Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2018

Γιούκιο Μισίμα, ο τελευταίος σαμουράι


 


του Σταμάτη Μαμούτου 
 
Aπό τον Τοίχο

Η γέννηση του λογοτέχνη 

Ο Γιούκιο Μισίμα υπήρξε αναμφίβολα ο πλέον δημοφιλής μεταπολεμικός Ιάπωνας λογοτέχνης. Πολυγραφότατος, με παγκόσμια φήμη, αντιφατικός εν πολλοίς και αθεράπευτα ρομαντικός, ο «τελευταίος σαμουράι» αποτέλεσε αληθινό σύμβολο ζωής και θανάτου για μια γενιά αναγνωστών. Σήμερα η φήμη του εξακολουθεί να τον φέρνει στο επίκεντρο πολλών ερευνών που λαμβάνουν χώρα στον τομέα των ανθρωπιστικών σπουδών καθώς επίσης και να τον διατηρεί υψηλά στις προτιμήσεις των αναγνωστών στις Η.Π.Α και την δυτική Ευρώπη. 

Αντίθετα στην χώρα μας, την ταλαιπωρημένη από την πνευματική καχεξία του μεταπολιτευτικού συστήματος, ο Μισίμα όπως και πολλοί ακόμη στοχαστές οικουμενικής εμβέλειας παραμένουν σε μεγάλο βαθμό άγνωστοι. Λαμβάνοντας υπόψη τούτο το δεδομένο, θα δοκιμάσω σε αυτό το άρθρο να παρουσιάσω μια όσο το δυνατόν ικανοποιητική συνολική εικόνα της ζωής και του έργου του, μια εισαγωγική αφήγηση, δηλαδή, του προσωπικού του Μύθου. 

 

 Ο Μισίμα γεννήθηκε την 14η Ιανουαρίου του 1925 στο Τόκιο, φέροντας το όνομα Κιμιτάκε Χιραόκα. Ήταν ένα μικροκαμωμένο και φιλάσθενο αγόρι που ζούσε συνεχώς κλεισμένο στο σπίτι με την γιαγιά του. 

Ο πατέρας του εργαζόταν ως δημόσιος υπάλληλος. Το εν λόγω επάγγελμα περιβαλλόταν από μεγάλο κύρος στην Ιαπωνία και το στερεότυπο έλεγε ότι ο μεγαλύτερος γιος μιας οικογένειας έπρεπε να διαδεχτεί τον πατέρα στην ίδια θέση. Ωστόσο, ο Κιμιτάκε άρχισε να γράφει από μικρός στο σχολικό περιοδικό Hojinkai Zassi και να διακρίνεται για τις λογοτεχνικές του ικανότητες. 

 

 Σε εκείνα τα κείμενα μελετητές έχουν ανακαλύψει αρκετά λογοτεχνικά γνωρίσματα που έφερε ως το τέλος της ζωής του, όπως ο συνδυασμός της ειρωνείας με την κομψότητα και η ενστικτώδης ηδονή που πήγαζε από την πρόκληση βίας και την επίδειξη ωμότητας. Και όντως, ο Μισίμα αποτέλεσε τον λογοτέχνη του οποίου η ζωή συνδέθηκε με την διττή παράδοση του πολέμου και των τεχνών. 

Ο μικρός αρθρογράφος των σχολικών εντύπων έμελλε να εξελιχθεί σε έναν στρατιώτη-συγγραφέα. Ως βασικές του επιρροές παρέμειναν μέχρι την ενηλικίωση τα κλασικά ιαπωνικά μυθιστορήματα του 8ου και του 11ου αιώνα, στα οποία ο βίαιος θάνατος ενός νέου πολεμιστή ερμηνευόταν ως εκδήλωση της απόλυτης ομορφιάς, και οι ευρωπαίοι ρομαντικοί. Λάτρευε τους Γερμανούς ρομαντικούς, αγαπούσε τα παραμύθια του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, τις γοτθικές νουβέλες του Έντγκαρ Άλαν Πόε και τα ποιήματα του Ράινερ Μαρία Ρίλκε, εκτιμούσε τα θεατρικά του Όσκαρ Ουάιλντ και τον εντυπωσίαζε η λατρεία της βίας στα rock τραγούδια και τον κινηματογράφο. 

 

 Οι φόνοι και οι σκληρές σκηνές αποτέλεσαν αγαπημένα του θέματα από την εφηβεία κιόλας. Το 1939, σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών, ξεκίνησε να γράφει το «γοτθικό» μυθιστόρημα Έπαυλη (Yakata) στο οποίο ένα απαίσιος δολοφόνος αριστοκρατικής καταγωγής προσπαθεί να αποκτήσει μεγαλύτερη εξουσία κόντρα στην ένθεη και αγαθή γυναίκα του, με φόντο την μεσαιωνική Ιαπωνία. Τελικά το μυθιστόρημα έμεινε ημιτελές αλλά δυο χρόνια αργότερα, μαζί με τον καθηγητή του Σιμίζου αποφάσισε να ιεραρχήσει την λογοτεχνική του δραστηριότητα υψηλότερα και να αρχίσει την τακτική συγγραφή. 

Το ξεκίνημα αυτής της πορείας έγινε με την επιλογή ενός μόνιμου λογοτεχνικού ψευδώνυμου. Ο Κιμιτάκε Χιραόκα δεν υπήρχε πια. Την θέση του είχε πάρει ο Γιούκιο Μισίμα. Το Γιούκιο προήλθε από την λέξη «χιόνι» (γιούκι στα ιαπωνικά) και το Μισίμα ήταν ένα τοπωνύμιο από το οποίο φαινόταν ευδιάκριτα η χιονισμένη κορυφή του όρους Φούτζι. 

 

 Την ίδια χρονιά ο νεαρός Μισίμα είχε ετοιμάσει το πρώτο του λογοτεχνικό έργο. Ήταν ένα ιστορικό μυθιστόρημα, βαπτισμένο στα νάματα της ιαπωνικής παράδοσης, που έφερε τον τίτλο «Το Δάσος Ολάνθιστο» (Hanazakari no Mori). Επίσης, μέσω της μητέρας του, γνωρίστηκε με τον διάσημο ρομαντικό ποιητή Ριούκο Καουάτζι. Τελικά η ρομαντική κοινότητα των Ιαπώνων λογοτεχνών τον υποδέχτηκε θερμά δημοσιεύοντας «Το Δάσος Ολάνθιστο» σε συνέχειες, στο περιοδικό Bungei Bunka. 

 

 Η αλήθεια είναι ότι ο πατέρας του δεν έβλεπε με καλό μάτι τις πρώτες λογοτεχνικές απόπειρες του γιού του. Ωστόσο θεωρούσε ότι είχε ακόμη την κατάσταση υπό τον έλεγχό του. Το 1942 συνταξιοδοτήθηκε από το δημόσιο κι άνοιξε ένα δικηγορικό γραφείο. 

Η Ιαπωνία εισήλθε στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο κι ο Μισίμα μπήκε στην ανώτερη σχολή, η οποία ήταν κάτι σαν το ευρωπαϊκό λύκειο. Ο μικρός ήταν αριστούχος σε όλα τα μαθήματα εκτός από την γυμναστική, λόγω της ασθενικής του φύσης. Ταυτόχρονα με τα μαθήματα διάβαζε και τους αγαπημένους του λογοτέχνες ενώ μαζί με τον φίλο του Τακάσι Αζούμα ξεκίνησαν ένα περιοδικό, το Akae (Κόκκινη Εικόνα). 

 

Η ένταξη στο Κίνημα των Ιαπώνων Ρομαντικών 

Στα τέλη του 1942 ο πόλεμος άρχισε να παίρνει άσχημη τροπή για την Ιαπωνία. Ο Μισίμα, μέσω του Bungei Bunka είχε αποκτήσει επαφές με μια ομάδα λογοτεχνών και καλλιτεχνών η οποία οργάνωνε ένα ρομαντικό πολιτισμικό κίνημα. Επρόκειτο για το Νίπον Ρόμαν-Χα, (Κίνημα των Ιαπώνων Ρομαντικών σε ελεύθερη μετάφραση). 

Το Νίπον Ρόμαν-Χα διακήρυσσε ότι ο πόλεμος ήταν ιερός και στο θεωρητικό του υπόβαθρο ενσωμάτωνε στοιχεία από την παραδοσιακή ιαπωνική εθνικιστική αντίληψη, (όπως αυτή είχε εκφραστεί από τον κορυφαίο στοχαστή του 18ου αιώνα Νορινάγκα Μοτοόρι), συνδυασμένα ιδιόμορφα με τον γερμανικό Ρομαντισμό και τον σοσιαλισμό του Μαρξ. 

Οι δυο κορυφαίες μορφές του κινήματος ήταν ο κριτικός τέχνης και λογοτεχνίας Γιατζούρο Γιασούντα και ο ποιητής Σιζούο Ίτο. Οι Ιάπωνες Ρομαντικοί διέθεταν αρκετούς πυρήνες κι έντυπα, ωστόσο το κεντρικό τους περιοδικό ήταν το «Nippon Roman». 

Κατά την διάρκεια του πολέμου απέκτησαν μεγάλη απήχηση και αποκόμισαν την υποστήριξη του στρατιωτικού καθεστώτος. Η φιλοσοφική δομή της ιδεολογίας τους βασιζόταν σε μια ανάγνωση προσαρμοσμένη στα «προ-avant garde» μοτίβα του ευρωπαϊκού Ρομαντισμού. 

 

 Στην Ευρώπη ο Ρομαντισμός διέθετε μια ιδεαλιστική φιλοσοφική βάση και αποδεχόταν την αρχαιοελληνική άποψη ότι πέρα από τον φθαρτό κόσμο της υλικής εμπειρίας, (πέρα από τον κόσμο της καθημερινής ζωής δηλαδή) υφίσταται ένα πεδίο απόλυτων αξιών και αρχετύπων, το οποίο ο Πλάτωνας είχε ονομάσει «κόσμο των Ιδεών». 

Κεντρική θέση στον ιδεαλισμό αποτελεί η πεποίθηση πως στόχος της ανθρωπότητας οφείλει να είναι η όσο το δυνατόν μεγαλύτερη προσέγγιση των αξιών που ακτινοβολεί αυτός ο «κόσμος των Ιδεών», προκειμένου ο καθημερινός βίος να καταστεί καλύτερος. 

Εντούτοις, ενώ οι κλασικοί ιδεαλιστές πίστευαν ότι η προσέγγιση του κόσμου των Ιδεών γίνεται δυνατή από τον άνθρωπο αποκλειστικά μέσω της χρήσης της λογικής και μόνο από τους λίγους που διαθέτουν το χάρισμα της επιστημονικοφιλοσοφικής σκέψης, οι Ευρωπαίοι Ρομαντικοί θεώρησαν ότι η νοητική δύναμη μέσω της οποίας μπορεί ο άνθρωπος να αποκτήσει θέα στον κόσμο των Ιδεών δεν είναι η λογική αλλά η φαντασία. 

Απόρροια αυτής της διαπίστωσης υπήρξε η πεποίθηση πως όχι οι επιστήμονες με τον ψυχρό τους ορθολογισμό αλλά οι ποιητές-φιλόσοφοι με την ανεπτυγμένη αισθαντικότητα και το φαντασιακό μάγμα του πνεύματός τους αποτελούν τους εκλεκτούς που δύνανται να έρθουν σε επαφή με το Απόλυτο. 

 

 Στην ιαπωνική του εκδοχή ο Ρομαντισμός μετατοπίστηκε από τον φαντασιακό ιδεαλισμό στην αισθαντικότητα. Οι Νίπον Ρόμαν-Χα εκτιμούσαν ότι η ιστορική πραγματικότητα είναι επουσιώδης και πως τα συναισθήματα που προκαλούν τα γεγονότα είναι σημαντικότερα από τα ίδια τα γεγονότα. Μολονότι ο πόλεμος τους γοήτευε, δεν ενδιαφέρονταν τόσο για την έκβαση της μάχης όσο για καθαυτή την χαρά του πολέμου. 

Η καταστροφή και ο θάνατος αποτελούσαν καταστάσεις που τους γοήτευαν. Στον τομέα της πολιτικής υιοθετούσαν έναν αντιφιλελεύθερο ρομαντικό εθνικισμό και κήρυτταν την διατήρηση του έθνους μέσω της απαλλαγής του από ατομικιστές κομματάρχες κι από πολιτικούς με νοοτροπία επιχειρηματία. 

 

 Μια από τις μικρές ομάδες του Κινήματος των Ιαπώνων Ρομαντικών ήταν και η Bungei Bunka. Επικεφαλής της ήταν ο Χασούντα, ένας λόγιος με εξαιρετική ικανότητα ερμηνείας των κλασικών Ιαπώνων λογοτεχνών. 

Ο Χασούντα πίστευε ότι ο πόλεμος διέθετε καθαυτό έναν πυρήνα ιερότητας και γνώριζε ότι ο θάνατος του νέου πολεμιστή αποτελούσε αρχαία παράδοση της πατρίδας του. Ο ίδιος είχε πολεμήσει στην Κίνα και, μολονότι απολύθηκε από τον στρατό λόγω σοβαρής ασθένειας, το 1943 επιστρατεύτηκε ξανά. 

Τις τελευταίες ημέρες του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, όταν η Ιαπωνία κατέρρεε, ο ρομαντικός λογοτέχνης, αφού σκότωσε τον διοικητή της μονάδας του όταν εκείνος ανακοίνωσε ότι η ώρα της ήττας είχε φτάσει, αυτοκτόνησε στο στρατόπεδο με μια σφαίρα στο κεφάλι. 

 

 Ωστόσο, το 1942 είχε προλάβει να γνωρίσει τον Γιούκιο Μισίμα. Η εντύπωση που του έκανε ο μικρός ήταν έντονη και ο Χασούντα πρόβλεψε ότι αν ο Μισίμα συνέχιζε να γράφει η Ιαπωνία θα κέρδιζε έναν σπουδαίο λογοτέχνη. Ο Μισίμα θα θυμόταν ως το τέλος της ζωής του τον παλαιό του μέντορα. 

 

Το 1942, όταν και συναντήθηκαν για πρώτη φορά, ο Χασούντα βοήθησε τον Μισίμα να καταστεί ένα νεαρό μέλος του κινήματος των Ιαπώνων Ρομαντικών και να κάνει τις πρώτες του δημοσιεύσεις στο περιοδικό της ομάδας. 

 

 Το τέλος του πολέμου 

Εκτός από τους Νίπον Ρόμαν-Χα ο Μισίμα αντλούσε επιρροές κι από τον συγγραφέα Ογκάι Μόρι. Όντας ακόμη μαθητής γνώρισε τον δεύτερο ισχυρότερο άντρα των Ιαπώνων Ρομαντικών, τον Σιζούο Ίτο. Εκείνος τον σύστησε στον Μασαχάρου Φούτζι, έναν άντρα που είχε επιρροή στον χώρο των εκδοτών. 

Ο Μισίμα προσπάθησε να τους πείσει να εκδώσουν το μυθιστόρημα που είχε δημοσιεύσει στο BungeiBunka και οι δυο άντρες αντιμετώπισαν θετικά το αίτημά του. Όμως η έλλειψη χαρτιού που συνεπαγόταν η πολεμική προσπάθεια της χώρας τους εμπόδισε. 

 

 Το 1944 ήταν η χρονιά κατά την οποία ο Μισίμα αποφοίτησε από την σχολή και υποχωρώντας στις πατρικές πιέσεις γράφτηκε στο νομικό τμήμα του Αυτοκρατορικού Πανεπιστημίου του Τόκιο. Μόλις, όμως, εισήλθε στο πανεπιστήμιο επιστρατεύτηκε για τις ανάγκες του πολέμου και τοποθετήθηκε αρχικά σε ένα εργοστάσιο που κατασκεύαζε αεροπλάνα και αυτοκινούμενες βόμβες για τους καμικάζι. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους οι παλαιότεροι Ρόμαν-Χα κατάφεραν να βρουν έναν εκδοτικό οίκο για το μυθιστόρημά του. 

Η κυκλοφορία του ήταν επιτυχής και χάρισε φήμη στον Μισίμα. Θεωρήθηκε μάλιστα μεγάλο επίτευγμα το να κυκλοφορήσει βιβλίο ενός πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα τον τελευταίο χρόνο του πολέμου, όταν η χώρα ζούσε υπό την συναισθηματική πίεση της επερχόμενης ήττας και σε ένα περιβάλλον υλικών στερήσεων. Την ίδια εποχή ο Μισίμα έγραφε το ιστορικό μυθιστόρημα «Μεσαίωνας» (Chusei). 

 

 Στις αρχές του 1945 ο νεαρός συγγραφέας κλήθηκε να υπηρετήσει στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Όταν έφτασε στο στρατόπεδο που έπρεπε να παρουσιαστεί έλαβε χώρα το γεγονός που στιγμάτισε ολόκληρη την μετέπειτα ζωή του. Ένα βαρύ κρυολόγημα το οποίο τον ταλαιπωρούσε ξεγέλασε τον άπειρο γιατρό που τον εξέταζε και τον έκανε να νομίσει ότι ο Μισίμα έπασχε από φυματίωση. 

Οι απαντήσεις του ίδιου στις σχετικές ερωτήσεις ήταν αόριστες και παραπλανητικές, πράγμα που επιβεβαίωσε την λανθασμένη αρχική διάγνωση. Το αποτέλεσμα ήταν να τον διώξουν ταχέως από το στρατόπεδο και να τον απαλλάξουν από τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις. 

Ο νεαρός ρομαντικός είχε φανεί ανάξιος της ιδεολογίας του. Στα μεταγενέστερα κείμενά του θα αναφερόταν δίχως φόβο στο εν λόγω περιστατικό. Αλλά και κατά το υπόλοιπο της ζωής του η ασυνέπεια αυτή τον απασχόλησε τόσο πολύ ώστε να αποτελέσει έναν προσωπικό λογαριασμό με τον εαυτό του που ανάμενε την κατάλληλη στιγμή για να κλείσει. 

 

 Εντωμεταξύ, την 1η Απριλίου του 1945 ο στρατός των Η.Π.Α εισέβαλε στην Οκινάουα. Οι επιθέσεις των καμικάζι επέφεραν σοβαρό πλήγμα στον αμερικανικό στόλο αλλά όλα έδειχναν ότι η μάχη είχε κριθεί.

Ο Μισίμα επιστρατεύτηκε ξανά σε έναν ναύσταθμο. Την έκτη και την όγδοη μέρα του Αυγούστου οι Η.Π.Α είχαν αντιληφθεί ότι δεν υπήρχε περίπτωση να νικήσουν με τον τρόπο που επιθυμούσαν έναν αληθινά πολεμικό λαό, ακόμη κι αν εκείνος βρισκόταν σε μειονεκτική θέση. Η μόνη οδός να πετύχουν την τελική παράδοση οδηγούσε στην χρήση των πυρηνικών βομβών. 

Η Χιροσίμα και το Ναγκασάκι έγιναν τις αντίστοιχες μέρες παραναλώματα πυρός. Την δέκατη πέμπτη μέρα του ίδιου μήνα η Ιαπωνία παραδόθηκε. Ήταν η μέρα του μεγαλύτερου πένθους στη ιστορία της. Ήταν η τελευταία ημέρα κατά την οποία ο ιαπωνικός λαός θα ζούσε ελεύθερος. 

 

 Πεντακόσιοι αξιωματικοί του στρατού μαζί με τον Υπουργό Πολέμου Ανάμι αυτοκτόνησαν. Δεκάδες αξιωματικοί που βρίσκονταν στο εξωτερικό τους ακολούθησαν. 

Το ίδιο και αρκετοί πολίτες, με δώδεκα μέλη της εθνικιστικής οργάνωσης Νταϊτοκούτζου να κάνουν χαρακίρι στο κέντρο του Τόκιο. Δίπλα τους, δυο ζευγάρια ανδρών εραστών αυτοκτόνησαν με αποκεφαλισμό, υιοθετώντας τον τρόπο του τελετουργικού θανάτου που επίτασσε ο παραδοσιακός ιαπωνικός κώδικας. 

Ο Γιούκιο Μισίμα έκτοτε αποσύρθηκε στον εαυτό του και δεν ξαναμίλησε για την πολιτική, παρά μόνο όταν πέρασαν αρκετά χρόνια. 

 

 Αφήνοντας πίσω το παρελθόν και βαδίζοντας στην λεωφόρο της φήμης 

Όσο ο καιρός περνούσε, ο Μισίμα άφηνε πίσω τον εφηβικό του ρομαντισμό. Πλέον, άρχισε να αναζητά γνωριμίες στο νέο λογοτεχνικό στερέωμα (Μπουντάν), απωθώντας τις ιδέες και τα μοτίβα του παρελθόντος σαν εφηβικές περιπέτειες. 

Τελικά είχε την τύχη να γίνει προστάτης του ο σπουδαίος Γιασουνάρι Καβαμπάτα, ο πρώτος Ιάπωνας ο οποίος κέρδισε το βραβείο νόμπελ (1968). Με προτροπή του δημοσιεύθηκε το διήγημα «Καπνός», στο οποίο ο Μισίμα περιέγραφε ομοφυλοφιλικά θέματα. 

Ήταν εμφανές ότι ο νεαρός ρομαντικός είχε δώσει την θέση του σε έναν «mainstream» συγγραφέα, εντούτοις το εν λόγω έργο δεν προκάλεσε μεγάλο ενθουσιασμό στους αναγνώστες. 

 

 Έτσι ακολούθησε την συμβουλή του πατέρα του και διεκδίκησε μια θέση στο δημόσιο. Κι όντως, το 1947 εισήχθη στο Υπουργείο Οικονομικών. Μολονότι διακρίθηκε ως υπάλληλος, συνέχισε να γράφει και τα λογοτεχνικά του έργα. Οι συνάδελφοί του τον θυμούνταν το πρωί να δουλεύει στο υπουργείο και το βράδυ να ξενυχτά για να ολοκληρώσει τα βιβλία του. 

Τα διηγήματα που δημοσίευε άρχισαν να του αποφέρουν αρκετά χρήματα. Αυτό τον έκανε να παραιτηθεί από το δημόσιο και να επιστρέψει ολοκληρωτικά στην λογοτεχνία. Ήταν μια απόφαση που έκανε τις σχέσεις με τον πατέρα του να παραμείνουν χρόνια τεταμένες. 

 

 Το 1949 εκδόθηκε το βιβλίο που τον έφερε στο επίκεντρο του λογοτεχνικού στερεώματος. Ήταν οι «Εξομολογήσεις μιας Μάσκας», στις οποίες υπήρχαν αυτοβιογραφικές αναφορές. Τον επόμενο χρόνο κυκλοφόρησε το «Δίψα για Έρωτα» κι έγραψε το πρώτο σύγχρονο έργο του ιαπωνικού θεάτρου Νο. Το 1951 εκδόθηκαν τα «Απαγορευμένα Χρώματα», ένα έργο με αναφορές στην ομοφυλοφιλική κοινότητα του Τόκιο το οποίο είχε μεγάλη εμπορική απήχηση. 

Την επόμενη χρονιά ταξίδεψε στις Η.Π.Α, την Βραζιλία, την δυτική Ευρώπη και την Ελλάδα (για την οποία μίλησε με θαυμασμό). Το 1954 εξέδωσε το best seller «Ο Ήχος των Κυμάτων» και το θεατρικό «Η Φωλιά των Λευκών Μυρμηγκιών» που τον εδραίωσε ως θεατρικό συγγραφέα. 

 

 Όσο τα χρόνια περνούσαν η φήμη του μεγάλωνε. Το 1956 έγραψε την μεγαλύτερη ίσως επιτυχία της σταδιοδρομίας του. Ήταν το μυθιστόρημα «Ο Ναός του Χρυσού Περιπτέρου». Παράλληλα, ανέπτυξε στενή σχέση με το Μπουνγκακούζα, τον κορυφαίο θεατρικό θίασο της Ιαπωνίας ενώ τα έργα του άρχισαν να κυκλοφορούν στις Η.Π.Α. 

Το 1958 νυμφεύτηκε την Γιόκο Σουγκιγιάμα με την οποία έζησε το υπόλοιπο της ζωής του κι απέκτησε δυο παιδιά. Το 1959 κυκλοφόρησε «Το Σπίτι του Κιόκο». Ήταν το πρώτο μυθιστόρημα που δεν είχε τόσο μεγάλη απήχηση, μετά από μια δεκαετία συνεχών επιτυχιών. 

 

 Όλα αυτά τα χρόνια ο Μισίμα μεσουράνησε στο ιαπωνικό και άρχισε να γίνεται γνωστός στο παγκόσμιο λογοτεχνικό στερέωμα. Τα βιβλία του πωλούσαν εκατοντάδες χιλιάδων αντίτυπα, τα άρθρα του φιλοξενούνταν σε στήλες των πιο κοσμικών περιοδικών ενώ οι σχέσεις του με τον καλλιτεχνικό κόσμο της δύσης ήταν θερμή. 

Τίποτε δεν θύμιζε τον έφηβο ρομαντικό της εποχής των Ρόμαν-Χα ούτε και προμήνυε το τί θα ακολουθούσε. 

 

 Κατά τα χρόνια της μεγάλης φήμης εικάζεται ότι ο Μισίμα είχε αναπτύξει ερωτικές σχέσεις τόσο με γυναίκες όσο και με άντρες. Οι βιογράφοι του διαφωνούν για το τι όντως είχε συμβεί στο θέμα των σεξουαλικών του επιλογών. 

Κάποιοι αποδέχονται την αμφισεξουαλικότητά του ενώ άλλοι εκτιμούν ότι αυτή υπήρξε μοναχά στα μυθιστορήματα και υποστηρίζουν ότι ο ίδιος ως πρόσωπο δεν είχε ποτέ σεξουαλικές επαφές με άντρες. Η απάντηση δεν είναι εύκολο να δοθεί για ένα τόσο προσωπικό ζήτημα, ωστόσο απ’ ότι φαίνεται το πιο πιθανό είναι να είχε υπάρξει όντως αμφισεξουαλικός. 

 

Επιστροφή στον Ρομαντισμό 

Από το 1960 κι έπειτα ο πνευματικός προσανατολισμός του Μισίμα άρχισε να αλλάζει. Για την ακρίβεια, ο διάσημος πια λογοτέχνης, σταδιακά και σταθερά επανέφερε στο προσκήνιο ιδέες, συμπεριφορές και λογοτεχνικά μοτίβα που όλοι πίστευαν ότι άνηκαν οριστικά στο παρελθόν. Η αρχή αυτής της επιστροφής βασίστηκε σε μια επιλογή που είχε γίνει πέντε χρόνια νωρίτερα και κατά την αφετηρία της διέθετε εντελώς διαφορετικό ύφος. 

 

 Από τα μέσα της δεκαετίας του ’50 αποφάσισε να βελτιώσει την φυσική του κατάσταση. Ξεκίνησε έτσι να γυμνάζεται και να ασχολείται εντατικά με την άρση βαρών και το «body building». Μέσα σε λίγα χρόνια το κορμί του από ασθενικό είχε διαπλαστεί σα να ήταν καμωμένο από γρανίτη. 

Οι σμιλεμένες του γραμμώσεις προκάλεσαν το ενδιαφέρον του γυναικείου κοινού κι ο ίδιος το εκμεταλλεύτηκε φέρνοντας τον εαυτό του συνεχώς στο προσκήνιο της δημοσιότητας, μέσω φωτογραφιών που έδινε στα περιοδικά του συρμού και στις οποίες απεικονιζόταν σαν αρχαίο άγαλμα. 

Ωστόσο η συνήθεια της γυμναστικής, μολονότι αποτυπώθηκε αρχικά ως μια εκδήλωση της συμβατικής συμπεριφοράς του, φαίνεται ότι τον οδήγησε τελικά σε άλλες ατραπούς. Η σωματική δύναμη που απέκτησε ξύπνησε στο πνεύμα του λησμονημένα αρχέτυπα. 

 

 Η ανεπάρκεια της ολοκλήρωσης ως ρομαντικού άντρα, η οποία είχε καταφανεί με την δειλία του να πολεμήσει στην πρώτη γραμμή κατά την διάρκεια του πολέμου, άρχιζε σιγά-σιγά να παρακάμπτεται. Η εκγύμναση του πρόσφερε την δυνατότητα να ολοκληρωθεί ως πνευματική προσωπικότητα. 

Η σωματική ανικανότητα ανταπόκρισης στα πρότυπα των πνευματικών του ενοράσεων έπαυε πλέον να υφίσταται. Και η συνειδητοποίηση του γεγονότος αυτού έδειχνε να ξυπνά στον Μισίμα την θέληση για μια κατάκτηση πολύ πιο εσωτερική από εκείνη της διασημότητας. Την κατάκτηση του αληθινού του εαυτού. 

 

 Ορισμένες έρευνες επιχειρούν να ερμηνεύσουν την επάνοδό του στον Ρομαντισμό βασιζόμενες σε επιμέρους στοιχεία. Από την πλευρά μου αναλαμβάνω την ευθύνη να εστιάσω σε αυτή την εκδοχή τόσο γιατί όντας κι ο ίδιος ρομαντικός και ταυτόχρονα αθλητής βαρέων αθλημάτων εικάζω ότι μπορώ να αντιληφθώ κάτι από την πνευματική του διαδρομή όσο και γιατί στα μεταγενέστερα δοκίμιά του η εκδοχή αυτή αποτυπώθηκε καθαρά. 

 

 Μετά την άρση βαρών ο Μισίμα ασχολήθηκε με την πυγμαχία αλλά εκείνη που τον γοήτευσε και καταπιάστηκε μαζί της ως το τέλος της ζωής του δεν ήταν άλλη από την παραδοσιακή ιαπωνική ξιφασκία, το λεγόμενο «Κέντο». 

Από το 1959 κι έπειτα γυμναζόταν τρεις φορές την εβδομάδα στα βάρη και δυο στην ξιφασκία ενώ μετά την προπόνηση στο σπαθί έκανε και μαθήματα ιαπωνικής πάλης. Η σωματική ρώμη συνοδευόταν πλέον από την παραδοσιακή κουλτούρα του Ιάπωνα μαχητή. Κι ο Μισίμα από πρόσωπο της κοσμικής ζωής μετατρεπόταν σε στρατιώτη-συγγραφέα. 

 

Η Αμερικανίδα κοινωνιολόγος Ρουθ Μπένεντικτ είχε πολύ σωστά επισημάνει στο κορυφαίο βιβλίο που κυκλοφόρησε υπό τον τίτλο «Το Χρυσάνθεμο και το Ξίφος» ότι η Ιαπωνία διέθετε μια δισυπόστατη παράδοση. Από την μια βασιζόταν στις τέχνες και τα γράμματα, τα οποία συμβόλιζε το χρυσάνθεμο, κι από την άλλη στον πόλεμο που συμβολιζόταν από το ξίφος. 

Μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο η πολεμική πτυχή της Ιαπωνίας εξανεμίστηκε λόγω του εξευρωπαϊσμού και της φιλελευθεροποίησης. 

Ο Μισίμα είχε αναφερθεί με θερμά λόγια στην έρευνα της Μπένεντικτ και γνώριζε ότι ο λόγος αυτής της εξέλιξης δεν ήταν άλλος από την αμερικανική κατοχή της χώρας του, η οποία εκδηλωνόταν συγκεκαλυμμένα μέσω του ελέγχου της κουλτούρας. 

Ωστόσο, κι ίδιος υπήρξε μέρος αυτής της οξειδωμένης διανόησης για δέκα χρόνια. Χρειάστηκε να βαδίσει στον δρόμο του «ήλιου και του ατσαλιού», για να επανέλθει στα πνευματικά του νάματα και να υιοθετήσει το πρότυπο του πολεμιστή-λογοτέχνη. 

 

 Ακόμη, όμως, η επιστροφή στον Ρομαντισμό δεν είχε ολοκληρωθεί. Πέρα από την γυμναστική υπήρξε ένα επιπλέον πεδίο του οποίου η διάβαση τον έφερε πίσω στην ιδεολογία της εφηβείας. Ήταν το πεδίο της πολιτικής. Το 1960 η αστικοφιλελεύθερη ιαπωνική κυβέρνηση υπέγραψε με τις Η.Π.Α την συνθήκη Ανπό. Επρόκειτο για μια συμφωνία στον τομέα της ασφάλειας που καθιστούσε οριστικά την Ιαπωνία γεωπολιτικό δεκανίκι των Αμερικανών. 

Η Αριστερά αντέδρασε έντονα. Οι διαδηλώσεις διαμαρτυρίας που ακολούθησαν ήταν οι βιαιότερες της ιαπωνικής ιστορίας. Ο Μισίμα τις παρακολούθησε από κοντά. Τελικά χρειάστηκε η παρέμβαση του στρατού για να μην καταρρεύσει η κυβέρνηση. 

Οι κομμουνιστές αντιλαμβανόμενοι το ενδιαφέρον με το οποίο παρακολουθούσε τις εξελίξεις πρότειναν στον Μισίμα να γίνει μέλος του κόμματός τους. Εκείνος αρνήθηκε. Υπερασπίστηκε, όμως, έναν αριστερό συγγραφέα κι έγινε στόχος της ακροδεξιάς οργάνωσης Ουγιόκου. 

 

 Η σταδιακή ριζοσπαστικοποίηση της συμπεριφοράς του άρχισε να γίνεται εμφανής και στις δημιουργικές του εκφράσεις. Το 1960 ήταν η χρονιά που έπαιξε για πρώτη φορά σε κινηματογραφική ταινία υποδυόμενος, χάρη στην έντονη σωματική του διάπλαση, έναν κακοποιό της ιαπωνικής μαφίας (Γιακούζα). 

Το έργο δεν ήταν κάτι σπουδαίο αλλά ο Μισίμα πρόσφερε μια σπονδή στον βωμό της «θεάς βίας», υποδυόμενος έναν πληθωρικό κακοποιό. Η πρώτη αποτύπωση της επιστροφής στον Ρομαντισμό έγινε σαφής, πάντως, με την συγγραφή του μικρού σε έκταση έργου «Πατριωτισμός». 

 

 Η ιδεολογική αυτή στροφή αντιμετωπίστηκε με αντιπάθεια από το λογοτεχνικό κατεστημένο. Οι κριτικές ήταν αρνητικές και τα βιβλία του σταμάτησαν να πωλούν όσο την προηγούμενη δεκαετία. Επιπλέον, το 1963 διέκοψε την συνεργασία του με τον θίασο Μπουνγκακούζα για ιδεολογικούς λόγους. Έναν χρόνο νωρίτερα είχε σημάνει εμφατικά την επιστροφή στον λογοτεχνικό Ρομαντισμό γράφοντας το υπέροχο μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας «Ωραίο Άστρο» (Utsukushii Hoshi). 

 

 Η ζωή του συνέχισε σε ήπιους ρυθμούς ως το 1965. Η οικογενειακή του συμβίωση ήταν ευχάριστη. Είχε αποκτήσει δυο παιδιά, την Νορίκο και τον Ιτσίρο, είχε χτίσει μια αλλόκοτη -αλλά πλούσια- έπαυλη για την οικογένεια κι ένα ακριβό σπίτι για τους γονείς του. 

Το ’65 ο «Πατριωτισμός» έγινε κινηματογραφική ταινία και το όνομά του ήταν ανάμεσα σε εκείνα των υποψηφίων για το βραβείο νόμπελ. Την ίδια χρονιά άρχισε να γράφει τον πρώτο τόμο («Ανοιξιάτικο Χιόνι») της τετραλογίας που τιτλοφόρησε «Θάλασσα της Γονιμότητας». 

 

 Το 1966 ήταν η χρονιά που οι όποιοι ενδοιασμοί παρακάμφθηκαν. Ο Μισίμα άρχισε να προκρίνει χωρίς περισπασμούς το πρότυπο του στρατιώτη-συγγραφέα, να προωθεί παραδοσιοκρατικές απόψεις και να συγκρούεται ανοικτά τόσο με τον αμερικανικό φιλελευθερισμό όσο και με το λογοτεχνικό κατεστημένο της Αριστεράς. 

Σε αυτό το ύφος έγραψε δυο εθνικιστικά μανιφέστα. Τα «Οι Φωνές των Ηρωικών Νεκρών» και «Διάλογος για τον Ιαπωνικό Λαό». «Οι Φωνές…» είναι μια ελεγεία για τους νεκρούς του πολέμου κι ένα κατηγορώ κατά του αυτοκράτορα Χιροχίτο, που αποδέχτηκε το αμερικανικό σύνταγμα του 1946 με αποτέλεσμα να καταστήσει τον αυτοκρατορικό θεσμό ένα τυποποιημένο εργαλειακό αξίωμα, αφαιρώντας την ιερή υπερβατικότητα με την οποία τον είχε προικίσει η ιαπωνική παράδοση. 

 

 Όπως πολύ εύστοχα έχει αναλύσει ο φιλόσοφος Ιούλιος Έβολα, σε όλους τους παραδοσιακούς πολιτισμούς της οικουμένης ο πολιτισμός διέθετε έναν άξονα στον οποίο όλα εστιάζονταν και γύρω από τον οποίο τα πάντα περιστρέφονταν. Η παραδοσιακή φιλοσοφία ήταν ιδεαλιστική και βασιζόταν στην αντίληψη ότι πέρα από την φυσική τάξη πραγμάτων υπάρχει μια άφθαρτη μεταφυσική (ο πλατωνικός κόσμος των Ιδεών). 

Η άυλη και θεία μεταφυσική διάσταση, όπως ανέφερα σε προηγούμενη παράγραφο, εμπεριέχει τις αξίες και τις πηγές της αληθινής ζωής, στις οποίες ο καθημερινός βίος πρέπει να συντονίζεται. Οι παραδοσιακοί πολιτισμοί έπλαθαν ανθρώπους που διέθεταν την ικανότητα να συλλαμβάνουν πνευματικά την ένθεη αυτή τάξη του Είναι και να την αποτυπώνουν στην πολιτειακή τους οργάνωση. Ο βασιλιάς, ή ο αυτοκράτορας στην περίπτωση της Ιαπωνίας, δεν ήταν απλά ο διοικητικά ανώτερος αλλά ο ιερέας-άρχοντας, ο οποίος βρισκόμενος στην κορυφή της πολιτειακής πυραμίδας συμβόλιζε την ύψιστη αξία της θεϊκής τάξης. 

Στην ουσία ο βασιλιάς δεν είχε σημασία ως πρόσωπο αλλά διέθετε αξία ως θεσμός ενός πολιτειακού συστήματος που είχε ηθικό βάθος και οργάνωνε την κοινωνία στις βάσεις μιας αυθεντικής θρησκευτικής ιερότητας. 

 

 Η υπονόμευση αυτής της τάξης δεν θα μπορούσε παρά να απομακρύνει τα στοιχεία του πολιτισμού από το επίκεντρό του, δημιουργώντας συνθήκες χάους. Η ανώτερη τάξη της αριστοκρατίας πλαισιώνοντας τον βασιλιά είχε ως κύριο καθήκον την στρατιωτική άμυνα της κοινότητας αλλά και την ευθύνη του πολέμου σε ένα κοσμικό επίπεδο, όπου με την αισθητική και το ήθος όφειλε να υπερασπίζεται τον πολιτισμικό προσανατολισμό προς το μεταφυσικό πεδίο των Ιδεών. 

Στην Ιαπωνία η ιερή αυτή αποστολή άνηκε στους σαμουράι που πλαισίωναν τον ένθεο αυτοκράτορα. 

 

 Στην Ευρώπη, ο Έβολα αναφέρει ότι, το τέλος του πολιτισμού ο οποίος διέθετε αυτό το παραδοσιακό υπόβαθρο ολοκληρώθηκε με την έλευση της Νεωτερικότητας και της αστικής δημοκρατίας. Η πτώση της παραδοσιακής αριστοκρατίας οδήγησε στην άνοδο της αστικής τάξης. Έτσι, η ιερότητα του παραδοσιακού ιεραρχικού κοινωνικού σχήματος αντικαταστάθηκε από τον βάρβαρο οικονομιστικό υλισμό μιας τυραννικής κατανομής κοινωνικών ρόλων. Στην Ιαπωνία η ολοκλήρωση της παραπάνω αντιστοιχίας έλαβε χώρα το 1946 όταν ο Χιροχίτο αναγκάστηκε να υιοθετήσει το εμπνευσμένο από τους Αμερικανούς μεταπολεμικό σύνταγμα, κάτι που ο Μισίμα το 1966 θεωρούσε απαράδεκτο. 

 

 Ήλιος και ατσάλι 

Το 1966 ήταν η χρονιά που ήρθε στο λογοτεχνικό προσκήνιο το σημαντικότερο δοκίμιο του Γιούκιο Μισίμα. Είχε τον τίτλο «Ήλιος και Ατσάλι» και στις σελίδες του ο Ιάπωνας λογοτέχνης έδινε απαντήσεις για τον προορισμό της ζωής και αποτύπωνε την ρομαντική ιδεολογία του. Στο εν λόγω κείμενο ο Μισίμα αυτοπροσδιορίζεται ως Ρομαντικός και περιγράφει το πώς η γυμναστική και η εκπαίδευση στο σπαθί είχε συνδεθεί με την όλη φιλοσοφία του. 

Υποστηρίζει ότι το ατσάλι του είχε μεταδώσει μια γνώση που ούτε τα βιβλία ούτε οι εμπειρίες της καθημερινότητας μπορούσαν να προσφέρουν. Από την άλλη, το γραμμωμένο κορμί αντανακλούσε την αντίληψη ότι η δύναμη πρέπει να συνοδεύεται από ευσταλή μορφή σε ένα έργο τέχνης με οργανικά χαρακτηριστικά. 

 

 Θεωρούσε ότι ένα δυνατό σώμα, με μυς σαν γλυπτό, ήταν απαραίτητο για έναν ευγενή ρομαντικό θάνατο και δήλωνε ότι ένιωθε προσβεβλημένος με τον εαυτό του επειδή κατά την διάρκεια του πολέμου, λόγω της ασθενικής του όψης, δεν είχε την λαμπρή εικόνα του θανάτου, αναγκαζόμενος έτσι να συνεχίσει την καθημερινή του επιβίωση. 

Ούτε, βέβαια, έκρυβε τον ναρκισσισμό του, δηλώνοντας ότι δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι θα πέθαινε για την πατρίδα όντας πλαδαρός με μια ασθενική όψη. Ένας τέτοιος θάνατος θα έχανε το όποιο αισθητικό ενδιαφέρον. 

 

 Στόχος της ζωής του ήταν να αποκτήσει τα γνωρίσματα του σαμουράι. Στις σελίδες του «Ήλιος και Ατσάλι» ομολογεί ότι τα τελευταία χρόνια ακολουθούσε το έθιμο του Μπουνμπουριόντο, τον διττό τρόπο, δηλαδή, της λογοτεχνίας (Μπουν) και του ξίφους (Μπου), σύμφωνα με το ιδεώδες των αρχαίων ιπποτών της Ιαπωνίας. Μέσω του ήλιου και του ατσαλιού μάθαινε σταδιακά να ισορροπεί ανάμεσα στην τέχνη και την δράση. 

 

 Την ίδια χρονιά άρχισε να γράφει το δεύτερο μέρος από την «Θάλασσα της Γονιμότητας». Ο τίτλος ήταν «Αφηνιασμένα Άλογα». Σε αυτό πρωταγωνιστεί ένας νεαρός εθνικιστής τρομοκράτης, ο οποίος σκοτώνει έναν πλούσιο καπιταλιστή. 

Στις σελίδες του έργου υπάρχει εκτενής αναφορά στο επεισόδιο του Σινπούρεν. Το Σινπούρεν αποτελεί ιστορικό σταθμό των απανταχού ρομαντικών, πόσω μάλλον των Ιαπώνων. Στους σύγχρονους Ευρωπαίους έγινε γνωστό μέσω της ταινίας «Ο τελευταίος σαμουράι» με πρωταγωνιστή τον Τομ Κρουζ. 

 

 Η αυτοκρατορική δυναστεία των Μέιτζι (1868-1912) ήταν εκείνη που επέλεξε να βάλει την Ιαπωνία στον δρόμο του εκδυτικισμού, εκτιμώντας ότι με την υιοθέτηση της ευρωπαϊκής τεχνολογίας θα καθιστούσε την χώρα παγκοσμίως ανταγωνιστική. 

Η υιοθέτηση αυτής της αντίληψης, όπως ήταν αναμενόμενο, μαζί με την τεχνολογία έφερε στο βασίλειο του ανατέλλοντος ηλίου την τεχνοκρατία, τον μηχανιστικό αυτοματισμό του βιομηχανικού «west way of life» και την μόδα του εκσυγχρονισμού. Ενός εκσυγχρονισμού ο οποίος έπεσε σαν λιμός πάνω στο κέντημα του ανόθευτου μέχρι τότε παραδοσιακού ιαπωνικού πολιτισμού. 

 

 Κάποιοι συντηρητικοί υπερασπιστές της παράδοσης αντέδρασαν. Ωστόσο, βρέθηκαν στο στόχαστρο των κυβερνητικών δυνάμεων. Την 18ηΜαρτίου του 1877 η κυβέρνηση εξέδωσε διάταγμα που απαγόρευε οριστικά την ύπαρξη των σαμουράι, ζητώντας τους να καταθέσουν τα ξίφη τους. Λίγο αργότερα ένα νέο διάταγμα τους καλούσε να κόψουν τις παραδοσιακές τους κοτσίδες. 

Όσοι δεν το έκαναν συλλαμβάνονταν και διαπομπεύονταν δημοσίως. Κάποιοι από αυτούς υπάκουσαν και ως αντάλλαγμα έλαβαν διευθυντικές θέσεις στις πρώτες ιαπωνικές βιομηχανίες, μεταφέροντας έτσι την νοοτροπία του πολέμου στην ιαπωνική επιχειρηματική αντίληψη. Υπήρξαν, όμως, κι εκείνοι που αντιστάθηκαν. 

 

 Αρνούμενοι να εγκαταλείψουν την παραδοσιακή ζωή της πατρίδας τους προς χάριν της «ανατολικής Νεωτερικότητας», ελάχιστοι σαμουράι οργανώθηκαν και χρησιμοποιώντας κυρίως παραδοσιακά όπλα (ξίφος, δόρυ, πέλεκυ) χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες και επιτέθηκαν στους κυβερνητικούς αξιωματούχους, στο πυροβολικό και στο πεζικό της περιοχής Κουμαμότο. 

Οι λίγοι αυτοί άντρες αντιμετώπισαν κοντά στους τρεις χιλιάδες εχθρούς, καταφέρνοντάς τους μεγάλες απώλειες πριν τελικά εξοντωθούν. 

 

 Ο Μισίμα ανέφερε συνεχώς ότι το επεισόδιο του Σινπούρεν αποτελούσε σταθμό της πολιτικής του σκέψης και τιμούσε την μνήμη των τελευταίων σαμουράι. Την ίδια χρονιά υπέγραψε μια συλλογική διαμαρτυρία κατά του κινεζικού κομμουνιστικού καθεστώτος του Μάο ενώ το 1968 ήταν μέχρι την τελευταία στιγμή ο επικρατέστερος λογοτέχνης για το βραβείο νόμπελ. 

Τελικά, δόθηκε στον παλιό του φίλο Γιασουνάρι Καβαμπάτα κι εκείνος δήλωσε, «ας μην γελιόμαστε, συγγραφείς όπως ο Μισίμα γεννιούνται μια φορά κάθε διακόσια χρόνια». 

 

 Όσο ο χρόνος κυλούσε οι προκλήσεις του Μισίμα κατά του λογοτεχνικού κατεστημένου άρχισαν να πληθαίνουν. Ενώ έγραψε τον «Ναό της Αυγής» (τον τρίτο τόμο της τετραλογίας), το 1969 «προβοκάρισε» έξυπνα τον πνευματικό κόσμο με το θεατρικό «Ο Φίλος μου ο Χίτλερ». Πρόκειται για ένα σημαντικό έργο το οποίο ανέβηκε σε θεατρικές σκηνές παγκοσμίως (πριν λίγα χρόνια παίχτηκε και στην χώρα μας). 

Η υπόθεση εκτυλίσσεται κατά τη «νύχτα των μεγάλων μαχαιριών», το 1934. Οι ριζοσπάστες «στρατιώτες της θύελλας» του Ρεμ δέχονται επίθεση από τους συντηρητικούς εθνικιστές του στρατού. Όλα ξεκινούν όταν οι βιομήχανοι στήνουν μια καλοσχεδιασμένη πλεκτάνη και αφήνουν τους ριζοσπάστες με τους συντηρητικούς εθνικιστές να συγκρουστούν. Ο Μισίμα δεν αναλώνεται σε ψυχολογικές αναλύσεις, απλά ακολουθεί τον ιστορικό ρου και περιγράφει ανάγλυφα έναν αδυσώπητο αγώνα εξουσίας. 

Ο Χίτλερ παρουσιάζεται σαν ουδέτερος, δεν επαινείται ούτε κριτικάρεται, απλώς αναπτύσσεται ως χαρακτήρας του έργου με ενδιαφέρον τρόπο. Στην πρεμιέρα ο Μισίμα είχε δηλώσει ότι ως επικίνδυνος ιδεολόγος ο ίδιος, αφιέρωνε μια κακόβουλη ωδή στον επικίνδυνο ήρωα Χίτλερ. 

 

 Το τελευταίο έργο του Ιάπωνα λογοτέχνη ήταν «Ο Εκπεσών Άγγελος» (το τέταρτο μέρος από την «Θάλασσα της Γονιμότητας»), που παραδόθηκε στον εκδότη την μέρα του θανάτου του, το 1970. Πριν φτάσει, όμως, εκεί, είχε προλάβει να ολοκληρώσει την πνευματική του δραστηριοποίηση, κάνοντας μια βουτιά στο «πολιτικό ποτάμι» της ζωής, δυο χρόνια πριν. 

 

 Τατενοκάι, ο Κύκλος της Ασπίδας 

Το 1970 σε μια φωτογραφική έκθεση της ζωής του, την οποία επισκέφθηκε εκατό χιλιάδες κόσμος, ο Μισίμα είχε δηλώσει ότι ο βίος του χωρίστηκε σε τέσσερα ποτάμια. Το ποτάμι της συγγραφής, το ποτάμι του θεάτρου, το ποτάμι της σωματικής εκγύμνασης και το ποτάμι της πολιτικής δράσης. 

Η πολιτική δράση του ξεκίνησε ουσιαστικά το 1968. Έχοντας αποφασίσει να προσδώσει στον Ρομαντισμό του και πολιτική υπόσταση ο «τελευταίος σαμουράι» ίδρυσε μια πολιτική οργάνωση βασισμένη στις παραδοσιοκρατικές του αντιλήψεις για την πολεμική ιαπωνική κουλτούρα. Συνέπεια τούτου ήταν η οργάνωση να αποκτήσει άμεσα μια παραστρατιωτική δομή και λειτουργία. Το όνομά της ήταν Τατενοκάι, που στα ελληνικά σημαίνει «Ο Κύκλος της Ασπίδας». 

 

 Ο Μισίμα δεν εκτιμούσε καθόλου τα ακροδεξιά σχήματα της χώρας και αναζήτησε για τον Τατενοκάι γνήσιους παραδοσιοκράτες, με «αντιδεξιές» και αληθινά εθνικιστικές αρχές. Έτσι απευθύνθηκε σε μικρές ομάδες φοιτητών και σε εργάτες. 

Οι δεύτεροι δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις ενός στρατιωτικά οργανωμένου τμήματος, όπως ήταν ο Τατενοκάι, λόγω του εργασιακού τους ωραρίου. Αναγκαστικά ο Μισίμα περιορίστηκε σε λίγους φοιτητές. 

 

 Τα μέλη του «Κύκλου…» ήταν γύρω στα εκατό. Κατά την διάρκεια της ίδρυσης, ο Μισίμα με τους λίγους νεαρούς που βρίσκονταν στα γραφεία μιας φοιτητικής οργάνωσης, έκοψαν τα δάκτυλά τους, υπέγραψαν το καταστατικό του Τατενοκάι με το αίμα τους και στην συνέχεια πίεσαν τις πληγές τους πάνω από ένα κύπελλο από το οποίο ήπιαν το «κοινό αίμα της φυλής» ορκιζόμενοι πίστη στην «αυτοκρατορική Ιαπωνία». 

Όταν ο αριθμός των μελών συμπληρώθηκε χωρίστηκαν σε διμοιρίες και εκμεταλλευόμενοι την φήμη του αρχηγού κατάφεραν να λάβουν άδεια στρατιωτικής εκπαίδευσης δίπλα στον ιαπωνικό στρατό. 

Ο τελευταίος είχε ελάχιστους οικονομικούς πόρους και διέθετε μικρό κύρος στην μεταπολεμική Ιαπωνία. Έτσι, αρκετοί αξιωματικοί είδαν με συμπάθεια το γεγονός ότι ένα συγκροτημένο σώμα πολιτών, όπως ο «Κύκλος της Ασπίδας», ήθελε να έχει καλή σχέση με το στράτευμα και συμφώνησαν να δοθεί η άδεια συνεκπαίδευσης. 

 

 Κάνοντας έναν πολιτικό ελιγμό ο Μισίμα τόνισε αρχικά την αντι-αριστερή πτυχή της οργάνωσης, εξασφαλίζοντας την εξοικείωση με τους στρατιωτικούς. Στις ερωτήσεις των δημοσιογράφων απαντούσε προσεκτικά, λέγοντας ότι ο Τατενοκάι αποτελούσε πνευματικό τάγμα κι όχι στρατιωτική οργάνωση και πως το πρότυπο του ήταν οι πολίτες-στρατιώτες της Ελβετίας. Το μεγαλύτερο μέρος της κοινής γνώμης δεν έδειξε ενδιαφέρον, θεωρώντας ότι ο Μισίμα απλώς έκανε ένα εφηβικό όνειρο πράξη το οποίο σύντομα θα τελείωνε. 

 

 Το 1969 η φοιτητική οργάνωση Κομάμπα, στην οποία συνασπίζονταν ριζοσπάστες μαρξιστές και αναρχικοί, τον κάλεσε σε μια δημόσια συζήτηση στο πανεπιστήμιο του Τόκιο. Μολονότι οι αφίσες της τον παρουσίαζαν, σε γελοιογραφίες, σαν γορίλα, η συζήτηση εξελίχθηκε καλά και ο Μισίμα δήλωσε στους δημοσιογράφους ότι με αυτούς τους αριστερούς ήταν φίλοι, πως επιδίωκαν τα ίδια σχεδόν πράγματα, απλώς ανάμεσά τους υπήρχε ένα ιδεολογικό συρματόπλεγμα που δεν τους άφηνε να αγκαλιαστούν. 

 

 Η στάση αυτή θα μπορούσε να μαρτυρήσει την συνέχεια αν οι αρχές είχαν δώσει την πρέπουσα σημασία. Δεν το έκαναν, όμως, και ο Μισίμα βρήκε την ευκαιρία που περίμενε. 

Την 25η Νοεμβρίου του 1970 όταν ο πατέρας του τον είδε να φεύγει πρωί, ντυμένος με την στολή της οργάνωσης και συνοδευόμενος από τέσσερις φοιτητές του Τατενοκάι, κούνησε το κεφάλι με απογοήτευση υποθέτοντας ότι ο γιός του σκάρωνε πάλι κάποια από τις «φασιστικές αλλοκοτιές» του. Οι σχέση των δυο τους είχε πάντα ένα αγκάθι στην μέση. 

 

 Λίγο πριν την εντεκάτη πρωινή η πενταμελής ομάδα έφτασε στην στρατιωτική βάση Ιτσιγκάγια, στο κέντρο του Τόκιο. Υποδυόμενη ότι ήθελε να συναντήσει τον στρατηγό Κανετόσι Μασίτα και εκμεταλλευόμενη την οικειότητα με τον στρατό εισήλθε στο γραφείο του. 

Μετά από λίγα λεπτά τον είχε ακινητοποιήσει. Η απόπειρα επανάστασης μόλις ξεκινούσε. Ο Μισίμα ζήτησε να συγκεντρωθεί όλο το στράτευμα κάτω από το μπαλκόνι που βρισκόταν. Κάποιοι αξιωματικοί του επιτέθηκαν αλλά χρησιμοποιώντας το παραδοσιακό ιαπωνικό του σπαθί τραυμάτισε πάνω από δέκα. Η ζωή του στρατηγού κινδύνευε. Όλοι πλέον εκτελούσαν εκείνα που έλεγαν οι πέντε κινηματίες. 

 

 Μαζί με τον στρατό στον χώρο εισήλθαν δεκάδες αστυνομικοί που περίμεναν την εντολή για να επέμβουν κατά της πενταμελούς ομάδας, όλα τα δημοσιογραφικά δίκτυα της χώρας και ξένοι ανταποκριτές. Ελικόπτερα μετέδιδαν ζωντανά την όλη απόπειρα. 

Ο Μισίμα και οι φοιτητές του έδεσαν στα κεφάλια τους hachimaki. Επρόκειτο για τους παραδοσιακούς ιαπωνικούς κεφαλόδεσμους, τους οποίους οι πέντε επαναστάτες κόσμησαν με κόκκινους κύκλους (σύμβολα του ανατέλλοντος ηλίου) και με το μεσαιωνικό σύνθημα μάχης Shichisho Hokokuπου σήμαινε «υπηρέτησε το έθνος για επτά ζωές». 

Έπειτα βγήκαν στο μπαλκόνι και πέταξαν στους στρατιώτες προκηρύξεις με τις οποίες τους καλούσαν να επαναστατήσουν, να αναθεωρήσουν το σύνταγμα που τους είχαν επιβάλει οι κατακτητές Αμερικανοί και να αποτινάξουν τον δυτικό έλεγχο από την Ιαπωνία. Το κείμενο τελείωνε ως εξής. «Θα σας δείξουμε μια αξία σπουδαιότερη από τον σεβασμό για την ζωή. Δεν είναι η ελευθερία. Δεν είναι η δημοκρατία. Είναι η Ιαπωνία. Η χώρα της ιστορίας και της παράδοσης. Η Ιαπωνία που αγαπάμε». 

 

 Ο Μισίμα από το μπαλκόνι εκφώνησε έναν λόγο, προσπαθώντας να πείσει τους στρατιώτες να κινηθούν μαζί του για την κατάληψη της εξουσίας. Ωστόσο εκείνοι όντας βολεμένοι στην επαγγελματική αστική ζωή τους, μάλλον είδαν την όλη πράξη ως κάτι χωρίς νόημα. Ο φιλελευθερισμός και ο δυτικός τρόπος ζωής είχε διαποτίσει την κουλτούρα τους. 

Το όραμα μιας παραδοσιοκρατικής επανάστασης ήταν ξένο προς την δεξιά ιδεολογία τους και τους άφηνε ασυγκίνητους. Οι περισσότεροι άκουγαν τον Μισίμα σιωπηλοί. Κάποιοι τον αποδοκίμασαν. Εκείνος, αφού κατέβαλε μάταιες προσπάθειες να τους μεταπείσει, ολοκλήρωσε την ομιλία φωνάζοντας «Ζήτω ο Αυτοκράτορας» και ξαναμπήκε στο δωμάτιο με τον αιχμάλωτο στρατηγό.

 Όλα είχαν τελειώσει. Μαζί με τον ένα συναγωνιστή του, τον Μορίτα, αυτοκτόνησαν τελετουργικά, κάνοντας χαρακίρι. Ο ρομαντικός θάνατος που τον στοίχειωνε από την περίοδο του πολέμου είχε πια επιτευχθεί. 

 

Ερμηνευτικά σχόλια 

Ο Αλαιν ντε Μπενουά στο σημαντικό φιλοσοφικό και πολιτικό του έργο «Ιδέες στα Ορθά» περιέγραψε τον Ρομαντισμό ως εμπνευσμένη εξισορρόπηση των αντιθέσεων. Νομίζω ότι εκτίμηση αυτή αποτυπώνει επιτυχώς την αισθαντική πτυχή του ρομαντικού φαινομένου αλλά αποτυγχάνει να διεισδύσει στον πυρήνα του που δεν είναι άλλος από τον φαντασιακό ιδεαλισμό. 

Ωστόσο στην περίπτωση του ιαπωνικού Ρομαντισμού και του Μισίμα η αισθαντικότητα αποτέλεσε το κύριο γνώρισμα. Συνεπώς, η εστίαση στην εξισορρόπηση των αντιθέσεων κρίνεται απαραίτητη ως αφετηρία της όποιας ερμηνευτικής απόπειρας. Αρκεί, βέβαια, να μην υπερτονίζεται οδηγώντας σε λανθασμένα συμπεράσματα. 

 

 Πράγματι, ο Μισίμα υπήρξε εκφραστής ποικίλων τάσεων. Συγγραφέας εμπορικά επιτυχημένων και δίχως σημαντικού νοήματος κειμένων μα ταυτόχρονα δημιουργός έργων οικουμενικής αναγνώρισης. Κοσμικός αστέρας της δημοσιότητας και συνάμα ρομαντικός επαναστάτης. 

Άνθρωπος με γνωριμίες ανά τον κόσμο από την μια και αυστηρός ιδεολόγος της παραδοσιοκρατίας από την άλλη. Μπορεί να εξηγηθεί αυτή η αμφισημία; Κατά την γνώμη μου, ναι. 

 

 Μολονότι οι περισσότεροι ερευνητές εστιάζουν στις αντιφάσεις και στην υποτιθέμενη «απρόβλεπτη αοριστία» των ρομαντικών ενοράσεων, αντιλαμβάνομαι ότι η προσωπικότητα του Μισίμα διέθετε μια ενότητα. 

Για να αναδειχτεί, όμως, η ενότητα αυτή πρέπει να υπάρχουν δυο προϋποθέσεις. Πρώτον η ανάλυση να είναι απαλλαγμένη από τις διεθνιστικές ιδεοληψίες που χαρακτηρίζουν την επιστημονική σκέψη μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Και δεύτερον η προσέγγιση της προσωπικότητας του Μισίμα να γίνει στην βάση μιας ιστορικής συνέχειας. 

 

 Ξεκινώντας από το αίτημα της πρώτης προϋπόθεσης δεν μπορώ παρά να διαβάσω με σκεπτικισμό κάποια κείμενα που συνοδεύουν τις ελάχιστες μεταφράσεις στα ελληνικά ορισμένων έργων του. Καταρτισμένοι αναλυτές καταφεύγουν σε ψυχολογισμούς και σε φιλοσοφικές μεθόδους, που κυμαίνονται από τον ιστορικό υλισμό, στον υπαρξισμό και τον φροϋδισμό (αφήνοντας, όμως, έξω από το εργαλειακό τους οπλοστάσιο τον ίδιο τον Ρομαντισμό), αναλύοντας τα αυτονόητα και προσπαθώντας να «χωνέψουν» οι ίδιοι πρωτίστως (ή να εξηγήσουν στους αναγνώστες δευτερευόντως) το πώς ένας από τους σπουδαιότερους συγγραφείς της νεώτερης ιστορίας υποστήριξε πολιτικές ιδέες, όπως την παραδοσιοκρατία και τον εθνικισμό, που για εκείνους αποτελούν συνώνυμα του κακού. 

 

 Δεν είναι, βέβαια, μόνο ο Μισίμα που μετά θάνατον αναγκάζεται να υποστεί ορισμένους απολογητές της «προοδευτικότητας» αλλά και οι υπόλοιποι πνευματικοί άντρες που ακολούθησαν ανάλογη πολιτική διαδρομή. 

Ένα πρωταρχικό ερώτημα σε αυτή την περίπτωση είναι πώς ένας άνθρωπος, του οποίου η σπουδαιότητα θα εξαντληθεί στο να μεταφράζει κείμενα σημαντικών λογοτεχνών, έχει την άνεση να αξιολογεί ως πολιτικές επιπολαιότητες τις επιλογές εκείνων που η ιστορία κατέστησε τόσο σημαντικούς ώστε να μεταφράζονται ανά τον κόσμο τα έργα τους. 

Γιατί άραγε ο σπουδαίος λογοτέχνης υπήρξε βαθειά πνευματώδης στα γραπτά του αλλά τόσο επιπόλαιος στις πολιτικές του απόψεις;

 

 Πρόκειται σαφώς για αβάσιμες εικασίες που ξεκινούν ως εξής. Μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο η επικράτηση των οικονομιστικών θεωριών, του φιλελεύθερου καπιταλισμού στην δύση και του μαρξιστικού υλισμού στις κομουνιστικές χώρες, κατέληξε στο άπλωμα της οικονομικής εξουσίας σε ολόκληρο το φάσμα του δημόσιου βίου. 

Έτσι, το πολιτιστικό στερέωμα πέρασε κι αυτό υπό την επιρροή όσων επιστημόνων και καλλιτεχνών ήταν πρόθυμοι να μετατρέψουν τον «λόγο της τέχνης και του στοχασμού» σε «πνευματικό καύσιμο» για την μηχανή της οικονομικής εξουσίας. 

 

 Επειδή οι ρομαντικές ενοράσεις αποτελούσαν διαχρονική πηγή ιδεαλιστικής αμφισβήτησης για τον εξουσιαστικό οικονομισμό της Νεωτερικότητας, επιχειρήθηκε να μείνουν δια παντός στο σκοτάδι. Παράχθηκε έτσι μια αφήγηση βάσει της οποίας κάθε μορφή εθνικισμού η οποία αντλούσε την θεωρητική της προέλευση από τον Ρομαντισμό παρουσιάστηκε σαν φασισμός, ο ίδιος ο φασισμός δεν κρίθηκε ιστορικά αλλά δαιμονοποιήθηκε ως έκφραση κάποιου απόλυτου κακού, ρομαντικές εκφράσεις όπως η φανταστική λογοτεχνία υποτιμήθηκαν ως ευτελείς και ούτω καθεξής. 

 

 Η αφήγηση αυτή «επιστημονικοποιήθηκε» και αφομοιώθηκε από τους διαχειριστές του πολιτιστικού κατεστημένου. Το αποτέλεσμα ήταν να πέσουν τελικά και οι ίδιοι στην παγίδα της σκοπιμότητάς τους. Να υιοθετήσουν, δηλαδή, μεθοδολογικές αβασιμότητες με αποτέλεσμα να βρίσκονται σε ερμηνευτική αμηχανία μπροστά σε φαινόμενα όπως αυτό του Μισίμα. 

 

 Το πρώτο βήμα, λοιπόν, ενός ερμηνευτικού επαναπροσδιορισμού είναι η αποκατάσταση της ιστορικής ορθότητας. Αρχικά θα πρέπει να απορριφθεί η θέση ότι ο φασισμός υπήρξε η τρίτη πολιτική θεωρία της Νεωτερικότητας μετά τον φιλελευθερισμό και τον σοσιαλισμό. Ο φασισμός είναι απλώς ένα ριζοσπαστικό ιδεολογικό ρεύμα του εθνικισμού. 

Οι πολιτικές θεωρίες της Νεωτερικότητας είναι ο φιλελευθερισμός, ο ρομαντικός εθνικισμός (που χωρίστηκε σε συντηρητικές και ριζοσπαστικές ιδεολογικές αποτυπώσεις, μια εκ των οποίων υπήρξε και ο φασισμός), ο σοσιαλισμός, ο αναρχισμός, η οικολογία, ενδεχομένως και άλλες. 

Το συμπέρασμα είναι ότι η ήττα του φασισμού στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο σε καμιά περίπτωση δεν συνεπάγεται ότι θα εκλείψουν όλες οι εθνικιστικές ιδεολογίες, όπως η οικονομιστική εξουσία ήθελε να πιστέψουμε. 

 

 Επιπλέον οφείλει να δοθεί μια ιστορική απάντηση στην αστεία άποψη ότι ο φασισμός δεν ήταν ιδεολογία αλλά εγκληματική πρακτική. 

Όπως ο κορυφαίος ιστορικός Στάνλεϊ Πέιν έχει δείξει στο έργο του «Η ιστορία του Φασισμού», τα φασιστικά καθεστώτα είχαν καταγράψει, κατά αναλογία, πολύ μικρότερα ποσοστά πολιτικής βίας απ’ ότι τα κομμουνιστικά, ενώ για να προβοκάρω την συζήτηση δεν θα δίσταζα να υποθέσω ότι, αν εξαιρέσουμε την φιλοπόλεμη ρητορική τους, στην πράξη ήταν ακόμη λιγότερο βίαια κι από την αστικοφιλελεύθερη εκδοχή του αμερικανικού καπιταλισμού ή της Γαλλικής Επανάστασης. 

Εφόσον απαλλαγούμε από τις παραπάνω προκαταλήψεις μπορούμε να περάσουμε στην περίπτωση του Μισίμα δίχως ορατά μεθοδολογικά βαρίδια. 

 

 Ξεκινώντας από την πολιτική του δράση το πρώτο ερώτημα που απασχολεί τους ερευνητές είναι αν ο Μισίμα δύναται να χαρακτηριστεί ως φασίστας. Το βασικό επιχείρημα των political correct αναλυτών, προκειμένου να πείσουν ότι ο Μισίμα δεν υπήρξε φασίστας, είναι ότι φαντάζει μεθοδολογικά άστοχο να τοποθετήσουμε έναν στοχαστή της άπω ανατολής σε μια πολιτική κατηγορία δυτικού τύπου. 

Βρίσκονται σε αμηχανία, όμως, αν κάποιος τους ρωτήσει γιατί ο ίδιος ο Μισίμα και οι Νίπον Ρόμαν-Χα υιοθέτησαν έναν δυτικό όρο προκειμένου να αυτοπροσδιοριστούν φιλοσοφικά και καλλιτεχνικά, δηλαδή τον όρο «Ρομαντικός», και μάλιστα έχοντας σαφή αντίληψη της ευρωπαϊκής του προέλευσης. 

 

 Ας μην γελιόμαστε, όμως. Ο Μισίμα δεν ήταν φασίστας. Όχι γιατί το υποστηρίζουν οι θιασώτες της προόδου, ούτε επειδή αποκλείεται να υπάρξει φασισμός εκτός Ευρώπης, αλλά γιατί η ιδεολογία του και ο Τατενοκάι διέφερε σε ορισμένα σημεία από το ριζοσπαστικά εθνικιστικό κίνημα που κατά τον μεσοπόλεμο στην Ιταλία, την Βρετανία, την Ουγγαρία, την Ρουμανία και –σε μικρότερο βαθμό- αλλού ονομάστηκε φασισμός. 

 

 Ο Μισίμα πίστευε ότι το έθνος (και όχι το άτομο ή ταξική πάλη) αποτελούσε το κύριο πολιτικό υποκείμενο της ιστορίας. Αντιλαμβανόταν ότι η επαναφορά του ιπποτικού προτύπου κοινωνικής οργάνωσης, το οποίο οραματιζόταν, δεν σήμαινε επιστροφή στον μεσαίωνα αλλά ανακύκλωση της παραδοσιακής δυναμικής και αποτύπωσή της στο σύγχρονο γίγνεσθαι. 

Να καταλάβει η παράδοση την εποχή του και να εξορίσει την μόδα από τα πολιτικά πράγματα, αυτός ήταν ο στόχος του. Διέθετε, δηλαδή, τα βασικά ιδεολογικά γνωρίσματα του ρομαντικού εθνικισμού. Επρόκειτο, όμως, για έναν εθνικιστή με ανάμικτα συντηρητικά και ριζοσπαστικά στοιχεία. Δεν ήταν φασίστας, ασχέτως αν ως εθνικιστής έβλεπε τον φασισμό με ενδιαφέρον. 

Ούτε ο Τατενοκάι υπήρξε φασιστική οργάνωση. Και τούτο γιατί ο Μισίμα δεν δοκίμασε επιμελώς να ασκήσει χαρισματική ηγεσία, δεν μαζικοποίησε το κίνημά του, δεν συμμετείχε σε εκλογικές διαδικασίες και δεν αφομοίωσε αρκετά απ’ τα στοιχεία που θα απαιτούσε η φασιστική τυπολογία. 

 

 Οι συμβιβασμένοι με το κατεστημένο αναλυτές δυσκολεύονται να αποδεχτούν πως ένας σπουδαίος λογοτέχνης υποστήριξε πολιτικές αξίες που οι ίδιοι έχουν δαιμονοποιήσει. 

Έτσι στην προσπάθεια να ερμηνεύσουν αυτή την επιλογή, βρίσκουν βολικό το να εστιάσουν στην πολυδιάστατη υφολογία και τις αντίρροπες τάσεις του, προκειμένου να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι η πολιτική του τοποθέτηση αποτέλεσε μια τυχαία κατάληξη νοητικών εξοστρακισμών της δημιουργικής του αντιφατικότητας. 

Εκτιμώ ότι μια τέτοια εξήγηση εμπεριέχει ορατές σκοπιμότητες και είναι καταφανώς λανθασμένη. 

 

 Θα συμφωνήσω ότι ο πυρήνας της θεώρησης του Ιάπωνα λογοτέχνη ήταν αισθητικός και πως πάνω σε αυτόν αρμόζονταν οι λογοτεχνικές και πολιτικές επιλογές του. Πράγματι, ολόκληρη η δράση του διυλιζόταν πνευματικά από το ρομαντικό αισθητικό του αίτημα. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει πως δεν διέθετε πολιτικό σκέλος ή ότι, αναγκαστικά, το πολιτικό στοιχείο στην όλη δράση του θα πρέπει να αξιολογηθεί ως άνευ σημαντικού νοήματος και ως τυχαίο αποτέλεσμα κάποιας ψυχολογικής αναζήτησης. 

 

 Διαβάζοντας τα πολιτικά του κείμενα διαπιστώνει κανείς ότι ο Μισίμα διέθετε την θεωρητική κατάρτιση του πολιτικού Ρομαντισμού και ταυτόχρονα είχε διαμορφώσει ένα ξεκάθαρο, παραδοσιοκρατικό, ιδεολογικό πλέγμα. 

Στο ιδεολογικό του πλέγμα υπήρχαν αναφορές στα κεντρικά σημεία του ιαπωνικού ρομαντικού εθνικισμού (Σενπούρεν, Νι Νι Ρόκου, αυτοκρατορική ιερότητα, αντικαπιταλισμός, αντικομμουνισμός) και περιεχόταν το βασικό αίτημα επιστροφής της Ιαπωνίας στους Ιάπωνες μέσω του απεγκλωβισμού της από τον γεωπολιτικό εναγκαλισμό των Αμερικανών. 

 Αν όλο αυτό ορισμένοι δεν το θεωρούν ιδεολογία και παραβλέπουν την πολιτική του υπόσταση, λυπάμαι αλλά θα τους συστήσω να κάνουν μερικά εισαγωγικά μαθήματα στην πολιτική επιστήμη. Εντούτοις, για να μην αφήσω αναπάντητο κάτι απ’ όσα υποστηρίζουν, θα περάσω στην λογοτεχνική δράση και στην όλη στάση ζωής του Μισίμα. 

 

 Εξετάζοντας την μυθιστορηματική του βιβλιογραφία, λοιπόν, θα διαπιστώσουμε πως πράγματι καταπιάστηκε με διάφορα ρεύματα του λογοτεχνικού φάσματος. Από την φανταστική λογοτεχνία, με τα «γοτθικά» ιστορικά μυθιστορήματα και τα έργα επιστημονικής φαντασίας, μέχρι τις ρεαλιστικές ερωτικές ιστορίες. 

Επιπλέον, αν παρατηρήσουμε την συμπεριφορά και τον τρόπο ζωής του θα δούμε ότι υπήρξε ένα παράξενο αμάλγαμα αντιδραστικού ρομαντικού και διάσημου κοσμοπολίτη. Είναι όμως ορθό να μένουμε σε αυτή την γενική εικόνα; 

Σαφώς και όχι, γιατί αν εξετάσουμε την συμπεριφορά του με ιστορική ακρίβεια θα διαπιστώσουμε ότι μπορεί συνολικά να δείχνει αντιφατική αλλά στην ουσία ήταν συνεπής ανά εποχή. 

 

 Για να γίνω πιο ακριβής ας δούμε το εξής. Ο Μισίμα μέχρι το 1945 υπήρξε ένας συγγραφέας ρομαντικής λογοτεχνίας που έδειχνε να υιοθετεί τις παραδοσιοκρατικές θέσεις του πολιτικού Ρομαντισμού. 

Όντας νεαρός δεν είχε ακόμη αποκρυσταλλώσει προσωπική κοσμοθεωρία. Ωστόσο η όλη του δραστηριοποίηση κινήθηκε στο ρομαντικό πλαίσιο και δεν παρουσίασε αξιοσημείωτες αντιφάσεις. 

Η αλλαγή συντελείται από το 1946 ως το 1959. Σε αυτή την περίοδο εξέφρασε λογοτεχνικές τάσεις και υιοθέτησε συμπεριφορές, οι οποίες διέφεραν από εκείνες της εφηβείας. Διέφεραν, όμως, και μεταξύ τους ώστε να δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό του αντιφατικού; Δεν νομίζω. 

 

 Ο Μισίμα είχε επιλέξει να ακολουθήσει έναν διαφορετικό δρόμο, όπως συμβαίνει με τους περισσότερους ανθρώπους κατά την διάρκεια της ζωής τους. Δεν σημαίνει ότι αναγκαστικά είχε αλλάξει τον εαυτό του. Κι αυτό, γιατί μάλλον δεν τον είχε βρει. Δεν είμαστε σε θέση να απαντήσουμε αν συμβιβάστηκε με την υπάρχουσα τάξη της εποχής προκειμένου να πετύχει ως συγγραφέας. 

Δεν γνωρίζω αν απλά, ως νεαρός, θέλησε να δει τον τρόπο ζωής που πρόκρινε η μεταπολεμική συνθήκη για να αποφασίσει μετά από κάποια χρόνια αν του άρεσε. Εξάλλου δεν έχω έρθει σε επαφή με πιθανή αλληλογραφία του για να αποκτήσω πρόσβαση στα ενδότερα της ζωής και της σκέψης του. Εκείνο το οποίο μπορώ πάντως να διαπιστώσω είναι ότι έχω να κάνω με έναν άνθρωπο ο οποίος ήταν συνεπής σε ό,τι έκανε ως το 1945, όπως επίσης και από το 1946 ως το 1959. 

Με την διαφορά ότι η δεύτερη περίοδος είχε άλλο προσανατολισμό από την πρώτη. Ίσως τελικά να μην είναι και τόσο παράδοξο ένας άνθρωπος να οδηγείται σε επιμέρους αναζητήσεις όσο ενηλικιώνεται. 

 

 Η τρίτη ιστορική του φάση ξεκινά από το 1960 και ολοκληρώνεται με τον θάνατό του, το 1970. Είναι η φάση της επιστροφής στον Ρομαντισμό. Μια επιστροφή που ξεκίνησε σταδιακά από το’60 για να επιταχυνθεί από το ’66 κι έπειτα. Και τούτη η περίοδος, αν εξεταστεί μεμονωμένα, δεν δείχνει έλλειψη ενότητας στην προσωπικότητά του. 

Όπως ήταν αναμενόμενο τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας η επάνοδος στον Ρομαντισμό ήταν πιο αργή και συνοδευόταν από γνωρίσματα της προηγούμενης φάσης που ακόμη επιζούσαν ενώ από τα μέσα κι έπειτα οι τελικές του επιλογές αποκρυσταλλώνονταν όλο και περισσότερο. 

 

 Κι εδώ τα ερωτήματα που γεννιούνται είναι δύσκολο να απαντηθούν. Αποφάσισε τελικά ο Μισίμα να αποκαλύψει αυτό που πάντοτε ήταν επειδή μετά την επιτυχία του ένιωσε ισχυρός; Σε αυτή την άποψη συνηγορεί και το ότι κατά την «κοσμική» του περίοδο δεν είχε αναφερθεί καθόλου στην πολιτική (συνεπώς δεν είχε αποκηρύξει και τις εφηβικές ιδέες). 

Μήπως υιοθέτησε αυτό το ύφος γιατί του άρεσε να ξεχωρίζει κι αυτό μπορούσε να το πετύχει, μεταξύ των άλλων, με το να σοκάρει την κοινωνία; Ναι, αλλά γίνεται να ευσταθεί μια τέτοια άποψη για κάποιον που έδωσε την ζωή του υπηρετώντας το ιδανικό του; Εκτιμώ πως όχι. 

Κατά την γνώμη μου, όπως ανέφερα σε προηγούμενο κεφάλαιο, θα πρέπει να δοθεί ερμηνευτική σημασία στην θέλησή του να βρει τον αληθινό του εαυτό και στον ρόλο που έπαιξε η εκγύμναση στην ζωή του. Όπως και να έχει, ό,τι και να ισχύει, εκείνο που με ενδιαφέρει είναι να καταδείξω την έλλειψη αντιφάσεων στο εσωτερικό κι αυτής του της περιόδου. 

 

 Μπορεί λοιπόν, αν τον εξετάσουμε άνευ χρονικών τομών, να διαπιστώσουμε αντίρροπες τάσεις και αντιφάσεις. Αυτό είναι σαφές. Αν, όμως, τον παρατηρήσουμε κατά εποχή θα διαπιστώσουμε ότι όλα αποκτούν μια συνέχεια, μια νοητική ροή. 

Πρόκειται για έναν άνθρωπο που χαράσσει πορεία προς το βάθος του εαυτού του και από εκεί προς το Απόλυτο. Αντιθέσεις και μεταβολές όντως καταγράφηκαν στην συμπεριφορά του ωστόσο αυτές δεν αναιρούν την ενότητα της προσωπικότητάς του. 

 

 Η επαφή με την λογοτεχνία του καθιστά ισχυρότερη την διαπίστωση αυτή. Μπορεί πράγματι τα ρεύματα που υπηρέτησε να ήταν διαφορετικά και η ποιότητα των κειμένων του να χαρακτηρίζεται από αυξομειώσεις. 

Εντούτοις, έχει ήδη αναφερθεί ότι ορισμένοι μελετητές διαπίστωσαν πως τα βασικά του λογοτεχνικά γνωρίσματα είναι ανιχνεύσιμα από τα εφηβικά κιόλας κείμενά του. Κι αυτό καταδεικνύει, αν μη τι άλλο, έναν πυρήνα ρομαντικών λογοτεχνικών μοτίβων που παρέμεινε σταθερός για όλη του την ζωή. 

 

 Το τελικό μου συμπέρασμα είναι πως ο Μισίμα όντως εξισορρόπησε αντιθέσεις. Ωστόσο για να το πετύχει κανείς αυτό είναι απαραίτητο να διαθέτει έναν αμετακίνητο κεντρικό πνευματικό άξονα πάνω στον οποίο θα προσαρμόζει τις επιμέρους εκφάνσεις του. Πρόκειται για τον πυρήνα που διατηρεί την ενότητα της προσωπικότητας. Ο Μισίμα διέθετε και ενότητα στον Μύθο της ζωής του και σπουδαία προσωπικότητα. 

 

 Ομολογώ ότι συγγραφείς με παρόμοια γνωρίσματα, όπως ο Ντριε λα Ροσέλ και ο Σαλβατόρε Νταλί, είναι πιο δύσκολο να αναγνωστούν σε σχέση με τις ιδεολογικές τους απόψεις. H «avant garde» κουλτούρα τους προϋποθέτει εκρηκτικές αντιφάσεις σε ενδεχόμενη επαφή με τον πολιτικό Ρομαντισμό. Στην περίπτωση του Μισίμα πάντως δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Με μια προσεκτική ματιά, κι έχοντας γνώση της παράδοσης του Ρομαντισμού, οι απαντήσεις για την ζωή και το θάνατο του «τελευταίου σαμουράι» ίσως να βρίσκονται μπροστά μας. 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου