του Γιάννη Σχίζα
Άκου , Μπάϋρον, πόσον θρήνον
Κάνει, ενώ σε χαιρετά
η Πατρίδα των Ελλήνων
Κλαίγε, Κλαίγε, Ελευθεριά
Διονύσιος Σολωμός
Ο Τζωρτζ Γκόρντον, Λόρδος Βύρων, έστω και χωλός έμεινε «ωραίος σαν φιλέλληνας», και παραμένει πάντα μέσα στις καρδιές Ελλήνων και Φιλελλήνων, ιδιαίτερα τώρα που ζούμε τη μαύρη επέτειο του θανάτου του, την 19η Απριλίου του 1824. Μέσα στα 36 χρόνια που έζησε έκανε πολλά και διάφορα, από την κολυμβητική διάσχιση του Ελλησπόντου μέχρι την υπεράσπιση οικουμενικών πολιτιστικών αξιών, από την πολεμική του εναντίον του Λόρδου Έλγιν για την αρπαγή των αρχαιοτήτων, από την εναντίωσή του στην επιβολή θανατικής ποινής στους Λουδίτες εργάτες μέχρι την γενναία συμβολή του στον απελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων. Yπήρξαν διάφοροι που τον αμφισβήτησαν, που σκόρπισαν έναν σκεπτικισμό για τους αγώνες του, που ήθελαν τις ερωτικές του φάσεις να είναι δισυπόστατες, αλλά δεν χωράει καμιά αμφιβολία ότι αυτά έλαβαν χώρα εν όψει της οικουμενικής του φήμης.
Ο Βύρων σε ηλικία 24 ετών θα
ξεκινήσει το έργο του υπερασπιζόμενος τους εργαζόμενους της εποχής του: Που δεν
διαθέτουν ψήφο, δεν έχουν δικαίωμα να συνδικαλίζονται, δεν είναι φιλικοί με τα
νέα μηχανικά συστήματα. Γι αυτό και συχνά εκφράζουν την αντίθεσή τους
καταστρέφοντας τις μηχανές που τους εκτοπίζουν από τη παραγωγή ή που κάνουν
δύσκολη τη διαπραγματευτική τους θέση έναντι της εργοδοσίας. Ο Βύρων θα
ξεσπαθώσει από το βήμα της Βουλής των Λόρδων(Φεβρουάριος 1812) εναντίον
νομοσχεδίου που πρόβλεπε την ποινή του θανάτου κατά των «Λουδιτών» εργατών :









