
Κέιτ Σοπέν (Kate Chopin)
Τό φιλί
(The Kiss)
ΚΟΜΗ
εἶχε ἀρκετό φῶς ἔξω, ὅμως στό σπίτι, μέ τίς κουρτίνες
τραβηγμένες καί τή φωτιά νά σιγοκαίει ρίχνοντας μιά φευγαλέα
κι ἀβέβαιη λάμψη, τό δωμάτιο ἦταν γεμᾶτο βαθειές σκιές.
Ὁ Μπράντεν ἦταν βυθισμένος σέ μιάν ἀπ’ αυτές τίς σκιές· τόν
εἶχε καλύψει καί δέν τόν πείραζε. Ἡ ἀσάφεια τοῦ σκοταδιοῦ
τοὔδινε θάρρος νά κρατάει τό βλέμμα του καρφωμένο μέ ὅσο πάθος
ἤθελε πάνω στό κορίτσι πού καθόταν στό φῶς τῆς φωτιᾶς.
Ἦταν πολύ ὄμορφη, μέ μιά συγκεκριμένη θελκτική, πλούσια
ἀπόχρωση δέρματος πού χαρακτηρίζει τόν ὑγιή, μελαχρινό τύπο.
Ἦταν ἀπόλυτα συγκροτημένη, ἔτσι ὅπως χάϊδευε ἀφηρημένα τό
σατινέ τρίχωμα τῆς γάτας πού εἶχε κουλουριαστεῖ στήν ἀγκαλιά
της, ἐνῷ περιστασιακά ἔστελνε μιάν ἀργή ματιά στή σκιά ὅπου
καθόταν ὁ φίλος της. Μιλοῦσαν χαμηλόφωνα, γιά ἀδιάφορα
πράγματα τά ὁποῖα γινόταν ὁλοφάνερο πώς δέν ἦσαν αὐτά πού εἶχαν
πραγματικά στό μυαλό τους. Ἤξερε ὅτι τήν ἀγαποῦσε – ἕνας
εἰλικρινής, φωνακλάς τύπος χωρίς ἀρκετή πονηριά ὥστε νά
κρύβει τά αἰσθήματά του, καί χωρίς καμιά διάθεση νά τό κάνει.
Ἐδῶ καί δυό βδομάδες ἀναζητοῦσε ἐπίμονα καί μέ ζῆλο τή
συντροφιά της. Περίμενε μέ σιγουριά ὅτι θά τῆς ἔκανε πρόταση
γάμου, καί σκόπευε νά τήν ἀποδεχτεῖ. Ὁ μᾶλλον ἀσήμαντος καί ὄχι
ἑλκυστικός Μπράντεν ἦταν πάμπλουτος· καί τῆς ἄρεσε καί τῆς ἦσαν
ἀπαραίτητη ἡ κουστωδία τῶν ἀνέσεων πού ὁ πλοῦτος του θά τῆς
πρόσφερε.
Κατά τή διάρκεια μιᾶς παύσης στό ἐνδιάμεσο τῆς συζήτησής
τους γιά τό τελευταῖο τσάι καί τήν ἑπόμενη δεξίωση ἄνοιξε ἡ
πόρτα καί μπῆκε ἕνας νέος ἄντρας τόν ὁποῖο ὁ Μπράντεν γνώριζε
ἀρκετά καλά. Ἡ κοπέλα γύρισε τό πρόσωπό της πρός τό μέρος του.
Μέ ἕνα-δυό βήματα ἦρθε δίπλα της σκύβοντας πάνω ἀπό τήν
καρέκλα της —πρίν κἄν ἐκείνη ὑποψιαστεῖ τήν πρόθεσή του, ἀφοῦ δέν
κατάλαβε πώς ἐκεῖνος δέν εἶχε δεῖ τόν ἐπισκέπτη της—τῆς ἔδωσε
ἕνα παθιασμένο, παρατεταμένο φιλί στά χείλη.
Ὁ Μπράντεν σηκώθηκε ἀργά· τό ἴδιο κι ἡ κοπέλα, ἐνῶ στό
πρόσωπο τοῦ νεοαφιχθέντος, πού στεκόταν ἀνάμεσά τους, ἡ
ἀμηχανία κι ἡ ἑνός ὁρισμένου βαθμοῦ πρόκληση πάλευαν μέ τή
σύγχυση.
«Νομίζω», τραύλισε ὁ Μπράντεν, «Βλέπω ὅτι ἔμεινα ἀρκετά.
Ἐγώ —ἐγώ δέν εἶχα ἰδέα—γι’ αυτο. Πρέπει νά σᾶς ἀποχαιρετίσω».
Κρατοῦσε σφιχτά τό καπέλο μέ τά δυό του χέρια, καί μᾶλλον δέν
πρόσεξε ὅτι ἐκείνη τοῦ ἅπλωνε τό χέρι, ἡ ψυχραιμία δέν τήν εἶχε
ἐγκαταλείψει ἐντελῶς· ὡστόσο δέν μποροῦσε νά ἐμπιστευτεῖ τόν
ἑαυτό της καί νά μιλήσει.
«Ὁρκίζομαι, δέν τόν εἶδα νά κάθεται ἐκεῖ, Νάτι! Ξέρω,
εἶναι τρομερά ἄβολο γιά σένα. Ὅμως ἐλπίζω νά μέ συγχωρήσεις
αὐτή τή φορά – γι’ αὐτή τήν πρώτη ρήξη. Μά, τί συμβαίνει;»
«Μή μ’ ἀγγίζεις· μή μέ πλησιάζεις», τοῦ ἀπάνησε
ὀργισμένα. «Πῶς τό ἐννοεῖς μέ τό νά μπαίνεις σπίτι χωρίς νά
χτυπήσεις;»
«Ἦρθα μέ τόν ἀδελφό σου, ὅπως κάνω συχνά», ἀπάντησε ψυχρά,
ἀπολογητικά. «Μπήκαμε ἀπό τό πλάι. Αὐτός ἀνέβηκε πάνω κι ἐγώ
ἦρθα ἐδῶ ἐλπίζοντας νά σέ βρῶ. Ἡ ἑξήγηση εἶναι ἀρκετά ἁπλή καί
θά πρέπει νά σέ ἱκανοποιεῖ πώς τό ἀτυχές γεγονός ἦταν
ἀναπόφευκτο. Ἀλλά, πές ὅτι μέ συγχωρεῖς, Νάταλι», τήν
παρακάλεσε μαλακώνοντας.
«Νά σέ συγχωρήσω! Δέν ξέρεις τί λές. Ἄσε με νά περάσω. Ἐξαρτᾶται ἀπό πολλά, ἄν ποτέ σέ συγχωρήσω.»
Σ’ ἐκείνη τήν ἐπερχόμενη δεξίωση, γιά τήν ὁποία εἶχαν
μιλήσει μέ τόν Μπράντεν, ἀμέσως μόλις τόν εἶδε τόν πλησίασε μέ
ἀπολαυστική εἰλικρίνεια στόν τρόπο της.
«Θά μοῦ ἐπιτρέπατε νά σᾶς μιλήσω γιά ἕνα-δυό λεπτάκια,
κύριε Μπράντεν;» τόν ρώτησε χαμογελώντας γοητευτικά ἀλλά
ταραγμένα. Ἔδειχνε τρομερά δυστυχής· ὅμως, ὅταν κρατώντας τον
ἀπό τό μπράτσο τόν ὁδήγησε μακριά, σέ μιάν ἥσυχη ἀπομονωμένη
γωνιά, μιά ἀχτίδα ἐλπίδας ἔλαμψε μές στήν σχεδόν κωμική θλίψη
τῆς ἔκφρασής του. Ἦταν ἐμφανῶς πολύ εἰλικρινής.
«Ἴσως δέν ἔπρεπε νά ἐπιδιώξω αὐτή τή συζήτηση, κύριε
Μπράντεν· ἀλλά – ἀλλά, ὤ, ἔνιωθα τόσο ἄβολα, σχεδόν
δυστυχισμένη ἀπ’ ἐκεῖνο τό μικρό περιστατικό προχθές. Ὅταν
σκέφτηκα πώς μπορεῖ νά τό παρεξηγήσατε, καί νά πιστέψατε
πράγματα…» —ἡ ἐλπίδα ἦταν φανερό πώς κυριαρχοῦσε τῆς
δυστυχίας πάνω στό στρογγυλό, εἰλικρινές πρόσωπο τοῦ
Μπράντεν— «Βεβαίως, ξέρω πώς δέν σημαίνει τίποτα γιά σᾶς, ἀλλά
γιά τό δικό μου καλό θέλω νά καταλάβετε πώς ὁ κύριος Χάρβυ
εἶναι ἀπό παλιά στενός φίλος. Πάντα ἤμασταν σάν ξαδέλφια – σάν
ἀδέλφια, μπορῶ νά πῶ. Εἶναι ὁ πιό στενός φίλος τοῦ ἀδελφοῦ μου καί
συχνά φαντάζεται πώς ἔχει τά ἴδια δικαιώματα μέ τήν
οἰκογένεια. Ὤ, ξέρω πώς εἶναι γελοῖο, ἀδικαιολόγητο, νά σᾶς
λέω αὐτά· ἀκόμη καί ἀπρεπές», σχεδόν ἦταν ἕτοιμη νά κλάψει, «ὅμως
ἔχει τόση σημασία γιά μένα τί σκέφτεστε – γιά μένα». Ἡ φωνή της
εἶχε χαμηλώσει κι ἦταν ταραγμένη. Ἡ δυστυχία εἶχε
ἐξαφανιστεῖ ἐντελῶς ἀπό τό πρόσωπο τοῦ Μπράντεν.
«Δηλαδή, στ’ ἀλήθεια σᾶς νοιάζει τί σκέφτομαι, δεσποινίς
Νάταλι; Μπορῶ νά σᾶς λέω δεσποινίς Νάταλι;» Ἔστριψαν σ’ ἕναν
μακρύ, σκοτεινό διάδρομο πού καί στίς δυό πλευρές του ὑπῆρχαν
ψηλά, κομψά φυτά. Περπάτησαν ἀργά ὥς τήν ἄκρη του. Γυρίζοντας
γιά νά ἐπιστρέψουν τό πρόσωπο τοῦ Μπράντεν ἔλαμπε καί τό δικό της
εἶχε ὕφος θριάμβου.
Ὁ Χάρβυ ἦταν ἀνάμεσα στούς καλεσμένους τοῦ γάμου· τήν ἀναζήτησε σέ μιά σπάνια στιγμή πού στεκόταν μόνη.
«Ὁ σύζυγός σου», εἶπε χαμογελώντας, «μ’ ἔστειλε νά σέ φιλήσω».
Ἕνα γρήγορο κοκκίνισμα κάλυψε τό πρόσωπό της καί τόν
λεῖο, στρογγυλό λαιμό της. «Ὑποθέτω εἶναι φυσικό γιά ἕναν ἄντρα
νά νιώθει καί νά φέρεται γενναιόδωρα σέ μιά περίσταση σάν
αὐτή. Μοῦ λέει ὅτι δέν θέλει ὁ γάμος του νά διακόψει ἐντελῶς ὅλη
ἐκείνη τήν εὐχάριστη οἰκειότητα πού ὑπῆρχε ἀνάμεσα σ’ ἐμένα
κι ἐσένα. Δέν ξέρω τί τοῦ εἶπες», εἶπε μ’ ἕνα θρασύ χαμόγελο,
«ἀλλά μ’ ἔστειλε ἐδῶ νά σέ φιλήσω».
Ἔνιωσε ὅπως ὁ σκακιστής πού, χειριζόμενος ἔξυπνα τά
πιόνια, βλέπει τό παιγνίδι νά παίρνει ἀκριβῶς τήν ἐπιδιωκόμενη
τροπή. Τά μάτια της ἦσαν φωτεινά καί τρυφερά μ’ ἕνα χαμόγελο
καθώς κοίταζε τά δικά του· καί τά χείλη της ἔδειχναν πεινασμένα
γιά τό φιλί πού προσκαλοῦσαν.
«Ἀλλά, ξέρεις», συνέχισε ἥσυχα, «δέν τοῦ τό εἶπα, θά
ἔμοιαζε ἀχαριστία, ὅμως μπορῶ νά τό πῶ σ’ ἐσένα. Ἔχω σταματήσει
νά φιλάω γυναῖκες· εἶναι ἐπικίνδυνο».
Ἔ, λοιπόν, τῆς ἔμεινε ὁ Μπράντεν καί τά ἑκατομμύριά του. Δέν
μπορεῖς νά τἄχεις ὅλα σ’ αὐτόν τόν κόσμο· κι ἦταν λίγο παράλογο
ἀπό μέρους της νά τό περιμένει.

Πηγή:
ἤ
Κέιτ Σοπέν (Kate Chopin) (1850-1904).
Τό πραγματικό της ὄνομα ἦταν Katherine O’ Flaherty. Ἀμερικανίδα
συγγραφέας γαλλοκαναδικῆς καί ἰρλανδικῆς καταγωγῆς.
Ἔγραψε διηγήματα γιά παιδιά καί ἐνηλίκους. Σημαντικότερα
ἔργα της θεωροῦνται οἱ συλλογὲς διηγημάτων της Bayou Folk (1894) καί A night in Acadie (1897) καθώς καί τό μυθιστόρημα The Awakening
(1899) – μεταφρασμένο καί στά ἑλληνικά. Θεωρεῖται ἀπό
κάποιους πρόδρομος τῶν φεμινιστριῶν συγγραφέων τοῦ 20οῦ
αἰώνα. Γενικότερα στό ἔργο της δίνει ἔμφαση στή ζωή τῶν
γυναικῶν καί στόν διαρκῆ ἀγώνα τους νά δημιουργήσουν τή δική
τους ταυτότητα στήν κοινωνία τοῦ Νότου τῶν ΗΠΑ στά τέλη τοῦ 19ου
αἰώνα.
Μετάφραση ἀπό τά ἀγγλικά:
Νατάσα Ζαχαροπούλου (1961): Σπούδασε Δημοσιογραφία. Πρωτοεμφανίστηκε μέ τή συλλογή ποιημάτων Νά σ’ ἔχω (1995) καί τή συλλογή διηγημάτων Κι ἄς μέ ταξιδεύεις ὅπου (1995). Τελευταῖα της βιβλία: Πρόσωπα στό Νερό (Μυθιστόρημα, 2013) & Πετώντας μ’ ἕνα drone
(Διηγήματα, 2019). Ποιήματα, διηγήματα καί μεταφράσεις
της δημοσιεύονται σέ ἔντυπα καί ἠλεκτρονικά περιοδικά.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου