- Γράφει ο Γιώργος Παπαγιαννόπουλος
Mε αφορμή (και) το πρόσφατο ταξίδι του κ. Πρωθυπουργού και την συνάντησή του στην Άγκυρα με τον Τούρκο Πρόεδρο, (παρένθεση: τον Έλληνα πρωθυπουργό υποδέχτηκε στο αεροδρόμιο ο τούρκος υπουργός τουρισμού!), επανερχόμαστε: Το θέμα με την ελίτ του ελλαδικού κράτους είναι η Εθελοδουλεία της, η έλλειψη πνευματικού και ηθικού αναστήματος που θα έδινε δυνατότητες να επιλέξει πολιτικές και τακτικές επωφελείς για το Έθνος και την πατρίδα, εάν ήθελε όντως να είναι χρήσιμη.
Απλώς, έχει άλλες προτεραιότητες. Δεν προτίθεται κανείς τους να διακινδυνεύσει για κανένα λόγο, τα κάθε είδους προνόμια και ασυλίες που απολαμβάνουν. Δίνουν την εντύπωση (το διατυπώνω ευγενικά) ότι πλειοδοτούν σε ενδοτισμούς και μειοδοσίες για να παραμένουν αρεστοί στους εντολείς

ΙΧΑΝ
ΠΑΘΕΙ τὰ νεῦρα της καὶ τὴν ἀπέφευγα. Στὸ τέλος, ὕστερα ἀπὸ πολλὰ
παρακάλια, κανονίσαμε νὰ βγοῦμε. Πήγαμε σὲ μιὰ ταβέρνα στὰ
Κάστρα· εἶχε μαζί της καὶ τὸ αἴσθημα, ἕνα ἀφρᾶτο μαλθακὸ παιδὶ
μὲ μουστακάκι ποὺ δούλευε σὲ κάποια τράπεζα. Αὐτὴ
προστατευτικὴ κι ἀνήσυχη, μὲ τὸ μυαλό της, ὅπως πάντα, ξυράφι.
«Γνωριστήκαμε στὸ ψυχιατρεῖο», μοῦ εἶπε στὰ γρήγορα. Γύρισα
τὴν κουβέντα ἀλλοῦ, ἀλλὰ χωρὶς ἐπιτυχία. Ἔπιασε νὰ ξετυλίγει
τὸ κουβάρι της: προσπαθοῦσε νὰ μοῦ ἐξηγήσει τί ἦταν ἡ κρίση ποὺ
τὴν ἔπιασε, ποιός τὴν πῆγε στὸν νοσοκομεῖο, πῶς τὴν
ἀντιμετώπισαν ἐκεῖ, πῶς γνώρισε τὸν Γιάννη, τί ἔκανε μὲ τὴ
δουλειὰ καὶ τοὺς γονεῖς της. Ἡ μελαγχολία καὶ ἡ ὑπερευαισθησία
σὲ παλαβὴ ἐναλλαγὴ μὲ τὴν παραίσθηση καὶ τὴν ἀπόγνωση. Ἐγώ,
δίχως νὰ τὸ πάρω χαμπάρι, βάλθηκα νὰ τὴν ἐγκαρδιώνω καὶ νὰ τὴ
συμβουλεύω. Δὲν τὰ σήκωνε ὅμως αὐτά. Μοῦ ἀπαντοῦσε πάραυτα,
εἰρωνικὰ ἢ ἐπιθετικά. Σὲ λίγο μὲ εἶχε κλείσει ὁριστικὰ στὴν
ἄμυνα. Μποροῦσε πλέον νὰ μοῦ τὰ ψάλει ἐλεύθερα. Εἶχε ἔρθει ἡ
ὥρα τῆς ἀπόδοσης εὐθυνῶν. Δὲν τῆς ἄρεσε καθόλου ὁ οἶκτος καὶ ἡ
ὑποκρισία μου. Εἶχα τὶς ἀπαντήσεις ἕτοιμες πρὶν ἐκείνη πεῖ ὅ,τι
εἶχε νὰ μοῦ πεῖ. Αὐτὰ τὰ κάνουν οἱ γιατροί. Ἔτσι εἶναι οἱ φίλοι;



.jpg)

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ
ἀποθέτει τὴν ἰδέα ἐπάνω στὸ μαρμάρινο τραπέζι τοῦ καφενείου.
Ὥρα πολλὴ παρατηρεί: ἀξιοποιεῖ τὸ χρόνο ποὺ τὸ ποτήρι —ὁ
φακός, μὲ τὸν ὅποιο θὰ ἐξετάσει τὸν ἀσθενῆ— δὲν βρίσκεται ἀκόμα
μπροστά του. Βγάζει μετὰ διαδοχικὰ τὰ ἰατρικά του ἐργαλεῖα:
στυλό, μολύβι καὶ πίπα! Τὸ πλῆθος τῶν θαμώνων συνθέτει,
ἀμφιθεατρικὰ παρατεταγμένο, τὴν ὁμάδα τῶν εἰδικευόμενων
γιατρῶν. Ὁ καφές, ποὺ τὸν ἔχει σερβίρει καὶ ἀπολαύσει
προνοητικά, χώνει τὴ σκέψη κάτω ἀπ' τὸ χλωροφόρμιο. Τὸ τί ἔχει
αὐτὴ στὸ νοῦ της δὲν ἔχει παραπάνω σχέση μὲ τὴν ἴδια τὴν ὑπόθεση
ἀπ' ὅσην ἔχει τὸ ὄνειρο τοῦ ναρκωμένου μὲ τὴ χειρουργικὴ
ἐπέμβαση. Οἱ προσεχτικὲς χαράξεις τῆς γραφῆς κάνουν τομές, στὸ
ἐσωτερικὸ ὁ χειρουργὸς μετακινεῖ κάποιους τόνους, ἀφαιρεῖ
καυτηριάζοντας τὰ σαρκώματα τῶν λέξεων καὶ παρεμβάλλει μιὰ
ξένη λέξη ὡς ἀσημένιο πλευρό. Τελικὰ τοῦ τὰ συρράπτει ὅλα μὲ
λεπτὲς βελονιὲς σὲ ἀντίστιξη, καὶ πληρώνει τὸν βοηθό του, τὸ
γκαρσόνι, σὲ μετρητά.





ΓΑΛΕ
ΜΕ ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ» μοῦ εἶπε, «γιὰ νὰ θυμᾶσαι». Ὁ Μάξι —ἀπὸ τὸ
Μαξιμίλιαν— καθηγητὴς φυσικῆς ἀγωγῆς στὸ σχολεῖο, κάλυπτε
προσωρινὰ ἕνα κενὸ μερικῶν ὡρῶν ποὺ προέκυψε, λόγῳ ἀσθένειας
μιᾶς συναδέλφου. Εἶχε βγεῖ στὴ σύνταξη πρὶν μερικὰ χρόνια, τὰ
παιδιά του ἦταν μεγάλα καὶ ἐργάζονταν στὸ ἐξωτερικό. Πολὺ
ζεστὸς ἄνθρωπος. Ἤξερε σπαστὰ τὰ Ἑλληνικὰ καὶ ἤπιαμε καφὲ μιὰ
δυὸ φορὲς στὸ καφενεῖο κοντὰ στὸ σχολεῖο, λέγοντας ὁ καθένας τὰ
δικά του. Κάπνιζε πάρα πολύ, γιαυτό στὸ καφενεῖο καὶ τὸν
χειμῶνα καθόταν ἔξω. Πόζαρε χαμογελῶντας καὶ κρατῶντας μὲ τὸ
δεξί του χέρι τὸ πακέτο τῶν τσιγάρων, ἔτσι ὥστε νὰ φαίνεται
καθαρὰ τὸ χρῶμα. «Δύο κουτιά, σὲ παρακαλῶ» πρόσθεσε.

ΤΑΝ
ὁ Γαλανάκης ὁ φτωχὸς μὲ τὰ σκυλίσια μάτια καὶ τὸ στενὸ
κούτελο, ποὺ κοίταζε γύρω τριγύρω πιστεύοντας πὼς ὅλοι θέλαν
τὸ κακό του καὶ τοῦ 'στηναν παγίδες. Ἦταν ὁ θεόρατος Εὐτύχης,
μὲ κάτι φαβορίτες σὰν ἥρωας τοῦ Ντίκενς, ποὺ ἐρχόταν τὰ
μεσημέρια τῶν γιορτῶν κάτω ἀπ' τὰ μπαλκόνια μας καὶ οὔρλιαζε
«πούστηδες, ἐσεῖς τρῶτε, πίνετε καὶ γαμάτε, καὶ τὸν φουκαρᾶ τὸν
Εὐτύχη κανένας δὲν τὸν σκέφτεται». Ἦταν ὁ Παναγιώτης, ποὺ μᾶς
ἔδειχνε τὸ πουλί του μὲ μάτια ποὺ λαμπύριζαν κι ὕστερα ἄρχιζε
νὰ τὸ παίζει, ὥσπου νὰ ὁρμήσουμε πάνω του φωνάζοντας «μπούγιο».
Ἦταν ἡ ρέγκα ὁ Ἀλέκος, ποὺ νόμιζε πὼς ἦταν ὁ ναύαρχος τοῦ NΑΤΟ
Ὁράτιος Ριβέρο, κι ὅλο μᾶς ἀνακοίνωνε τὴν ἔκβαση τῶν ραντεβοῦ
ποὺ εἶχε κλείσει μὲ νεκροὺς καὶ ζωντανοὺς ἡγέτες.

