοχικὰ τὰ ἰατρικά του ἐργαλεῖα:
στυλό, μολύβι καὶ πίπα! Τὸ πλῆθος τῶν θαμώνων συνθέτει,
ἀμφιθεατρικὰ παρατεταγμένο, τὴν ὁμάδα τῶν εἰδικευόμενων
γιατρῶν. Ὁ καφές, ποὺ τὸν ἔχει σερβίρει καὶ ἀπολαύσει
προνοητικά, χώνει τὴ σκέψη κάτω ἀπ' τὸ χλωροφόρμιο. Τὸ τί ἔχει
αὐτὴ στὸ νοῦ της δὲν ἔχει παραπάνω σχέση μὲ τὴν ἴδια τὴν ὑπόθεση
ἀπ' ὅσην ἔχει τὸ ὄνειρο τοῦ ναρκωμένου μὲ τὴ χειρουργικὴ
ἐπέμβαση. Οἱ προσεχτικὲς χαράξεις τῆς γραφῆς κάνουν τομές, στὸ
ἐσωτερικὸ ὁ χειρουργὸς μετακινεῖ κάποιους τόνους, ἀφαιρεῖ
καυτηριάζοντας τὰ σαρκώματα τῶν λέξεων καὶ παρεμβάλλει μιὰ
ξένη λέξη ὡς ἀσημένιο πλευρό. Τελικὰ τοῦ τὰ συρράπτει ὅλα μὲ
λεπτὲς βελονιὲς σὲ ἀντίστιξη, καὶ πληρώνει τὸν βοηθό του, τὸ
γκαρσόνι, σὲ μετρητά.





ΓΑΛΕ
ΜΕ ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ» μοῦ εἶπε, «γιὰ νὰ θυμᾶσαι». Ὁ Μάξι —ἀπὸ τὸ
Μαξιμίλιαν— καθηγητὴς φυσικῆς ἀγωγῆς στὸ σχολεῖο, κάλυπτε
προσωρινὰ ἕνα κενὸ μερικῶν ὡρῶν ποὺ προέκυψε, λόγῳ ἀσθένειας
μιᾶς συναδέλφου. Εἶχε βγεῖ στὴ σύνταξη πρὶν μερικὰ χρόνια, τὰ
παιδιά του ἦταν μεγάλα καὶ ἐργάζονταν στὸ ἐξωτερικό. Πολὺ
ζεστὸς ἄνθρωπος. Ἤξερε σπαστὰ τὰ Ἑλληνικὰ καὶ ἤπιαμε καφὲ μιὰ
δυὸ φορὲς στὸ καφενεῖο κοντὰ στὸ σχολεῖο, λέγοντας ὁ καθένας τὰ
δικά του. Κάπνιζε πάρα πολύ, γιαυτό στὸ καφενεῖο καὶ τὸν
χειμῶνα καθόταν ἔξω. Πόζαρε χαμογελῶντας καὶ κρατῶντας μὲ τὸ
δεξί του χέρι τὸ πακέτο τῶν τσιγάρων, ἔτσι ὥστε νὰ φαίνεται
καθαρὰ τὸ χρῶμα. «Δύο κουτιά, σὲ παρακαλῶ» πρόσθεσε.

ΤΑΝ
ὁ Γαλανάκης ὁ φτωχὸς μὲ τὰ σκυλίσια μάτια καὶ τὸ στενὸ
κούτελο, ποὺ κοίταζε γύρω τριγύρω πιστεύοντας πὼς ὅλοι θέλαν
τὸ κακό του καὶ τοῦ 'στηναν παγίδες. Ἦταν ὁ θεόρατος Εὐτύχης,
μὲ κάτι φαβορίτες σὰν ἥρωας τοῦ Ντίκενς, ποὺ ἐρχόταν τὰ
μεσημέρια τῶν γιορτῶν κάτω ἀπ' τὰ μπαλκόνια μας καὶ οὔρλιαζε
«πούστηδες, ἐσεῖς τρῶτε, πίνετε καὶ γαμάτε, καὶ τὸν φουκαρᾶ τὸν
Εὐτύχη κανένας δὲν τὸν σκέφτεται». Ἦταν ὁ Παναγιώτης, ποὺ μᾶς
ἔδειχνε τὸ πουλί του μὲ μάτια ποὺ λαμπύριζαν κι ὕστερα ἄρχιζε
νὰ τὸ παίζει, ὥσπου νὰ ὁρμήσουμε πάνω του φωνάζοντας «μπούγιο».
Ἦταν ἡ ρέγκα ὁ Ἀλέκος, ποὺ νόμιζε πὼς ἦταν ὁ ναύαρχος τοῦ NΑΤΟ
Ὁράτιος Ριβέρο, κι ὅλο μᾶς ἀνακοίνωνε τὴν ἔκβαση τῶν ραντεβοῦ
ποὺ εἶχε κλείσει μὲ νεκροὺς καὶ ζωντανοὺς ἡγέτες.


