του Γιώργου Ν.Οικονόμου
Από την στιγμή που
ήλθαν στο φως οισυγκλονιστικές φωτογραφίες από την εκτέλεση των 200 στην
Καισαριανή ακούσθηκε και γράφτηκε ότι αυτοί μαζί με άλλους ήταν φυλακισμένοι
από την δικτατορία του Μεταξά στο στρατόπεδοτης Ακροναυπλίας μέχρι το 1941 που
κατέκτησαν την χώρα οι Γερμανοί ναζί καιπαραδόθηκαν από το φασιστικό καθεστώς
στους Γερμανούς ναζιστές, ενώ θα μπορούσαν να είχαν απελευθερωθεί (Έλληνες
γαρ!) πριν τους παραλάβουν οι Γερμανοί. Αυτή είναι η μισή αλήθεια. Η άλλη μισή μένει
στην αφάνεια και εκτίθεται στη συνέχεια.
Από
τους 600 πολιτικούς κρατουμένους στην Ακροναυπλία οι περισσότεροιήταν
κομμουνιστές του ΚΚΕ, υπήρχαν όμως και αρκετοί τροτσκιστές, μεταξύ αυτών ο Παντελής
Πουλιόπουλος και ο Σπύρος Στίνας, αλλά και αρχειομαρξιστές.Όταν έφτασε η είδηση
ότι οι Γερμανοί κατέλαβαν την Αθήνα τον Απρίλιο 1941 και από στιγμή σε στιγμή
θα φτάσουν και στην Ακροναυπλία, οι περισσότεροι κρατούμενοι άρχισαν να
συζητούν την ιδέα της δραπέτευσης. Όταν δε άρχισε ο βομβαρδισμός της περιοχής,
διότι το Ναύπλιο ήταν ένα από τα λιμάνια στα οποία οι Βρετανοί και οι
Νεοζηλανδοί στρατιώτες επιβιβάζονταν σε
πλοία για να διαφύγουν προς την Αίγυπτο, οι συζητήσεις για ομαδική απόδραση
εντάθηκαν. Ο Στίνας αφηγείται:
«Σε όλη τη διάρκεια της ημέρας πλήθος γερμανικά αεροπλάνα βομβαρδίζανε το λιμάνι,
τα φρούρια, το σιδηροδρομικό σταθμό. Άλλα πλοία καίγονταν και άλλα
ανατινάζονταν στον αέρα. Ζούσαμε όλες αυτές τις εφιαλτικές ημέρες με το άγχος
ότι από στιγμή σε στιγμή θα γινόμαστε πολτός από σάρκες. Αυτή όμως η κατάσταση
ήταν και η πιο κατάλληλη για την απόδρασή μας. Η φρουρά του Στρατοπέδου είχε
πανικοβληθεί και βρισκόταν διαρκώς σε πρόχειρα καταφύγια. Ήταν εντελώς δυνατή
μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες η απόδρασή μας. Και θα ήταν δυνατή δίχως
θύματα…Εμείς θέταμε διαρκώς το ζήτημα της ομαδικής μας απόδρασης και παντού
σ’όλη τη μάζα των κρατουμένων εύρισκε αυτό απήχηση. Αυτό ήταν το μοναδικό
αντικείμενο των συζητήσεων. Παντού άκουγες: Γιατί δεν φεύγουμε;Θα μείνουμε εδώ
να μας πιάσουν οι Γερμανοί; Με αγανάκτηση οι σταλινικοί κρατούμενοι
παρακολουθούσαν την παθητική στάση της
ηγεσίας τους».[1]
Ο Γιάννης Μανούσακας, που ήταν μεταξύ των πολιτικών κρατουμένων, κοντά στο κόμμα αυτός, συμφωνεί: «Οι μέρες, οι ώρες, οι στιγμές ήτανε κρίσιμες. Όλο το στρατόπεδο κουβεντιάζει για την απόδραση. Πώς πρέπει και πώς μπορούμε να φύγουμε.




Ο
ΓΡΑΦΕΙΟ τοῦ διευθυντῆ εἶναι γεμᾶτο ὅπλα. Ἡ πολυτέλεια ποὺ
ἐντυπωσιάζει τὸν εἰσερχόμενο, εἶναι στὴν πραγματικότητα
ἕνα συγκαλυμμένο ὁπλοστάσιο. Ἕνα τηλέφωνο στὸ γραφεῖο χτυπᾶ
κάθε δευτερόλεπτο. Σοῦ κόβει τὴν κουβέντα στὸ πιὸ κρίσιμο
σημεῖο καὶ δίνει χρόνο στὸν ἀντικρινό σου νὰ κουμαντάρει τὴν
ἀπάντηση του. Θραύσματα τῆς συνομιλίας δείχνουν στὸ μεταξὺ
πόσες ὑποθέσεις διακανονίζονται ἐδῶ, σημαντικότερες ἀπ'
αὐτὴν ποὺ ἔχει σειρά. Τὸ διαπιστώνεις αὐτὸ κι ἀρχίζεις ἀργὰ νὰ
ξεγλιστρᾶς ἀπ' τὴ δική σου ὀπτικὴ γωνία. Ἀρχίζεις ν'
ἀναρωτιέσαι γιὰ ποιόν γίνεται λόγος, τρομάζεις μαθαίνοντας
ὅτι ὁ συνομιλητής σου φεύγει αὔριο γιὰ τὴ Βραζιλία, καὶ
σύντομα νιώθεις τόσο ἀλληλέγγυος μὲ τὴν ἑταιρεία ὥστε ὁ
πονοκέφαλος γιὰ τὸν ὅποιο παραπονιέται στὸ τηλέφωνο νὰ
καταχωρίζεται σὰν θλιβερὸ ἐμπόδιο στὴ λειτουργία τῆς
ἐπιχείρησης (ἀντὶ γιὰ καλοτυχία). Εἴτε τὴ φωνάξουν εἴτε ὄχι,
ἐμφανίζεται ἡ γραμματέας. Εἶναι πολὺ νόστιμη.



Ο
ΙΣΧΝΟ ΦΩΣ τῆς θολῆς κίτρινης λάμπας φώτιζε τὸ ἀνήλιαγο
ἡμιυπόγειο. Ἐκκωφαντικὴ ἡ ἠχὼ τοῦ συρμοῦ κατέκλυζε τὸ στενό
τῆς Καψάλη. Ὁ Σ. καθόταν στὸ γραφεῖο ὁλοκληρώνοντας ἕνα
γράμμα. Μόλις τὸ τελείωσε, τὸ ὑπέγραψε «Μὲ αἰώνια πίστη.
Εὐγνώμων, Σ. 8 Νοεμβρίου 2013» καὶ τὸ ἔκλεισε σὲ ἕναν κίτρινο
φάκελο χωρὶς νὰ συμπληρώσει τὴ θέση τοῦ ἀποστολέα. Φόρεσε τὸ
γκρὶ παλτό του καὶ βγῆκε βιαστικὰ ἀπ’ τὸ δωμάτιο. Πῆρε τὸν δρόμο
γιὰ τὴ Μαιζῶνος. Στὸ ταχυδρομεῖο περίμενε στὴν οὐρά. Ὅταν
βγῆκε, ἔριχνε ψιλόβροχο καὶ εἶχε συννεφιάσει, σήκωσε τὸν
γιακά του καὶ προχώρησε ὣς τὴν πλατεῖα Ὄλγας. Στὸ γωνιακὸ
περίπτερο κοντοστάθηκε κοιτῶντας τοὺς τίτλους τῶν
ἐφημερίδων. «ΣΤΥΓΕΡΟ ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΗΝ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΟΥ. 22ΧΡΟΝΗ
ΣΚΟΤΩΣΕ ΤΗ ΜΗΤΕΡΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΦΕΡΝΟΝΤΑΣ ΤΗΣ 18 ΜΑΧΑΙΡΙΕΣ ΣΤΟ
ΣΤΗΘΟΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΛΑΙΜΟ». Πῆρε τὴν ἐφημερίδα καὶ χώθηκε στὸ πρῶτο
καφενεῖο ποὺ βρῆκε, ἐπὶ τῆς Κορίνθου στὴ διασταύρωση μὲ τὴν
Κολοκοτρώνη. Τίναξε τὸ παλτό του καὶ κάθισε.


Ο
ΒΟΥΝΟ ὑψωνόταν σὰν ἀρχαῖο τεῖχος πάνω τους. Ἡ πυκνότατη
βλάστηση κατηφόριζε ὣς τὰ σπίτια τοῦ χωριοῦ ποὺ ἦταν φτιαγμένα
ἀπ' τὴ δική του πέτρα. Καθὼς σκαρφάλωνε μαζὶ μὲ δυὸ φίλους,
πουλιὰ κελαηδοῦσαν καὶ μικρὰ ξέφωτα ξανοίγονταν
ἀπροσδόκητα, ἡ ἀνηφοριὰ γινόταν ὁλοένα πιὸ ἀπότομη, τὰ
χαλίκια ξεκολλοῦσαν καὶ κατρακυλοῦσαν κάτω ἀπ' τὰ πόδια τους,
τὰ φυτὰ κόνταιναν καὶ σκούραιναν. Τέλος, μετὰ κάμποσες ὧρες,
ἔφτασαν στὴν κορυφή, ἀπ' ὅπου ἔβλεπες γκρίζες καμποῦρες τὶς
κορυφὲς τῶν βουνῶν ὣς τὴν ἄκρη τοῦ ὁρίζοντα. Ἦταν σὰν νὰ ἀτένιζες
μιὰ ἀλλόκοτη θάλασσα μὲ ἀπολιθωμένα κύματα.