Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Δευτέρα 13 Απριλίου 2026

Ἡ ἀνθρωπολογία καὶ ἡ κοσμολογία τῆς Ἀναστάσεως

 


                                                         Ἀδὰμ γὰρ τῷ προτέρῳ δεύτερος

                                                         ὁ ἐν ὑψίστοις οἰκῶν

                                                         κατῆλθε μέχρις Ἅιδου ταμείων.

 

                                                                                Τοῦ κ. Κων. Ἰ. Δάλκου, Φιλολόγου,

                                                                            ἐπιτ. Δ/ντοῦ τοῦ 3ου Λυκ. Αἰγάλεω

 

 Φίλε ἀναγνώστη, συχνὰ ὑποστηρίζεται, κατὰ τὸ σχῆμα βέβαια τῆς ὑπερβολῆς, ὅτι μία εἰκόνα μπορεῖ νὰ εἶναι ἰσοδύναμη μὲ χίλιες λέξεις. Νομίζω λοιπὸν ὅτι, ἂν κάποιος ἤθελε νὰ ἐπιχειρηματολογήσῃ ἐπ’ αὐτοῦ, θὰ μποροῦσε νὰ προτείνῃ ὡς πρόχειρο καὶ πειστικὸ παράδειγμα τὴν ὀρθόδοξη εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως, ἡ ὁποία φέρει κάποτε καὶ τὸν ὑπέρτιτλο  «Εἰς Ἅιδου κάθοδος». Στὸ κέντρο λοιπὸν τῆς εἰκόνας αὐτῆς, νικητὴς τοῦ θανάτου ὁ Χριστός, πατῶντας θριαμβικὰ πάνω στὴν διαλυμένη βίαια καστρόπορτα τοῦ Ἃιδη, εἰκονίζεται νὰ ἀνασύρῃ ἀπὸ τοὺς τάφους των δύο γεροντικὲς ἀδύναμες μορφές, τὸν Ἀδὰμ δηλαδὴ καὶ τὴν Εὔα, τῶν ὁποίων ἡ παρακοὴ προκάλεσε τὴν εἰσβολὴ τοῦ θανάτου στὸ ἀνθρώπινο φύραμα.

   Κατ’ ἀρχὰς ἡ συγκεκριμένη εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως, εἰκονίζοντας τὴν ἔγερση τῶν πρωτοπλάστων καὶ τῶν ἄλλων βιβλικῶν προσώπων, ποὺ ἐκεῖ τοὺς περιστοιχίζουν, διδάσκει προφανῶς ὅτι ἡ ἀνάσταση εἶναι συγχρόνως ἀναβίωση ψυχῶν καὶ σωμάτων καὶ ὄχι μόνον ψυχῶν. Αὐτὸ ἐξ ἄλλου δηλώνει καὶ ὁ Εὐαγγελιστὴς ἀφηγούμενος ὅτι «μετὰ τὴν ἔγερσιν» τοῦ Χριστοῦ «πολλὰ σώματα τῶν κεκοιμημένων ἁγίων ἠγέρθησαν καὶ ἐξελθόντες ἐκ τῶν μνημείων μετὰ τὴν ἔγερσιν αὐτοῦ εἰσῆλθον εἰς τὴν ἁγίαν πόλιν καὶ ἐνεφανίσθησαν πολλοῖς».

Σήμερα βέβαια, μετὰ ἀπὸ δύο χιλιετίες χριστιανικοῦ κηρύγματος, τὸ προφανὲς αὐτὸ συμπέρασμα ποὺ ἐξάγεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως δὲν φαίνεται νὰ ξενίζῃ ἰδιαιτέρως. Γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ὅμως τῆς ἐποχῆς ποὺ αὐτὸ ἐκηρύχθη ἦταν μιὰ ἐπαναστατικὴ ἀποκάλυψη, μιὰ σκανδαλίζουσα πίστη περὶ τῆς οὐσίας τοῦ ἀνθρώπου, μιὰ πρωτοφανὴς καὶ μέχρι τότε ἀδιανόητη «ἀνθρωπολογία». Γιὰ νὰ κατανοηθοῦν ὅμως ἡ πρωτοτυπία τοῦ λυτρωτικοῦ αὐτοῦ κηρύγματος, ἀλλὰ καὶ οἱ σφοδρὲς ἀντιδράσεις ποὺ συνάντησε θὰ ἀπαιτηθῇ μιὰ σύντομη ἀναδρομὴ στὶς πιὸ γνωστὲς μέχρι τότε λαϊκὲς παραδόσεις καὶ φιλοσοφικὲς ἀναλύσεις.

   Ἐν πρώτοις χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ Ὁμηρικὴ λαϊκὴ «ἀνθρωπολογία», ἡ ὁποία διατυπώνεται ἤδη,ἐμμέσως πλὴν σαφῶς, στὸ γνωστὸ προοίμιον τῆς Ἰλιάδος. Ἐκεῖ ἡ ὀλέθρια «μῆνις», ἡ μανιώδης ὀργὴ τοῦ Ἀχιλλέως, ἐκτὸς τῶν ἄλλων    συμφορῶν ποὺ ἐπροκάλεσε,

                                    πολλὰς ἰφθίμους ψυχὰς Ἄϊδι προϊαψεν

                                    ἡρώων, αὐτοὺς δ’ ἑλώρια τεῦχε κύνεσσιν

                                    οἰωνοῖσι τε πᾶσι...

Δηλαδή, πολλὲς ρωμαλέες ψυχὲς παλληκαριῶν ἔστειλε στὸν Ἅδη, ἐνῶ τοὺς ἴδιους τοὺς ἔδωσε σπαράγματα τῶν σκυλιῶν καὶ τῶν ἁρπακτικῶν πουλιῶν. Συνήθως, φίλε ἀναγνώστη, οἱ μεταφραστὲς τῶν στίχων αὐτῶν, ἐκφράζοντας, προφανῶς ἀνεπιγνώστως, τὴν κρατοῦσα ἀντίθετη «ἀνθρωπολογία», ἀποδίδουν τὴν ἀντωνυμίαν «αὐτοὺς» τοῦ Ὁμηρικοῦ κειμένου μὲ τὴν περίφραση «τὰ σώματά τους». Ἡ ὁριστικὴ ὅμως ἀντωνυμία αὐτός, αὐτή, αὐτό, ὅπως εἶναι γνωστόν, χρησιμοποιεῖται καὶ ἀντὶ τοῦ τρίτου προσώπου τῆς προσωπικῆς ἀντωνυμίας, ἐν προκειμένῳ δὲ σημαίνει τὸν ἴδιον τὸν ἄνθρωπο, τὸ κατ’ ἐξοχὴν «ἐγὼ» τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι λοιπόν, κατὰ τὸν Ὅμηρο, ὁ ἄνθρωπος κυρίως τὸ σῶμα του, καὶ ὄχι ἡ ψυχή του. Ἡ ἀντίληψη αὐτὴ σαφῶς εἰκονίζεται καὶ στὴν «Νέκυια», δηλαδὴ στὴν ραψῳδία λ τῆς Ὀδύσσειας. Ἐκεῖ ὁ Ὀδυσσεύς, ὅταν, ἀκολουθῶντας τὶς ὁδηγίες τῆς Κίρκης, κατεβαίνει στὸν Ἅδη, συναντᾷ ἐκεῖ «ἀμενηνὰ κάρηνα», ἀδρανεῖς δηλαδὴ καὶ σκιώδεις ὑπάρξεις ποὺ ἀποκτοῦσαν προσωρινῶς συνείδηση τῆς παλαιᾶς των ταυτότητας, ὅταν τοὺς ἐπέτρεπε νὰ δοκιμάσουν τὸ αἷμα ἑνὸς σφαγίου, ὅταν δηλαδὴ ἔρχονταν σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸ σωματικὸ στοιχεῖο τῆς ζωῆς! Ὀρθῶς ἑπομένως ὁ Ἰάκ. Πολυλᾶς μεταφράζει:

                          ἀνδράγαθες ροβόλησε πολλὲς ψυχὲς στὸν Ἅδη

                          ἡρώων κι ἔδωκεν αὐτοὺς ἁρπάγματα τῶν σκύλων

                          καὶ τῶν ὀρνέων...

   Τὴν ἀκριβῶς ἀντίθετη ἄποψη περὶ τῆς οὐσίας τοῦ ἀνθρώπου συναντοῦμε στὴν Πλατωνικὴ φιλοσοφία, ἡ ὁποία, ἀκολουθῶντας μᾶλλον Ὀρφικὲς ἢ Πυθαγόρειες ἀντιλήψεις, διδάσκει πὼς ἡ ψυχὴ εἶναι ἀθάνατη καὶ προϋπάρχει τοῦ σώματος, τὸ ὁποῖον εἶναι γι’ αὐτὴν τάφος ἢ δεσμωτήριο καὶ ὁ ἐγκλεισμός της σ’ αὐτὸ τιμωρία, αἰτία δηλαδὴ βιοτικῶν μεριμνῶν, καὶ ὑλικῶν περιπλοκῶν, ἀπὸ τὶς ὁποῖες, γιὰ νὰ ἐξαγνισθῇ, πρέπει νὰ ὑποστῇ ἀλλεπάλληλες μετενσαρκώσεις, μέχρις ὅτου ἐπανέλθῃ στὸν ἰδανικὸν κόσμο τῶν ἰδεῶν ἀπὸ τὸν ὁποῖον προῆλθε. Γι’ αὐτὸ στὸν Πλατωνικὸ «Φαίδωνα» ἡ Φιλοσοφία ὁρίζεται ὡς «μελέτη θανάτου». Ὁ Πλάτων φαίνεται πὼς ἀποδέχεται καὶ τὴν προσωπικὴ ἀθανασία τῶν ψυχῶν, ἐνῶ ὁ Ἀριστοτέλης ὑποστηρίζει ὅτι ἡ ἀτομικὴ ψυχὴ πεθαίνει μαζὶ μὲ τὸ σῶμα.

   Ὅταν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἐπισκέπτεται τὴν Ἀθήνα (51 – 52 μ.Χ.) καὶ κηρύσσει τὴν Ἀνάσταση, εἴκοσι περίπου χρόνια μετὰ ἀπὸ αὐτήν, ἀντιμετωπίζει τὸν χλευασμὸ τῶν Ἀθηναίων, οἱ ὁποῖοι τότε, ὅπως φαίνεται, ἀποδέχονταν κυρίωςτὰ Στωικὰ καὶ Ἐπικούρεια δόγματα. Θαυμάζει κανεὶς τὴν τόλμη τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου, ὁ ὁποῖος συζητῶντας μὲ τοὺς ἐντόπιους Ἐπικούρειους καὶ Στωικοὺς φιλοσόφους δὲν διστάζει νὰ ὁμιλήσῃ περὶ ἀναστάσεως σωμάτων καὶ ψυχῶν, ἀλλά, καὶ περὶ ἄλλων συναφῶν, πλήρως ὅμως ἀναιρετικῶν τῶν φιλοσοφικῶν τους πεποιθήσεων. Διότι ὁ μὲν Ἐπίκουρος ἀπέρριπτε τὴν ἀθανασία τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία, κατ’αὐτόν, ἐξαφανίζεται μαζὶ μὲ τὸ σῶμα, οἱ δὲ Στωικοὶ ἐδίδασκαν ὅτι ἡ ἀτομικὴ ψυχὴ εἶναι σωματικῆς φύσεως καὶ μετὰ τὸν θάνατο ἐξαφανίζεται χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ προφανῶς προσωπικὴ ἀθανασία.

   Ἦταν ἑπομένως ἀπολύτως ἀναμενόμενη ἡ ἔκπληξη καὶ ἡ εἰρωνικὴ ἀντίδραση τῶν θαμώνων τότε τῆς Ἀθηναϊκῆς ἀγορᾶς, μολονότι, κατὰ τὸ κείμενο τῶν «Πράξεων», «εἰς οὐδὲν ἕτερον εὐκαίρουν ἢ λέγειν τι καὶ ἀκούειν καινότερον», δηλαδὴ δὲν ἔκαναν τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὸ νὰ συζητοῦν γιὰ κάθε τι νέο καὶ παράδοξο. Ὅταν ὅμως ἐπὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου τὰ «ξενίζοντα τὰς ἀκοάς» των πρωτάκουστα διδάγματα τοῦ Ἀποστόλου κατέληξαν στὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, τότε διέκοψαν ἀποτόμως τὴν διάλεξη, ἀφοῦ αὐτὴ ἦταν πλήρως ἀναιρετικὴ τῶν κάθε εἴδους φιλοσοφικῶν ἢ θρησκευτικῶν τους πεποιθήσεων. Διότι αὐτὴ ἡ κηρυσσόμενη ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ποὺ συνεπάγεται τὴν προσδοκώμενη ἔγερση ἀδιακρίτως σωμάτων καὶ ψυχῶν, ὑπαγορεύει ἕνα νέον ὁρισμὸ τοῦ ἀνθρώπου, μιὰ καινούργια καὶ πρὶν ἀδιανόητη  «ἀνθρωπολογία»,  ἡ ὁποία γιὰ τοὺς Ἰουδαίους ἦταν «σκάνδαλον» καὶ γιὰ τοὺς Ἕλληνες «μωρία».

 Πέραν ὅμως αὐτῶν, εἶναι προφανὲς ὅτι αὐτή, ἡ μέσῳ τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, προσδοκώμενη «ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ» ἀνάσταση τοῦ συνόλου τῶν ἀνθρώπων εἰσηγεῖται καὶ μιὰν ἄλλη κοσμολογία ἢ μᾶλλον ἐσχατολογία. Ἐπ’ αὐτοῦ οἱ θεωρίες τῶν διαφόρων φιλοσοφικῶν σχολῶν, φαίνεται, σὲ γενικὲς βέβαια γραμμές, νὰ ἀναπτύσσουν τὴν Ὁμηρικὴ διατύπωση τῶν «περιπλομένων ἐνιαυτῶν», αὐτὴ ποὺ πιὸ ἀναλυτικὰ ἐπαναλαμβάνεται μετὰ εἴκοσι πέντε περίπου αἰῶνες στοὺς πρώτους στίχους τοῦ Ἐρωτοκρίτου:

Τοῦ κύκλου τὰ γυρίσματα ποὺ ἀνεβοκατεβαίνουν

καὶ τοῦ τροχοῦ ποὺ ὧρες ψηλὰ κι ὧρες στὰ βάθη πηαίνουν

καὶ τοῦ καιροῦ τὰ πράματα, ποὺ ἀναπαημὸ δὲν ἔχουν,

μὰ στὸ καλὸ κι εἰς τὸ κακὸ περιπατοῦν καὶ τρέχουν...

Εἶναι ἡ ἴδια ποὺ ἐκφράζει μελαγχολικὰ ἡ ἀνατολίτικη σοφία τοῦ ξεπεσμένου Παπαδιαμαντικοῦ Δερβίση: «Μποὺ ντουνιὰ τσὰρκ  φιλέκ» (αὐτὸς ὁ κόσμος εἶναι σφαῖρα καὶ γυρίζει)!

   Αὐτὴ ἡ περὶ ἀνακυκλήσεως τοῦ κόσμου θεωρία σημαίνει ὅτι καὶ ἡ ἀνθρώπινη ἱστορία ἀκολουθεῖ μιὰ κυκλική, καὶ ὄχι εὐθύγραμμη, πορεία μὲ συνέπεια νὰ μὴ ἀναμένεται κάτι νέο. Ἑπομένως, μὲ ἄλλα λόγια, εἴμαστε ἐγκλωβισμένοι σὲ ἕνα ἀδιαπέραστο ἐφιαλτικὸ κύκλωμα, καταδικασμένοι ἐς ἀεὶ νὰ ξαναγυρίζουμε κατὰ περιόδους στὸ ἴδιο σημεῖο, γιὰ νὰ διαπράξουμε τὰ ἴδια σφάλματα καὶ νὰ ὑποστοῦμε τὰ ἴδια δεινά, ὅπως ἐδίδασκαν οἱ Στωικοί!

  Ἐδῶ ἴσως ἔχει θέση καὶ τὸ περιβόητο ὑπ’ἀριθμ. 30 ἀπόσπασμα τοῦ Ἡρακλείτου: «Τὸν κόσμον τόνδε {...} οὔτε τις θεῶν οὔτε ἀνθρώπων ἐποίησεν, ἀλλ’ ἦν ἀεὶ καὶ ἔστιν καὶ ἔσται· πῦρ ἀείζωον ἁπτόμενον μέτρα καὶ ἀποσβεννύμενον μέτρα». Δηλαδὴ ὁ κόσμος μας δὲν εἶναι δημιούργημα κάποιου θεοῦ ἢ ἀνθρώπου, ἀλλ’ ὑπῆρχε ὑπάρχει καὶ θὰ ὑπάρχῃ. Εἶναι μιὰ αἰωνίως ζωντανὴ φωτιὰ ποὺ ἀνάβει καὶ σβήνει σύμφωνα μὲ κάποια καθωρισμένα μέτρα. Εἶναι χαρακτηριστικὸν ὅτι τὰ ἴδια Ἡρακλείτεια λόγια χρησιμοποιεῖ καὶ ὁ ὑμνῳδὸς τῶν αἴνων τῆς Πεντηκοστῆς, γιὰ νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἀκριβῶς ἀντίθετη πεποίθηση: «Τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἦν μὲν ἀεὶ καὶ ἔστι καὶ ἔσται, οὔτε ἀρξάμενον οὔτε παυσόμενον...». Μὲ ἄλλα λόγια αἰώνιος εἶναι ὁ Θεὸς καὶ ὄχι ὁ κόσμος, ὁ ὁποῖος προφανῶς ἔχει ἀρχὴ καὶ τέλος, ἀκολουθεῖ δηλαδὴ μιὰ γραμμικὴ καὶ ὄχι κυκλικὴ ἀδιέξοδη πορεία.

 Ὁ παρὼν κόσμος λοιπὸν καὶ ἡ ἀνθρώπινη ἱστορία προβλέπεται κατὰ τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας νὰ ἔχουν ἕνα τέλος, ἡ θέωση ὅμως τοῦ ἀνθρώπου ποὺ δὲν ἀφορᾷ μόνον τὴν ψυχή, ἀλλὰ καὶ τὸ σῶμα του, ἀρχίζει ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωὴ καὶ ὁλοκληρώνεται στὸν «μέλλοντα αἰῶνα», διότι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι παροῦσα καὶ μέλλουσα. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς παρομοιάζει τὸ σύνολο τῆς ἱστορίας τοῦ κόσμου μὲ ἑβδομάδα, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ διαδεχθῇ ἡ ὀγδόη ἡμέρα, δηλαδὴ ἡ αἰώνια ζωή, ποὺ θ’ ἀρχίσῃ μὲ τὴν προσδοκώμενη κατὰ τὸ σύμβολο τῆς πίστεως «ἀνάσταση νεκρῶν». Ἤδη ὁ Μ. Βασίλειος εἶχε ὀνομάσει τὴν  Κυριακὴ εἰκόνα τοῦ μέλλοντος αἰῶνος.Ἡ ἀνάσταση λοιπὸν τοῦ Χριστοῦ ἔχει εἰσαγάγει τὴν ὀγδόη ἡμέρα ἐντὸς τῆς ἱστορίας.Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἑορτασμὸς τῆς Κυριακῆς ἔχει ἐσχατολογικὸ χαρακτῆρα, διότι προτυπώνει τὴν ἔναρξη τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, ὁ ὁποῖος εἰκονίζεται μὲ τὴν χαρμόσυνη περίοδο τῆς Πεντηκοστῆς. Ἀντιθέτως ἡ περίοδος τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς συμβολίζει τὸν παρόντα αἰῶνα, τὸν «ἀπατεῶνα», κατὰ τὸν στίχον τοῦ «Ἀκαθίστου», περίοδο δηλαδὴ ἀγώνων καὶ θλίψεων. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον αὐτὸ ποὺ ὀνομάζουμε «μετὰ Χριστὸν» ἱστορία ἔχει συνδεθῆ μὲ τὴν αἰωνιότητα, ἐντὸς τῆς ὁποίας ἔκτοτε ὁ θάνατος ἀποτελεῖ ἁπλῶς ἕνα ἐπεισόδιο τῆς παρούσης ζωῆς.

   Ἡ ἀνάσταση λοιπὸν τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνα ἀκόμη μεμονωμένο θαῦμα, ὅπως τὰ πολλὰ ἐκεῖνα ποὺ ἀφηγοῦνται οἱ συγγραφεῖς τῶν εὐαγγελίων, ἀλλὰ ἕνα γεγονὸς κοοσμοϊστορικὸ μὲ ἀνθρωπολογικὲς καὶ κοσμολογικὲς διαστάσεις ποὺ διακηρύσσει τὸ αἰώνιο «συναμφότερον» τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου καὶ προοιωνίζει «καινὸν οὐρανὸν καὶ καινὴν γῆν», «ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ». Εἶναι λοιπὸν ἡ πίστη στὸ θαυμαστὸ αὐτὸ γεγονὸς ἡ μοναδικὴ πηγὴ νοήματος γιὰ τὸν ἀνθρώπινο βίο, ἡ μόνη βάσιμη ἐλπίδα πὼς ἡ ὕπαρξή μας δὲν εἶναι ἕρμαιο μιᾶς ἀνόητης τύχης, ἀλλὰ πρόνοια μιᾶς ἄνωθεν ἄπειρης ἀγάπης ποὺ δὲν «ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς». Εἶναι ἐπίσης λογικὸ νὰ συμπεράνῃ κανεὶς ὅτι ἡ ἄρνηση τῆς προσδοκίας αὐτῆς εἶναι καὶ ἡ αἰτία ἐν πολλοῖς ὄχι μόνον τοῦ σκόπιμου κακοῦ στὴν ζωή μας. Διότι πολλὲς μπορεῖ νὰ σωρεύῃ συμφορὲς καὶ μόνον ἡ ἀδιαφορία ποὺ ἐκφράζει ἡ διακήρυξη «ἐμοῦ θανόντος γαῖα μιχθήτω πυρί», πολὺ περισσότερο ὅταν διατυπώνεται ἀπὸ κάποια Λουδοβίκειο θέση καὶ ἔπαρση: «apres moi le deluse»(μετ’ ἐμὲ ὁ κατακλυσμός)!

   Γι’ αὐτό, φίλε ἀναγνώστη, καὶ μόνον ἡ ἐνσυνείδητη παραδοχὴ «Χριστὸς ἀνέστη» ἀποτελεῖ τὴν βασικὴ αἰτία, ἀπὸ τὴν ὁποίαν πηγάζει ἡ γενικὴ ἀληθινὴ ἐλπίδα καὶ ἡ χαρὰ μέσα στὴν σκοτεινὴ ἀγωνία ποὺ πνίγει καὶ σήμερα, ὅπως πάντα, τὴν Οἰκουμένη.

          Καλὴν Ἀνάσταση!

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου