
Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ
Τὸ Αεικίνητον
ΟΝΟΣ
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ, ἦρθε στὶς ἀρχὲς τοῦ περασμένου αἰῶνα στὸ
Λεοντάρι, εἴκοσι τριῶν χρόνων τότε, γιὰ νὰ στήσει ἕναν
νερόμυλο. Τὰ προηγούμενα πέντε χρόνια, ἐργαζόταν μὲ τὸν
μεγαλύτερο ἀδελφό του καὶ τὸν πατέρα του σὲ παρόμοιες
ἐργασίες, στήνοντας νερόμυλους καὶ ἀνεμόμυλους. Ἀφοῦ πέτυχε
ἡ πρώτη ἐγκατάσταση κι ἑτοιμαζόταν ν’ ἀναχωρήσει,
δημιουργήθηκε ἡ ἀνάγκη μιᾶς δεύτερης στὰ Βασιλικά, ἕνα μικρὸ
χωριὸ δίπλα. Δέχτηκε τὴ δελεαστικὴ πρόταση καὶ ξεκίνησε τὴ
δουλειὰ μὲ κέφι. Οἱ φτερωτὲς ποὺ κατασκεύαζε ἦταν πραγματικὰ
ἔργα τέχνης. Καὶ τὸ ἀλεύρι, ἦταν πιὰ πρώτης ποιότητας. Τὴ χάρηκε
πολὺ αὐτὴ τὴν ἐγκατάσταση, γιατί ἐκεῖ, τὸ νερὸ ποὺ ἐρχόταν
ἀπὸ μιὰ μεγάλη πηγὴ τοῦ χωριοῦ, ἔτρεχε ἀδιάκοπα σὲ μεγάλες
ποσότητες. Ἔχοντας τὴν πεῖρα τῆς προηγούμενης δουλειᾶς, δὲν
συνάντησε ἰδιαίτερες δυσκολίες καὶ σύντομα ἡ δεύτερή του
ἐπιτυχία ἦταν γεγονὸς καὶ πολὺ σύντομα ἀκολούθησαν κι ἄλλες.
Γιὰ πολλοὺς λόγους, ἡ περιοχὴ ἄρχισε νὰ ἀποκτᾶ οἰκονομικὴ
ἄνθιση καὶ τὸν ἐκτιμοῦσαν πολὺ γιατί ὅλοι καταλάβαιναν ὅτι καὶ
ἡ δική του συμβολὴ ἦταν οὐσιαστική.
Ἦταν τότε ποὺ γνωρίστηκε μὲ τὸν παπποῦ καὶ ἔγιναν
ἀχώριστοι φίλοι.
Κάθε βράδυ σύχναζαν στὴν ταβέρνα καὶ πίνανε
τὰ ποτά τους. Ὅταν τελείωναν οἱ ἱστορίες τους,
σιγοτραγουδοῦσαν μέχρι ἀργὰ καὶ πήγαιναν γιὰ ὕπνο ὅταν πιὰ ὁ
ταβερνιάρης ἄρχισε νὰ μαζεύει καὶ νὰ τακτοποιεῖ τὶς καρέκλες.
Τὸν πείραζαν ὅτι θὰ τὸν παντρέψουν στὸ Λεοντάρι καὶ θὰ τὸν
ἄφηναν γιὰ πάντα ἐκεῖ. Δὲν ἤξεραν ὅτι ἤδη ἀγαποῦσε μιὰ κοπελιὰ
ἀπὸ τὸ χωριὸ καὶ αὐτὸς ἦταν ὁ λόγος ποὺ δὲν ἀναχωροῦσε. Ὁ παπποῦς
ἦταν ἐπίσης, ἕνας λεβέντης ποὺ τοῦ ἄρεσαν οἱ περιπέτειες. Ἔφερε
τὸ πρῶτο λεωφορεῖο στὴν περιοχὴ καὶ ἔκανε τὴν τακτικὴ γραμμὴ
πρὸς τὴν πόλη. Ἕνα βράδυ, ὅταν πιὰ εἶχαν πιεῖ τὰ ποτά τους καὶ ἦταν
μόνοι τους, ἔσκασε τὸ μυστικὸ στὸν παπποῦ. Τοῦ ζήτησε νὰ εἶναι ὁ
κουμπάρος. Φυσικὰ ὁ παπποῦς δέχτηκε μὲ χαρὰ καὶ βάφτισε
ἀργότερα τὸ πρῶτο τους παιδί. Ἔμεινε γιὰ πάντα στὸ Λεοντάρι.
Οἱ δουλειὲς δὲν τελείωναν, ἦρθαν μετὰ οἱ μηχανὲς Ντῆζελ ποὺ
κινοῦσαν τοὺς μοντέρνους ἀλευρόμυλους καὶ παράλληλα ἔβγαζαν
καὶ νερὸ ἀπὸ τοὺς βαθιοὺς φραγκόλακκους.
Τὸν γνώρισα σὲ μεγάλη ἡλικία, ὅταν πιὰ εἶχε περάσει τα
ὀγδόντα καὶ ὁ παπποῦς πλησίαζε τὰ ἑβδομῆντα. Ἐγὼ μόλις εἶχα
τελειώσει τὴ δευτέρα γυμνασίου καὶ ἤμουν στὸ χωριὸ γιὰ τὶς
θερινὲς διακοπές. Πήγαμε μαζὶ μὲ τὸν παπποῦ στὸ ἐργαστήρι
του, ποὺ διατηροῦσε ἀκόμα, παρ' ὅλο ποὺ εἶχε σταματήσει νὰ
ἀναλαμβάνει μεγάλες ἐργασίες. Ἔκανε μόνο κάποιες
μικροδουλειὲς χωρὶς ἀμοιβή, γιὰ νὰ περνᾶ τὴν ὥρα του. Πήγαμε γιὰ
νὰ μᾶς ἐπιδιορθώσει τὸ ἐλατήριο τοῦ παλιοῦ ἀεροβόλου τοῦ
παπποῦ, ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ ρίξει τὰ σφαιρίδια πιὸ μακριὰ ἀπὸ
πέντε μέτρα. Ἦταν ὄρθιος καὶ συλλογιζόταν, δείχνοντας ἐδῶ κι
ἐκεῖ, σὲ διάφορα σημεῖα πάνω στὸν πάγκο ποὺ ἦταν μπροστά του.
Μᾶς ἀντιλήφθηκε ἀφοῦ πλησιάσαμε πολὺ κοντά. Ἔβγαλε τὰ
γυαλιά, τὰ ἔβαλε στὸν πάγκο καὶ μᾶς χαιρέτισε μὲ χειραψία
ἐκδηλώνοντας τὴ χαρά του ποὺ συναντοῦσε τὸν φίλο του. Μὲ
κοίταξε μὲ ἀπορία, ἀλλὰ ὁ παπποῦς τοῦ ἔλυσε ἀμέσως τὴν ἀπορία:
«ὁ ἐγγονός μου, ὁ λεβέντης καὶ νέος ἰδιοκτήτης.» «Ἔ! ἀπὸ ποῦ θὰ
πάρει», τοῦ γύρισε ἀμέσως, «φαίνεται» καὶ βάζοντας πάλι τὰ
γυαλιά του, πῆρε τὸ ἀεροβόλο στὰ χέρια του μουρμουρίζοντας
«πάλι τὸ ἐλατήριο; Ἔχει γεράσει σὰν κι ἐμᾶς, Γιῶρκο μου», —ἔτσι
ἀποκαλοῦσε τὸν παπποῦ— «νὰ ἀγοράσεις, ἂν καὶ εἶναι λίγο νωρὶς
ἀκόμα γιὰ ὅπλα, ἕνα καινούργιο γιὰ τὸν ἐγγονό σου, αὐτὸ ἔφαγε τὰ
ψωμιά του» καὶ προχώρησε δίπλα στὸν ἄλλο πάγκο. Ὅμως, καλὰ
ἔκανες καὶ ἦρθες γιατὶ μοῦ ἔδωσες μιὰ ἰδέα τώρα, ποὺ νομίζω θὰ
λύσει τὸ πρόβλημα ποὺ ἀντιμετωπίζω μὲ τὸ μηχάνημά μου.»
Ὁ παπποῦς γύρισε πρὸς τὸ μέρος μου καὶ δείχνοντας τὸ
«μηχάνημα» ποὺ ἦταν ἁπλωμένο σὲ ὅλο τὸ μῆκος ἐκείνου τοῦ
δεκάμετρου πάγκου, μοῦ ἔκλεισε τὸ μάτι καὶ εἶπε ψιθυριστά,
ἀλλὰ ἀρκετὰ δυνατὰ γιὰ νὰ ἀκούσει ὁ φίλος του: «ἀεικίνητον! Θὰ
σοῦ ἐξηγήσει μετά.»
Ἡ διαδικασία ποὺ ἀκολουθοῦσε κάθε φορὰ γιὰ τὴν
ἐπιδιόρθωση τοῦ ἐλατηρίου ἦταν ἁπλῆ: τὸ τέντωνε
ἀπομακρύνοντας τὰ δύο ἄκρα του, καὶ τὸ ἐλατήριο ἀποκτοῦσε ἔτσι
κάποια δυναμικὴ καὶ γιὰ λίγες μέρες, τὸ ἀεροβόλο ἔκανε καλὰ
τὴ δουλειά του. Δὲν ἀσχοληθήκαμε ἄλλο μὲ αὐτό. Ἄλλο μηχάνημα
εἶχε σειρὰ τώρα. Μοῦ μίλησε γιὰ τὶς προσπάθειες ποὺ ἔκανε γιὰ νὰ
ἀνακαλύψει τὸ «ἀεικίνητον». Δηλαδή, τὴ μηχανὴ ποὺ ἔτσι καὶ
ξεκινοῦσε, δὲν θὰ σταματοῦσε ποτὲ πιὰ καὶ θὰ ἔκανε ἀενάως, μιὰ
συγκεκριμένη κίνηση, ποὺ θὰ καθόριζε ὁ δημιουργός της.
Μᾶς εἶπε κάμποσες θεωρίες, ἀκατανόητες γιὰ μένα, καὶ
τέλος ἔφτασε ἡ πολυπόθητη στιγμἀ ποὺ θὰ ἔθετε τὴ μηχανὴ σὲ
λειτουργία γιὰ νὰ τὴ δοῦμε. Ἔβαλε μιὰ μεταλλικὴ σφαῖρα σ’ ἕνα
κατηφορικὸ μεταλλικὸ αὐλάκι —σὰν τσουλήθρα— καὶ σκοπὸς ἦταν ἡ
σφαῖρα νὰ ξαναμπεῖ στὸ αὐλάκι ἀπὸ τὸ ἴδιο σημεῖο, ἀφοῦ τὴν
ἀνεβάσουν διάφοροι μηχανισμοὶ ποὺ «ὅπλιζαν» καθὼς τοὺς ἄγγιζε
στὴν κατηφορική της πορεία. Ἡ μπάλα κυλοῦσε πιὸ χαμηλὰ καὶ
ἀκούγονταν οἱ διάφοροι μηχανισμοὶ ποὺ «ὅπλιζαν».
Ἐντυπωσιαστήκαμε ὅταν ἡ μεταλλικὴ σφαῖρα ἀνέβηκε μοναχή
της καὶ ξαναμπῆκε στὸ αὐλάκι καὶ ἄρχισε ξανὰ νὰ κυλᾶ πρὸς τὰ
κάτω. Τὴ δεύτερη φορὰ πάλι τὰ κατάφερε, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν τρίτη
διαδρομὴ καὶ μετά, κάθε φορὰ ἔμενε πιὸ πίσω μέχρι ποὺ τὴν
τελευταία φορά, γύρισε πρὸς τὰ πίσω καὶ σταμάτησε. Δὲν
ξαναδοκίμασε, ἄφησε τὴ σφαῖρα ἐκεῖ ποὺ κύλισε καὶ
ἀκινητοποιήθηκε.
«Βλέπεις; Ἐκεῖ ποὺ σταμάτησε, θὰ βάλω ἐλατήρια ποὺ θὰ
ὁπλίζουν ὅταν πέφτει ἡ σφαῖρα, ὅπως ἀκριβῶς τὸ ἀεροβόλο, καὶ
μετὰ θὰ τὴν ἐξακοντίζουν ψηλὰ κατ’ εὐθεῖαν στὸ αὐλάκι.» Κι
ἔμεινε γιὰ λίγο σιωπηλός. Λέτε νὰ βρήκαμε τὴ λύση; Ὁ παπποῦς
δὲν μίλησε. Πῆρε τὸ ἀεροβόλο καὶ μίλησαν γιὰ ἄλλα πράγματα
μέχρι τὴν ἔξοδο.
Ὁ σπουδαῖος μηχανικός, φίλος τοῦ παπποῦ, πέθανε τὸν
Ὀκτώβρη ἐκείνου τοῦ χρόνου λίγο μετὰ ποὺ εἶχα φύγει στὴν πόλη
γιὰ τὶς σπουδές μου. Ἀργότερα, μετὰ ἀπὸ μῆνες, ὅταν εἶδα τὸν
παπποῦ, ἦταν πολὺ λυπημένος ποὺ εἶχε χάσει τὸν καλύτερό του
φίλο. Δὲν εἶχε ὁλοκληρώσει τὴν ἀνακάλυψη τοῦ «ἀεικίνητου»,
ἀλλὰ ὅπως πληροφορήθηκα, οἱ χωριανοί, σύμφωνα μὲ τὴν
ἐπιθυμία του, ἐγκατέστησαν δίπλα στὸν τάφο του, ἕνα μικρὸ
δικῆς του ἐπινόησης καὶ κατασκευῆς Μηχανικὸ Σύστημα
Αὐτόματου Ποτίσματος, γιὰ νὰ ποτίζονται τὰ κυπαρισσάκια ποὺ
φύτεψαν δίπλα στὸν τάφο του, νὰ ρίχνουν τὴ σκιά τους καὶ νὰ τὸν
δροσίζουν.

Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ 20 Διηγήματα, ἐκδόσεις Κάρβας, Λευκωσία 2014.
Ὁ Νῖκος Νικολάου-Χατζημιχαὴλ
γεννήθηκε στὸ Βασίλι τῆς Κύπρου. Μετὰ τὴν ἀποφοίτησή του ἀπὸ
τὸ Ἑλληνικὸ Γυμνάσιο Ἀμμοχώστου σπούδασε μαθηματικὰ στὸ
Πανεπιστήμιο Ἀθηνών. Ἐργασίες του —βιβλιογραφίες,
ἐργογραφίες, μεταφράσεις, δοκίμια, χρονογραφήματα— ἔχουν
δημοσιευτεῖ σὲ ἑλλαδικὰ καὶ κυπριακὰ περιοδικά, στὸν
κυπριακὸ τύπο, καθὼς καὶ σὲ ἀνθολογίες καὶ σὲ συλλογικὰ ἔργα
στὴν Κύπρο, τὴν Ἑλλάδα καὶ ἀλλοῦ. Ἔχει τέσσερις ποιητικὲς
συλλογές: Διθαλάσσου, Κάρβας 2012, Πικρόλιθος, Κάρβας 2014, Ὕδατα Ὑδάτων, Κάρβας 2016 καὶ Ὕλεμ, Κάρβας 2024. Δύο ποιητικές του συλλογὲς ἔχουν μεταφραστεῖ στὰ ἰταλικά. Ἔχει τρεῖς συλλογὲς διηγημάτων: Ἡ κόρη τοῦ δραγουμάνου, Μεταίχμιο, Ἀθήνα, 2003· 20 Διηγήματα, Κάρβας, Κύπρος, 2014· Φυσορρόος,
Βακχικόν, Ἀθήνα 2019. Διηγήματά του ἔχουν μεταφραστεῖ στὰ
ἀγγλικά, ὁλλανδικὰ καὶ ἀλβανικά. Τὸ τελευταῖο βιβλίο του
εἶναι τὸ μυθιστόρημα Ὅταν σωπᾶσαν τὰ πουλιά, Κάρβας
2024. Ἔχει διοργανώσει ἀτομικὲς ἐκθέσεις ζωγραφικῆς καὶ
συμμετεῖχε σὲ πολλὲς ὁμαδικές. Ὑπῆρξε μὲλος τῆς πνευματικῆς
ὀμάδας τῶν περιοδικῶν λόγου, τέχνης καὶ προβληματισμοῦ «Ὁ
Κύκλος» καὶ «Κυπριακὴ Βιβλιοφιλία-Φιλοτεχνία.» Ζεῖ στὴ
Λευκωσία.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου