Μετά τη θερμή αποδοχή από κοινό και κριτικούς, η παράσταση των Δημήτρη Καρατζιά - Μάνου Αντωνιάδη «Σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν» (They Shoot Horses, Don't They?), βασισμένη στην συγκλονιστική νουβέλα του Horace McCoy, συνεχίζεται μέχρι την Κυριακή των Βαΐων (5/04) κάθε Σάββατο και Κυριακή στις 20:30 στο θέατρο Εν Αθήναις.
Με εκτίμηση
Δημήτρης Καρατζιάς (6945993870)
Νταίζη Λεμπέση (επικοινωνία παράστασης)
Κ. 690 8502631,
e-mail: daisylempesi@hotmail.gr
Υ.Γ: Για να παρακολουθήσετε την παράσταση, συνεντεύξεις από τους συντελεστές ή οτιδήποτε χρειαστείτε μη διστάσετε να επικοινωνήσετε μαζί μας
Μετά τη θερμή αποδοχή από κοινό και κριτικούς,
η παράσταση
των
Δημήτρη Καρατζιά - Μάνου Αντωνιάδη
«Σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν»
βασισμένη στην νουβέλα του Horace McCoy,
συνεχίζεται
μέχρι
την Κυριακή των Βαΐων
κάθε
Σάββατο και Κυριακή στις 20:30 στο θέατρο Εν Αθήναις,
Μετά τη θερμή αποδοχή από κοινό και κριτικούς, η παράσταση των Δημήτρη Καρατζιά - Μάνου Αντωνιάδη «Σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν» (They Shoot Horses, Don't They?), βασισμένη στην συγκλονιστική νουβέλα του Horace McCoy, συνεχίζεται μέχρι την Κυριακή των Βαΐων (5/04) κάθε Σάββατο και Κυριακή στις 20:30 στο θέατρο Εν Αθήναις.
Λίγα λόγια για το Έργο:
1932, στην «Αμερική της Μεγάλης Ύφεσης*». Σε μια αποβάθρα αναψυχής, στη Σάντα Μόνικα της Καλιφόρνια, δίπλα στο Χόλιγουντ, ένας ακόμη «μαραθώνιος χορού*» ξεκινάει. Δεκάδες νέοι, φτωχοί, άνεργοι και άστεγοι, θύματα της κρίσης που μαστίζει τη χώρα, διεκδικούν μια θέση. Κίνητρο το μεγάλο έπαθλο αλλά και η δωρεάν διαμονή και διατροφή για όσο κρατήσει ο χορός. Στόχος ένα καλύτερο μέλλον, μια πιο ανθρώπινη ζωή και γιατί όχι, μια καριέρα στον κινηματογράφο. Το Αμερικάνικο όνειρο!




ΙΜΑΙ
ΚΟΥΡΑΣΜΕΝΗ. Στό τέλος αὐτῶν τῶν χρόνων εἶμαι πολύ κουρασμένη·
ἔχω μελετήσει στά βιβλία τίς γλῶσσες τῶν ζωντανῶν κι ἐκείνων πού
ὀνομάζουμε νεκρές. Νωρίς, στή φρεσκάδα τοῦ πρωϊνοῦ,
βυθιζόμουν μελετώντας τά βιβλία, ἀλλά καί καθ’ ὅλη τήν ἡμέρα
ὅσο ἔλαμπε ὁ ἥλιος· καί τή νύχτα, ὅταν ἦταν ἀστερόεσσα, ἄναβα τή
λάμπα τοῦ λαδιοῦ κι ἔπεφτα στή μελέτη. Τώρα ὁ νοῦς μου εἶναι
ἐξαντλημένος κι ἐπιθυμῶ ν’ ἀναπαυθῶ.

ΡΙΣΚΟΜΟΥΝ
σὲ ἀπόγνωση, γιατὶ παρὰ τὶς προσπάθειές μου δὲν κατάφερνα νὰ
βρῶ δουλειά. Κόντευε ἕνας ὁλόκληρος χρόνος ἀπὸ τὴν ἡμέρα ποὺ εἶχα
γυρίσει ἀπὸ τὶς σπουδές μου καὶ βρισκόμουν σὲ μαύρη ἀπελπισία.
Ὅπου καὶ νὰ πήγαινα, μὲ ἔβρισκαν εἴτε ἀκατάλληλο εἴτε
ἀνειδίκευτο. Τὸ ὄνομά μου, βέβαια, συμπεριλαμβανόταν στὶς
λίστες γιὰ διορισμὸ στὸ δημόσιο ἀλλά, σύμφωνα μὲ τοὺς
ὑπολογισμούς μου, μέχρι νὰ διοριστῶ θὰ περνοῦσαν σαράντα δύο
χρόνια. Ζῆσε Μάη μου νὰ φᾶς τριφύλλι, δηλαδή. Τὴν ἔβγαζα στὸ
κατάστημα ἑνὸς ξαδέλφου μου βοηθῶντας τὸν λίγο καὶ
παρατηρῶντας τὴν κίνηση στὴ λεωφόρο. Ἔτσι περνοῦσαν οἱ μέρες
μου.


ΤΟ
ΠΑΛΙΟ ΣΠΙΤΙ εἴχαμε κοτέτσι ἔξω στὴν αὐλή. Μιὰ κότα, κάθε πρωΐ,
μόλις καταλάβαινε πὼς εἴχαμε ξυπνήσει, ὁρμοῦσε μὲ μανία
πάνω στὴν πόρτα, ραμφίζοντάς την, κακαρίζοντας καὶ χτυπῶντας
τὰ φτερά της, γιὰ νὰ τῆς ρίξουμε τὸ καλαμπόκι. Ἦταν, ἡ
ἀφιλότιμη, πετσὶ καὶ κόκαλο, σὰν ξωτικό, ξεμαλλιασμένη
μάγισσα, μὲ κιτρινόασπρα φτερά. Τὴν λέγαμε Παρτάλω. Ἔτρωγε,
ἔτρωγε καὶ τίποτε δὲν ἔδινε. Ὅταν τέλος τὴν σφάξαμε, τὸ κρέας
της δὲν ἔβραζε. Ὅπως καὶ μερικοὶ ἐξ ἡμῶν, ἦταν μόνο γιὰ τὸ λαβεῖν
καὶ ὄχι γιὰ τὸ δοῦναι.
