ksipnistere 17/02/2026
Του
Γιάννη Σχίζα*
Αυτό
το δραματικό επεισόδιο του τουφεκισμού 200 πατριωτών στην Καισαριανή θα
καταβροχθίσει την επικαιρότητα τις επόμενες ημέρες και θα εκτοπισθεί μόνο από
ένα γεγονός ανάλογης αξίας. Μέχρι να εμφανισθεί αυτό το τελευταίο, αξίζει να
προσθέσουμε κι εμείς κάτι στους σχολιασμούς : Και πριν απ’ όλα να εγκωμιάσουμε
την οπτικά σαφή και αναντίρρητα ευθυτενή, θαρραλέα και περήφανη στάση των
καταδικασμένων σε θάνατο, όπως διαγράφεται στο παρουσιαστικό τους. Κι έπειτα
ένα γεγονός που έλαβε χώρα 3 ημέρες μετά την εκτέλεση, που δεν έγινε στα ψηλά
βουνά και στα λαγκάδια, αλλά στην Πλατεία Κολωνακίου. Αφηγείται η κυρία Λητώ
Κατακουζηνού :
««Ο ,αντρας μου φόρεσε τη μαύρη γραβάτα του, ντύθηκα και εγώ στα μαύρα και βγήκαμε έξω να συναντήσουμε κάναν φίλο να μοιραστούμε τον πόνο μας. Στην πλατεία Κολωνακίου πέσαμε πάνω σε κάτι γνωστούς. “Γιατί μαυροντυμένοι; Τι σας συμβαίνει;” ρώτησαν ανήσυχοι. “Διακόσιοι Ελληνες τουφεκίστηκαν και ρωτάτε τι μας συμβαίνει; Σήμερα όλοι οι Ελληνες πρέπει να μαυροντυθούμε”. “Αγγελε, δεν είσαι με τα καλά σου. Δεν ξέρετε, λοιπόν, πως όλοι αυτοί ήταν κομμουνιστές;”. Παγώσαμε. “Δεν ξέρω και ούτε μ’ ενδιαφέρει. Ελληνες ήταν και πολεμούσαν τον εχθρό. Και σαν Ελληνες έχουμε χρέος να τους πενθήσουμε!”. “Αγγελε, πρόσεξε, στραβό δρόμο πήρες, αυτοί θέλουν να πιουν το αίμα μας”. “Των Γερμανών, θέλετε να πείτε…”. “Ασ’ τους Γερμανούς, πόλεμο κάνουν οι άνθρωποι. Τους άλλους, αυτούς που πενθείτε σήμερα, αυτούς να φοβάστε”».
Αφήνουμε
λοιπόν κι εμείς άθικτη τη στάση των Γερμανών στη σημερινή συγκυρία και
ασχολούμαστε «μόνο» με τη στάση αυτών και των ομοίων τους στο πρόβλημα της
διατροφής. Αυτό που ονομάστηκε το 2013 από μια καμπάνια πολιτών
“Goodfoodgoodfarming”(Καλή τροφή – καλή γεωργία).,
Μετά
από τη λήξη των κινητοποιήσεων του 2025 και τη διαδήλωση της 14ης Φεβρουαρίου
2026 στο Σύνταγμα, ήλθε ο καιρός να θυμήσουμε την ιστορία των αγώνων την
τελευταία 30ετία. Τέτοιους αγώνες είχαμε στην Ελλάδα το 1996, το 2001, το 2009,
τον Ιανουάριο του 2016 .



ΙΧΑΝ
ΠΑΘΕΙ τὰ νεῦρα της καὶ τὴν ἀπέφευγα. Στὸ τέλος, ὕστερα ἀπὸ πολλὰ
παρακάλια, κανονίσαμε νὰ βγοῦμε. Πήγαμε σὲ μιὰ ταβέρνα στὰ
Κάστρα· εἶχε μαζί της καὶ τὸ αἴσθημα, ἕνα ἀφρᾶτο μαλθακὸ παιδὶ
μὲ μουστακάκι ποὺ δούλευε σὲ κάποια τράπεζα. Αὐτὴ
προστατευτικὴ κι ἀνήσυχη, μὲ τὸ μυαλό της, ὅπως πάντα, ξυράφι.
«Γνωριστήκαμε στὸ ψυχιατρεῖο», μοῦ εἶπε στὰ γρήγορα. Γύρισα
τὴν κουβέντα ἀλλοῦ, ἀλλὰ χωρὶς ἐπιτυχία. Ἔπιασε νὰ ξετυλίγει
τὸ κουβάρι της: προσπαθοῦσε νὰ μοῦ ἐξηγήσει τί ἦταν ἡ κρίση ποὺ
τὴν ἔπιασε, ποιός τὴν πῆγε στὸν νοσοκομεῖο, πῶς τὴν
ἀντιμετώπισαν ἐκεῖ, πῶς γνώρισε τὸν Γιάννη, τί ἔκανε μὲ τὴ
δουλειὰ καὶ τοὺς γονεῖς της. Ἡ μελαγχολία καὶ ἡ ὑπερευαισθησία
σὲ παλαβὴ ἐναλλαγὴ μὲ τὴν παραίσθηση καὶ τὴν ἀπόγνωση. Ἐγώ,
δίχως νὰ τὸ πάρω χαμπάρι, βάλθηκα νὰ τὴν ἐγκαρδιώνω καὶ νὰ τὴ
συμβουλεύω. Δὲν τὰ σήκωνε ὅμως αὐτά. Μοῦ ἀπαντοῦσε πάραυτα,
εἰρωνικὰ ἢ ἐπιθετικά. Σὲ λίγο μὲ εἶχε κλείσει ὁριστικὰ στὴν
ἄμυνα. Μποροῦσε πλέον νὰ μοῦ τὰ ψάλει ἐλεύθερα. Εἶχε ἔρθει ἡ
ὥρα τῆς ἀπόδοσης εὐθυνῶν. Δὲν τῆς ἄρεσε καθόλου ὁ οἶκτος καὶ ἡ
ὑποκρισία μου. Εἶχα τὶς ἀπαντήσεις ἕτοιμες πρὶν ἐκείνη πεῖ ὅ,τι
εἶχε νὰ μοῦ πεῖ. Αὐτὰ τὰ κάνουν οἱ γιατροί. Ἔτσι εἶναι οἱ φίλοι;



.jpg)

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ
ἀποθέτει τὴν ἰδέα ἐπάνω στὸ μαρμάρινο τραπέζι τοῦ καφενείου.
Ὥρα πολλὴ παρατηρεί: ἀξιοποιεῖ τὸ χρόνο ποὺ τὸ ποτήρι —ὁ
φακός, μὲ τὸν ὅποιο θὰ ἐξετάσει τὸν ἀσθενῆ— δὲν βρίσκεται ἀκόμα
μπροστά του. Βγάζει μετὰ διαδοχικὰ τὰ ἰατρικά του ἐργαλεῖα:
στυλό, μολύβι καὶ πίπα! Τὸ πλῆθος τῶν θαμώνων συνθέτει,
ἀμφιθεατρικὰ παρατεταγμένο, τὴν ὁμάδα τῶν εἰδικευόμενων
γιατρῶν. Ὁ καφές, ποὺ τὸν ἔχει σερβίρει καὶ ἀπολαύσει
προνοητικά, χώνει τὴ σκέψη κάτω ἀπ' τὸ χλωροφόρμιο. Τὸ τί ἔχει
αὐτὴ στὸ νοῦ της δὲν ἔχει παραπάνω σχέση μὲ τὴν ἴδια τὴν ὑπόθεση
ἀπ' ὅσην ἔχει τὸ ὄνειρο τοῦ ναρκωμένου μὲ τὴ χειρουργικὴ
ἐπέμβαση. Οἱ προσεχτικὲς χαράξεις τῆς γραφῆς κάνουν τομές, στὸ
ἐσωτερικὸ ὁ χειρουργὸς μετακινεῖ κάποιους τόνους, ἀφαιρεῖ
καυτηριάζοντας τὰ σαρκώματα τῶν λέξεων καὶ παρεμβάλλει μιὰ
ξένη λέξη ὡς ἀσημένιο πλευρό. Τελικὰ τοῦ τὰ συρράπτει ὅλα μὲ
λεπτὲς βελονιὲς σὲ ἀντίστιξη, καὶ πληρώνει τὸν βοηθό του, τὸ
γκαρσόνι, σὲ μετρητά.
