·
Post
published:10 Οκτωβρίου 2026
·
Post
category:Ολίγα τινά / ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ
Στὸ ἄρθρο μας «Ἡ
ἐτυμολόγηση τοῦ ἀ.ἑ. βλήχων, γλήχων (= φλησκούνι) βάσει τῆς “νέας” ἑλληνικῆς» (περιοδικὸ νέα εὐθύνη,τ. 36-37, Ἰανουάριος – Ἰούνιος 2017, σ.
155-158), σημειώναμε τὰ ἑξῆς:
«Στὴν περίπτωση τοῦ φυτοῦ βληχώνι τό, (= ἡδύοσμος ὁ γλήχων, menthapulegium, συνών. βρωμοδυόσμος) τὸ Ἱστορικὸν
Λεξικὸν τῆς Νέας Ἑλληνικῆς (ΙΛΝΕ)
περιορίζεται στὴν παράθεση τῶν τύπων βληχούνι, βληχούν΄᾿, βλεχούνι, βλοχών᾿, βλουχούν΄᾿, γληφώνιν, γληφώνι, γληχούν΄᾿, γλεχούνι, καὶ
στὴν παρατήρηση ὅτι αὐτὸ προέρχεται «Ἐκ τοῦ μεταγν. οὐσ. βλήχων, παρ᾿ ὃ καὶ γλήχων.»
Τὸ ἐρώτημα εἶναι γιατί τὸ ΙΛΝΕ ὄχι μόνο ἀποφεύγει νὰ παραθέσῃ στὸ λῆμμα βληχώνι τοὺς ποικίλους τύπους τοῦ πάγκοινου φλησκούνι, ἀλλὰ δὲν τολμᾷ οὔτε κἂν νὰ ἀναφέρῃ τὴν λέξη φλησκούνι, εἴτε στὸ ἑρμήνευμα [ὅπως τὸ κάνει π.χ. τὸ Λεξικὸ Liddell – Scott
– Κωνσταντινίδου, πρβλ. «βλήχων [..] βληχώ [..] γλήχων, -ώ [..] γλάχων, -ώ: εἶδος φυτοῦ (“φλησκοῦνι”)»], εἴτε -ἔστω- στὰ συνώνυμα.
Καὶ τὰ ἐρωτήματα πληθαίνουν
ὅταν διαπιστώνῃ κανεὶς ὅτι στοὺς τύπους ποὺ καταχωρίζονται στὸ λῆμμα φλησκούνι τοῦ ἀρχείου τοῦ Ἱστορικοῦ Λεξικοῦ περιλαμβάνονται καὶ τὰ βλησκούνι, βελησκούνι,βλουσκούνι,
βηλσκούν΄᾿, βλητσούνι, γλησκούνι,
κουλουσκούν΄᾿, λησκούν΄᾿, λουσκούνι, λιουσκούνι, λιουσκούν΄᾿,ποὺ παρουσιάζουν, μεταξὺ ἄλλων, καὶ τὴν ἐναλλαγὴ β ~ γ (πρβλ. ἀ.ἑ. βλήχων ~ γλήχων), ὁπότε θὰ εἶχαν λόγο νὰ καταχωρισθοῦν στὸ λῆμμα βληχώνι τό. Φαίνεται ὅτι ἡ ἐναλλαγὴ β~φ,κι ἀκόμα
περισσότερο ἡ «ἀδικαιολόγητη», ἐπίμονη παρουσία τοῦ -σ- στὰ βλησκούνι, φλησκούνι κ.λπ. ὡδήγησε τοὺς νεογραμματικοὺς συντάκτες τοῦ
ΙΛΝΕ σὲ πλήρη καὶ συνειδητὴ
ἀποσύνδεση τῶν βληχώνι, γληφώνι, γληχούν΄᾿ ἀπὸ τὸ φλησκούνι. Στὸ ἴδιο συμπέρασμα καταλήγει κανεὶς ὅταν διαπιστώνῃ ὅτι τὰ*βληχωνόλαδο τό, γληφωνόλαδο, γληφωνόλαο (= ἔλαιον ἀπεσταγμένον ἀπὸ τὸ φυτὸν βληχώνι) | *βληχωνόρρακο τό, βληχουνόρρακο (= ρακὶ ἀπεσταγμένον ἀπὸ τὸ βληχώνι) ἔχουν διαχωρισθῆ ἀπὸ τὰ ἀπολύτως ἀντιστοιχοῦντα φλασκόλαδο(= λάδι ἀπὸ φλησκούνι), φλουσκουνόλαδου,
φλεσκουνόλαδο (= λάδι μὲ ζουμὶ ἀπὸ βρασμένο φλησκούνι) | φλησκουνόρρακη (= ἡ μέντα).