ebook,
σελίδες: 541, ISBN:
978-618-5999-00-1
Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου - Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου
Οι Ολυμπιακοί Αγώνες ήταν η μεγαλύτερη εορτή της θρησκείας των αρχαίων Ελλήνων. Διεξάγονταν κάθε τέσσερα χρόνια, για περισσότερους από έντεκα αιώνες, στην ιερή πόλη της Ολυμπίας. Στα χίλια σκοτεινά χρόνια του Μεσαίωνα κάθε διάσταση της κοσμοθεωρίας του Ελληνισμού απαγορεύτηκε. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες δεν αναβίωσαν στη σύγχρονη εποχή το 1896. Οι Αγώνες δεν αναγεννήθηκαν από τον βαρόνο Πιερ ντε Κουμπερτέν.
Πότε
πραγματικά αναβίωσαν οι Ολυμπιακοί Αγώνες; Ποιος αληθινά τους αναβίωσε; Ποιος
διοργάνωσε τους τρεις πρώτους Ολυμπιακούς Αγώνες της νεότερης ιστορίας και πόσοι
έχουν διοργανωθεί στη χώρα μας; Γιατί δεν τιμώνται οι Ολυμπιονίκες των πρώτων
και των τρίτων Αγώνων της σύγχρονης εποχής;
Γιατί δεν
διεξάγονται μόνιμα οι Ολυμπιακοί Αγώνες στην Ελλάδα; Πού χάθηκε η αμύθητη
περιουσία που διατέθηκε για αυτόν τον σκοπό; Γιατί δεν είναι η Αθήνα η έδρα του
παγκόσμιου Ολυμπιακού Κινήματος; Γιατί χρειάζεται να μπαίνει η χώρα που γέννησε
και αναγέννησε τον θεσμό στην υποτιμητική διαδικασία της διεκδίκησης των Αγώνων
μία φορά κάθε 100 χρόνια; Γιατί δεν υπάρχει στην Ελλάδα ένα μεγάλο Ολυμπιακό
Μουσείο αντάξιο της παγκόσμιας εμβέλειας του Ολυμπισμού; Γιατί δεν μπορεί
πουθενά κανείς να περιηγηθεί στην αληθινή Ιστορία αυτού του παγκόσμιου
Κινήματος; Τις πταίει;
Σε αυτά τα
ερωτήματα δίνει απαντήσεις το νέο βιβλίο του Δημήτρη Τζιώτη «Ολυμπιακοί αγώνες:
Η αληθινή ιστορία», που δημοσιεύεται με ελεύθερη πρόσβαση σε κάθε ενδιαφερόμενο
από την ιστοσελίδα epoliteia.gr
του Ιδρύματος Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου - Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού
Δικαίου.






ΙΜΑΙ
ΚΟΥΡΑΣΜΕΝΗ. Στό τέλος αὐτῶν τῶν χρόνων εἶμαι πολύ κουρασμένη·
ἔχω μελετήσει στά βιβλία τίς γλῶσσες τῶν ζωντανῶν κι ἐκείνων πού
ὀνομάζουμε νεκρές. Νωρίς, στή φρεσκάδα τοῦ πρωϊνοῦ,
βυθιζόμουν μελετώντας τά βιβλία, ἀλλά καί καθ’ ὅλη τήν ἡμέρα
ὅσο ἔλαμπε ὁ ἥλιος· καί τή νύχτα, ὅταν ἦταν ἀστερόεσσα, ἄναβα τή
λάμπα τοῦ λαδιοῦ κι ἔπεφτα στή μελέτη. Τώρα ὁ νοῦς μου εἶναι
ἐξαντλημένος κι ἐπιθυμῶ ν’ ἀναπαυθῶ.

ΡΙΣΚΟΜΟΥΝ
σὲ ἀπόγνωση, γιατὶ παρὰ τὶς προσπάθειές μου δὲν κατάφερνα νὰ
βρῶ δουλειά. Κόντευε ἕνας ὁλόκληρος χρόνος ἀπὸ τὴν ἡμέρα ποὺ εἶχα
γυρίσει ἀπὸ τὶς σπουδές μου καὶ βρισκόμουν σὲ μαύρη ἀπελπισία.
Ὅπου καὶ νὰ πήγαινα, μὲ ἔβρισκαν εἴτε ἀκατάλληλο εἴτε
ἀνειδίκευτο. Τὸ ὄνομά μου, βέβαια, συμπεριλαμβανόταν στὶς
λίστες γιὰ διορισμὸ στὸ δημόσιο ἀλλά, σύμφωνα μὲ τοὺς
ὑπολογισμούς μου, μέχρι νὰ διοριστῶ θὰ περνοῦσαν σαράντα δύο
χρόνια. Ζῆσε Μάη μου νὰ φᾶς τριφύλλι, δηλαδή. Τὴν ἔβγαζα στὸ
κατάστημα ἑνὸς ξαδέλφου μου βοηθῶντας τὸν λίγο καὶ
παρατηρῶντας τὴν κίνηση στὴ λεωφόρο. Ἔτσι περνοῦσαν οἱ μέρες
μου.


ΤΟ
ΠΑΛΙΟ ΣΠΙΤΙ εἴχαμε κοτέτσι ἔξω στὴν αὐλή. Μιὰ κότα, κάθε πρωΐ,
μόλις καταλάβαινε πὼς εἴχαμε ξυπνήσει, ὁρμοῦσε μὲ μανία
πάνω στὴν πόρτα, ραμφίζοντάς την, κακαρίζοντας καὶ χτυπῶντας
τὰ φτερά της, γιὰ νὰ τῆς ρίξουμε τὸ καλαμπόκι. Ἦταν, ἡ
ἀφιλότιμη, πετσὶ καὶ κόκαλο, σὰν ξωτικό, ξεμαλλιασμένη
μάγισσα, μὲ κιτρινόασπρα φτερά. Τὴν λέγαμε Παρτάλω. Ἔτρωγε,
ἔτρωγε καὶ τίποτε δὲν ἔδινε. Ὅταν τέλος τὴν σφάξαμε, τὸ κρέας
της δὲν ἔβραζε. Ὅπως καὶ μερικοὶ ἐξ ἡμῶν, ἦταν μόνο γιὰ τὸ λαβεῖν
καὶ ὄχι γιὰ τὸ δοῦναι.
