Η ένταξη του Ολύμπου από την UNESCO στον κατάλογο της Παγκόσμιας Κληρονομιάς αποτελεί επιβεβαίωση του κύρους ενός βουνού που με σύγχρονους όρους βρίσκεται κοντά στα ορειβατικά πρότυπα. Από την κυβέρνηση έχουμε θριαμβολογίες, όμως από την άλλη πλευρά περισσεύουν οι αναφορές σε μέτρα που μέχρι στιγμής δεν πάρθηκαν και που στοιχειοθετούν ανεπαρκή προστασία.
Ο Όλυμπος έχει κηρυχθεί εθνικός δρυμός από το 1938, έχει προταθεί για τη δημιουργία μιας αρχαίας πόλης από τον επιχειρηματία Πισάνο, έχει υποστεί τον κατατρεγμό ιδιωτών από διάφορες επεμβάσεις στην περίμετρό του. Μάλιστα, την τελευταία περίοδο (2010-2012) προκάλεσε την παρέμβαση της Εθελοντικής Ομάδας Δράσης Νομού Πιερίας, που κατήγγειλε τη διείσδυση τζιπ όχι απλώς μέσα στα όρια του Εθνικού Δρυμού Ολύμπου, αλλά και σε αρχαιολογική περιοχή, που επιπλέον είναι και περιοχή Natura!
Παρ’ όλα αυτά, ο Όλυμπος αποτελεί μέσο για την προώθηση μιας ολοκληρωμένης ή πολυδιάστατης φυσιογνωμίας του τουρισμού, που επιτρέπει τον τουρισμό των τεσσάρων εποχών και ταυτόχρονα δημιουργεί κύρος από τα αρχαιολογικά ευρήματα και τους σχολιασμούς πάνω σε αυτά.
Ευρωπαϊκή ορειβασία
Στην Ευρώπη η ορειβασία, ως δραστηριότητα αναστοχασμού των εγκοσμίων, είχε διαφημιστεί από την ιστορική ανάβαση του Ιταλού ποιητή Πετράρχη στο όρος Βεντού των Άλπεων το σωτήριον έτος 1336.
Στη συνέχεια, επί ελλαδικού χώρου, έρχεται μια σημαντική προσπάθεια με την ανάβαση του Γάλλου περιηγητή Σονινί, το 1780, στον Όλυμπο. Ο Σονινί προσφεύγει σε αρκετά τεχνάσματα για να παρακάμψει μια συμμορία ληστών, που λυμαινόταν τις υπώρειες του βουνού, και να ξεκινήσει με κατεύθυνση τις κορυφές του στα μέσα Ιουλίου. Εκεί, στο κατακαλόκαιρο, θα αντιμετωπίσει την κυριαρχία του χιονιού και του πάγου και θα «υποχωρήσει» κάνοντας μια παρατήρηση στο βιβλίο του «Ταξίδι στην Ελλάδα και στην Τουρκία»: «Δεν είναι απορίας άξιο το ότι οι Έλληνες έβαλαν την κατοικία των θεών σε ένα περίοπτο μέρος, όπου οι θνητοί δεν μπορούν να φθάσουν»…
Από το βιβλίο «Όλυμπος» του Νίκου Νέζη απογράφουμε μια μεγάλη συνέχεια εξερευνητών που επιχείρησαν ανάβαση στο «Βουνό των θεών»: Είναι ο Άγγλος αξιωματικός William Leake (1806), o Γάλλος περιηγητής Francois Pouqueville (1810), είναι ο Άγγλος διπλωμάτης David Urquhart (1830), ο Γερμανός βοτανολόγος Theodor Heldreich (1851) και πολλοί άλλοι, που δεν επιτυγχάνουν τον σκοπό τους έως το 1913.
Όμως τότε τα πράγματα θα έλθουν αλλιώτικα. Τότε, μαζί με τον Μπουασονά, είναι οι Daniel Baud-Bovy και Χρήστος Κάκαλος, που πραγματοποιούν την πρώτη ανάβαση στον Όλυμπο. Στιγμές από την τελική φάση αφηγείται ο ίδιος ο Μπουασονά στο περιοδικό «Βουνό», τεύχος 27 του 1936.
Ο Αύγουστος του 1913 απείχε ελάχιστο χρόνο από τη συμπερίληψη όλου του Ολύμπου στο ελληνικό κράτος μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους… Όμως ως κανονικό σπορ οι επιχειρήσεις ανάβασης σε όλα εν γένει τα βουνά είχαν ξεκινήσει πριν κάτι δεκαετίες, με πρωτοπόρο το εγγλέζικο Αλπικό Κλαμπ, που άρχισε να συσπειρώνει τζέντλεμεν ορεο-λατρικών διαθέσεων το 1858…
Παράλληλα, στη Γερμανία ιδρύεται λίγα χρόνια αργότερα (1869) η Γερμανική Ορειβατική Ομοσπονδία.
Στην Ελλάδα οι πρώτοι ορειβατικοί – περιηγητικοί σύνδεσμοι ξεκινούν από τα τέλη του 19ου αιώνα, ενώ το 1928 μια διάσημη παρέα ορειβατών, οι επονομαζόμενοι «κούκοι», θα αποτελέσουν τον πυρήνα του Ελληνικού Ορειβατικού Συνδέσμου. Αντίθετα, η ευρύτερη ελληνική κοινωνία, με τη σχετική ανυπαρξία συστηματικών αθλητικών δραστηριοτήτων και την πλειοψηφικά υπερέχουσα χειρωνακτική εργασία, ήταν μάλλον άσχετη με την ορειβασία.
Για την αμέσως μεταπολεμική περίοδο έγραφαν δύο φτασμένοι ορειβάτες, οι Πολυκράτης και Βασιλόπουλος: «Ήταν σχεδόν αδύνατο να πείσεις και τον πιο καλόπιστο νοικοκύρη ότι νέοι άνθρωποι σαν κι εμάς ήταν δυνατόν να ανεβοκατεβαίνουμε τα βουνά, να σκαρφαλώνουμε σε κάθετα βράχια, να περπατάμε σε χιονοθύελλες, σε βαθιές χαράδρες… χωρίς να μας το επιβάλλουν πατριωτικοί ή επαγγελματικοί λόγοι ή χωρίς να μας κυνηγάνε…».
Τη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα η εξερεύνηση της χερσαίας επιφάνειας του πλανήτη «σε πλάτος» ήταν σχεδόν ολοκληρωμένη, καθώς η Ανταρκτική και η Αρκτική είχαν μόλις υποκύψει στην «κατακτητική» επίθεση των Αντμούνσεν και Πήρυ.