|
planodion on 20 Ἀπρίλιος 2026
|
Mother and daughter are holding hands and walking the streets of Pefkochori, Halkidiki, Greece.
Ζήσης Σαρίκας
(Ἀφιέρωμα 19/22)
Ἑλληνικὴ φιλοξενία
Ε
ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ξεπάστρεψαν τὶς κότες, τὰ γουρούνια καὶ τὰ σκυλιά.
Ξένοι δουλεύουν τὰ χωράφια τους καὶ τὰ σπίτια τους
μικρογραφίες ἄθλιων πολυκατοικιῶν. Λίγες γλάστρες ἔχουν
μείνει ἀνάμεσα σὲ γεωργικὰ ἐργαλεῖα καὶ τρακτέρ. Χάθηκαν οἱ
αὐλές, γέμισε παντοῦ ἀλουμίνια καὶ πλαστικά. Παράτησαν τὰ
ἔθιμα, πανηγύρια καὶ χορούς, τὰ ξέχασαν, μόνον οἱ ξένοι κι οἱ
δασκάλοι τὰ θυμοῦνται πιά. Δὲν ζωντανεύουν οἱ νεκροί. Ἡ
τηλεόραση εἶναι ἡ μόνη τους θεά. Πηγαίνουν στὰ σουπερμάρκετ,
τρῶνε πίτσες, παραγγέλνουν ντελίβερι, νὰ φάει καὶ ἡ μπάμπω,
καλπάζουν μὲ τὰ ἀγροτικὰ καὶ τὶς κοῦρσες πέρα δῶθε, πάχυναν
ὅλοι, ἔγιναν θεριὰ σωστά. Οἱ περισσότεροι παριστάνουν τοὺς
ξενοδόχους. Ἀλλὰ μισοῦν τοὺς ξένους – καὶ ὄχι τὰ λεφτά τους.
Κάνουν φαρμακερὰ καὶ ἐνίοτε πετυχημένα σχόλια πίσω ἀπ' τὶς
πλάτες τους μὲς στὰ καφενεῖα καὶ στὶς αὐλές τους μπροστὰ στὰ
τσίπουρα καὶ τοὺς μεζέδες. Ἐκεῖ ἐπιζεῖ ἡ λαϊκὴ παράδοση, στὴ
βαριὰ προφορά, στὰ χοντρὰ ἀστεῖα, στὰ μαλθακὰ καὶ νωθρὰ παιδιά
τους ποὺ συνεχίζουν τὴν πατροπαράδοτη κληρονομιὰ νὰ εἶναι
σκράπες στὰ γράμματα. Καθὼς σπάνια πᾶνε πιὰ στὰ χωράφια,
περνοῦν τὴν ὥρα τους κοροϊδεύοντας ὁ ἕνας τὸν ἄλλο καὶ ὅλους
συλλήβδην τοὺς πάροικους, ντόπιους κι ἀλλοδαπούς. Τοὺς βγάζουν
παρατσούκλια, κοιτοῦν ἀπὸ πάνω ὣς κάτω τὶς γυναῖκες τους κι
εἶναι γεμᾶτοι χλεύη γιὰ ὅσες ξένες πηδιοῦνταν κάποτε μ' ὅλους κι
ἐπιμένουν νά 'ρχονται στὰ βρομερὰ χωριά τους. Κι ἐκεῖνες,
μιλῶντας σπασμένα ἑλληνικά, ἐξακολουθοῦν νὰ ἔχουν στὰ μάτια
τους λίγη ἀπ' τὴ χαρὰ καὶ τὴν ἀφέλεια ποὺ εἶχαν τότε.
Περιφέρονται σὰν χαζὲς πάνω κάτω, λιάζονται ἄγαρμπα μὲ τὶς
ὧρες, μιλοῦν ἐγκάρδια μὲ τὰ γκαρσόνια, γελοῦν θορυβώδικα καὶ
φάλτσα.
Ἀναζητοῦν τὸ ξεθωριασμένο ὄνειρο μιᾶς ζωῆς κάτω ἀπὸ
τὸν ἥλιο, σίγουρες ὅμως τώρα πιὰ πὼς δὲν ἀξίζει νὰ προσπαθήσουν
νὰ τὸ ὑλοποιήσουν, ὅπως ἔκαναν πρὶν τριάντα χρόνια.

Πηγή: Ζήσης Σαρίκας, Μακριὰ ἀπ’ τὸν κόσμο, καὶ ἄλλα κείμενα, Πανοπτικόν, 2008.
Ζήσης Σαρίκας
(Θεσσαλονίκη, 1953). Σπούδασε Nεοελληνικὴ Φιλολογία καὶ
Φιλοσοφία στὴ Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τοῦ Ἀριστοτελείου
Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Εἶναι συγγραφέας,
μεταφραστὴς καὶ ἐπιμελητὴς ἐκδόσεων. Ἔγραψε τὰ βιβλία: Μῦθοι τῆς τεχνολογίας (Ἐκδοτικὴ Θεσσαλονίκης, 1987), Ψίχουλα: μικρὰ πεζά (Νησῖδες, 1998· Πανοπτικόν, 2008), Τὸ ὅραμα τοῦ ὑπεράνθρωπου: μιὰ ἑρμηνεία τοῦ ἔργου τοῦ Φρίντριχ Νίτσε «Ἔτσι μίλησε ὁ Ζαρατούστρα» (Νησῖδες, 2003· Βάνιας, 2008· Πανοπτικόν, 2014), Μακριὰ ἀπ' τὸν κόσμο (Πανοπτικόν, 2008), Ἀνθρώπινες σκιές (Πανοπτικόν, 2012), Κυριακὴ ρεπό
(Ἑστία, 2014). Ἔχει μεταφράσει στὰ ἑλληνικὰ τὸ σύνολο τοῦ
φιλοσοφικοῦ ἔργου τοῦ Φρίντριχ Νίτσε, ἔργο ποὺ διήρκεσε
εἴκοσι χρόνια, καθὼς καὶ ἔργα τῶν Ντιντερό, Μπακούνιν,
Στίρνερ, Φρόϊντ, Φουκό, Μποντριγιάρ, Καστοριάδη, Κοϊρὲ καὶ τῶν
στοχαστῶν τῆς Σχολῆς της Φρανκφούρτης. Ὑπῆρξε διευθυντὴς τῆς
σειρᾶς ἀρχαίων Ἑλλήνων συγγραφέων στὶς ἐκδόσεις Ἐξάντας,
καθὼς καὶ τοῦ βραχύβιου ἐκδοτικοῦ οἴκου τοῦ Ἀριστοτελείου
Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Τὸν Νοέμβριο τοῦ 2016 τιμήθηκε
ἀπὸ τὴν Ἑταιρεία Συγγραφέων μὲ τὸ βραβεῖο "Διδῶ Σωτηρίου" γιὰ
τὸ σύνολο τοῦ ἔργου του.
|
|
|
|
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου