TOY Γιάννη Σχίζα
«Πολλά ο άνδρας δεν ζητά. Ένα απλώς: Να μην του σπας τους όρχεις».
Από το «Έκτο σονέτο», σε μετάφραση Γιώργου Κεντρωτή.
Όποιος
διαβάζει τη συλλογή «Σάουνα και συνουσία» του Μπέρτολτ Μπρεχτ, ποιήματα σε μετάφραση Γιώργου Κεντρωτή, χάνει πάσαν ιδέα
για την υπόσταση του Μπρεχτ ως ποιητή – μετόχου του αριστερού κινήματος και
υποστηρικτή των δικαίων της εργατικής τάξης! Τα ποιήματα αυτά κινούνται σε μια
ημι-πορνό σφαίρα, αν και οι συνθήκες που περιγράφουν είναι πολύ πιο τολμηρές. Η
πρόκληση είναι μεγάλη, είναι αμφίβολο εάν διορθώνεται με ένα γράμμα που
απευθύνει ο Κεντρωτής στους αναγνώστες:
«Ο
Μπέρτολτ Μπρεχτ έγραψε σε όλες τις περιόδους της ζωής του για όλα τα υποκείμενα
του έρωτα: Για μονήρεις ερωτευμένους, για ερωτευμένα ζευγάρια, για συζύγους,
για πόρνες, για προαγωγούς πορνών, για τους πάντες. Τίποτα το “ερωτικό” δεν του
ήταν ξένο, από το αμείκτως “αγνό” ίσαμε το παμμείκτως “πρόστυχο”».
Εμείς
ας συμμεριστούμε την άποψη του Ευαγγελιστή Ιωάννη, ας υποθέσουμε ότι κάθε
αμαρτία εξομολογουμένη έχει όλες τις πιθανότητες να παύσει να είναι αμαρτία,
οπότε χωρίς περιορισμούς μπορούμε να προχωρήσουμε στα «άλλα» ποιήματα: Αυτά που
είχαν συγκλονιστική επίδραση στη νεολαία πολλών εποχών…
Όσοι ήθελαν να αλλάξουν τον κόσμο
Παλιά
σε μια ελληνική αφίσα φιγουράριζε ένα ποίημα του Μπρεχτ, υπέροχα λιτό και, παρά
τον ακραίο χαρακτήρα του, δηλωτικό της πολιτικής συνοχής που έπρεπε να έχουν οι
ενδιαφερόμενοι ν’ αλλάξουν τον κόσμο. Υποθέτω ότι το ποίημα δεν αναφερόταν
γενικά και αόριστα σε έναν οποιονδήποτε πολιτικό χρόνο, αλλά στο πνεύμα που
έπρεπε να κυριαρχεί «δευτερόλεπτα» πριν από τη φάση μιας μεγάλης επαναστατικής
εκτόξευσης:
«Κανένας
ή όλοι / Όλα ή τίποτα / Ένας δεν έχει ελπίδες / Όπλα ή αλυσίδες / Κανένας ή
όλοι / Όλα ή τίποτα».
Ο
εξεγερμένος διανοούμενος Μπέρτολτ Μπρεχτ φαντασίωνε, αν όχι «Όλα», τουλάχιστον
πολλά από αυτά που θα μπορούσαν να συνθέσουν το μέλλον της κοινωνίας. Επίσης
όμως φαντασίωνε και τα της τύχης του «ονόματός» του, θυμίζοντας κατά τούτο έναν
άλλον εξεγερμένο διανοούμενο, τον Μαγιακόφσκι, που εναπέθετε τη δικαίωσή του σε
έναν απώτατο χρόνο:
«Όταν
θα παρουσιαστώ / στου φωτεινού σας μέλλοντος / την Κεντρική Επιτροπή / θα ’ρθω
πάνω από τη συμμορία της ποίησης / των πλεονεχτών και σαλταδόρων / σείων / σα
μπολσεβίκικη ταυτότητα / κομματική / τους εκατό τόμους μαζί / όλων μου των
κομματικών βιβλίων…»1
Όμως
ο Μπρεχτ ήταν αρκετά στοχαστικός ώστε να ομολογεί τη νεανική ματαιοδοξία του
και τη διάθεσή του να κηρυχθεί «διατηρητέος», κι ακόμη να κατανοεί το ρεύμα της
κοινωνικής αλλαγής, που μπορεί να ξεπερνάει τις επιδόσεις του παρελθόντος και
να απαλείφει τις παλιές ταυτότητες. Γι’ αυτό δεν επέσειε «τους τόμους των
βιβλίων του» όπως ο Μαγιακόφσκι, αλλά αναρωτιόταν για τη διατηρησιμότητα του
ονόματός του σε μια άλλη κοινωνική κατάσταση:
«Γιατί
να ψάχνεις τον ψωμά όταν υπάρχει αρκετό ψωμί;… / Γιατί / να υπάρχει παρελθόν
όταν υπάρχει / Μέλλον; / Γιατί / Ν’ αναφέρεται τ’ όνομά μου;».2
Προς
το παρόν βέβαια, τόσα χρόνια μετά τον θάνατό του, το όνομά του εξακολουθεί να
αναφέρεται και οι στίχοι του λένε πολλά και διάφορα με διαχρονική αξία. Ο
Μπρεχτ στιχούργησε για τα δίκαια του κόσμου της εργασίας με έναν τρόπο που δεν
ήταν στεγνά προπαγανδιστικός, αλλά ούτε και κομψευόμενος ή περίπλοκος.