Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2018

Το αστικό κοινόχρηστο πράσινο


του Αντώνη Καπετάνιου 

Το αστικό κοινόχρηστο πράσινο έχει σοβαρούς και, σε πολλές περιπτώσεις, «μη αντιμετωπίσημους» αντιπάλους. Αυτοί προκύπτουν από τις χρήσεις που επιβάλλονται στα εδάφη του, για σκοπούς που θεωρούνται υπέρτεροι και «κοινώς αποδεκτοί», οι οποίοι προτάσσονται ως αναντίρρητη ανάγκη και η αμφισβήτισή τους επισύρει την «καταδίκη» ή την «καταφροσύνη» του αμφισβητία (η επίκκληση του δημοσίου συμφέροντος για την επιβολή τους, είναι το στοιχείο εκείνο που τους διαφοροποιεί και τους κάμει «μη αντιμετωπίσιμους»…)
Σημείωνε σε σχέση με τα παραπάνω, την 24η-12-1976, στην εφημερίδα «Το Βήμα», ο πρώην διαπρεπής δασολόγος και βουλευτής Αναστάσιος Στεφάνου: «Στο πάρκο –πευκοδάσος- της Φιλοθέης ζητούν να κτισθεί σχολείο. Στο άλσος του Πεδίου του Άρεως ζητούν να γίνει κολυμβητήριο. Το άλσος του Παγκρατίου τόχουν γεμίσει κτίρια (θέατρα, μπαρ, ταβέρνες κ.α.) Από το άλσος της Νέας Φιλαδελφείας ζητάει η ΑΕΚ να πάρει 27 στρέμματα, για να μεγαλώσει το γήπεδό της. Και αυτά στην περιοχή της Αττικής, για να μην πάμε και στον Ισθμό της Κορίνθου, όπου μπουλντόζες ξηλώνουν πεύκα για κτισθούν πολυκατοικίες».

Αναφέρεται σχετικά η εξής περίπτωση: Το έτος 1983 η Δασική Υπηρεσία ζητά με το αριθ. 6930/26-10-1983 έγγραφο του Δασάρχη Πεντέλης από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, να επιληφθεί επί των τεκταινομένων στην περιοχή Πυρναρί στην Τερψιθέα, στο τέρμα της λεωφόρου Κων/νου Αθάνατου, εκεί όπου οι δήμαρχοι Γλυφάδας και Ελληνικού, με τη συνδρομή 200 περίπου δημοτών, κατέλαβαν αναδασωτέα έκταση 50 στρεμμάτων, την περιέφραξαν και πραγματοποίησαν εργασίες ισοπέδωσής της, για τη δημιουργία νεκροταφείου. Όταν επιχειρήθηκε η λήψη μέτρων προστασίας της έκτασης από τη Δασική Υπηρεσία, απειλήθηκαν επεισόδια, ενώ οι καταληψίες αρνούνταν να την εγκαταλείψουν!..
Οι «εντιμότατοι φίλοι» του πρασίνου, λοιπόν, είναι κατ’ ουσίαν οι μεγάλοι εχθροί του, αφού, αν και οι προκύπτουσες εξ’ αυτών χρήσεις εμφανίζονται ως αρμόζουσες με το εν λόγω πράσινο, στο τέλος είναι εκείνες που το «διαβρώνουν», το αντιπαλεύονται, διεκδικώντας μάλιστα και καταλαμβάνοντας τα πολύτιμα εδάφη του. Ας παραθέσουμε ορισμένες τέτοιες περιπτώσεις.
Όταν οι αδελφοί Ριζάρη παραχωρούσαν το απέναντι από τον Ευαγγελισμό οικόπεδο ιδιοκτησίας τους για τη δημιουργία εκεί χώρου πρασίνου («Τερπνότατον προς διασκέδασιν των μαθητών περιβόλιον, προς διατήρησιν του οποίου διατάττω να ληφθώσιν όλα τα αναγκαία μέτρα…», ήταν η θέληση του δωροθέτη Γεωργίου Ριζάρη στη διαθήκη του το έτος 1837), κανείς δεν φανταζόταν τη συνέχεια, με την επιμονή του κράτους να καταστραφεί μέρος του πάρκου, για να δημιουργηθεί το μουσείο Μοντέρνας Τέχνης του Βασίλη και της Ελίζας Γουλανδρή (ήδη μέρος του πάρκου είχε μετατραπεί σε σταθμό του Μετρό). Η παραχώρηση στο ίδρυμα Γουλανδρή βασιζόταν στο άρθρο 5 του αναγκαστικού νόμου 1331/1949, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 5 νόμου 2412/1996, όπου προεβλέπετο η παραχώρηση ακινήτων του Δημοσίου με κοινή υπουργική απόφαση των υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών σε ιδρύματα και οργανισμούς κοινής ωφέλειας, για την εκπλήρωση των ειδικών σκοπών τους. Η αρχική πράξη τής παραχώρησης για τον παραπάνω σκοπό, κρίθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας ως ασύμβατη με τη θέληση του δωροθέτη Γ. Ριζάρη και συνεπώς ως μη νόμιμη (αριθ. 604/2002 απόφαση Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας). Όμως, η πολιτεία επέμεινε, και στο νόμο 3057/2002 συμπεριελήφθη διάταξη που παραχωρούσε το εν λόγω ακίνητο στο ίδρυμα Γουλανδρή. Βλέπετε, η θέληση των ευεργετών (Β. και Ε. Γουλανδρή) ήταν το μουσείο να κατασκευαστεί στη συγκεκριμένη θέση και μόνον εκεί!..
Το πάρκο Ριζάρη αποτελεί το μοναδικό εναπομείναν κομμάτι πρασίνου στην κοίτη του Ιλισού ποταμού. «Περιβόλιον», το είχε χαρακτηρίσει το πολεοδομικό σχέδιο της Αθήνας του 1939. Ανήκε στην ιδιοκτησία της Ριζαρείου Σχολής, μα το έτος 1979 περιήλθε στην κυριότητα του Δημοσίου, κατόπιν ανταλλαγής. Κατ’ επανάληψιν είχαν διατυπωθεί προτάσεις για τη δημιουργία εκεί ενός δεύτερου Εθνικού Κήπου της πρωτεύουσας, μα τούτες δεν ευοδώθηκαν (για λόγους αυτονόητους προφανώς…) Το πάρκο, μάλιστα, πολλές φορές επιχειρήθηκε ν’ «αξιοποιηθεί», με την αλλαγή της χρήσης του (τμήμα του προοριζόταν για ξενοδοχείο, για πνευματικό κέντρο του δήμου Αθηναίων κ.α.) Η έκταση που δώρισε ο Ριζάρης ανέρχονταν στα 115 στρέμματα περίπου. Όμως, οι συνεχείς επεμβάσεις που συνέβησαν, άφηκαν σήμερα ελαχίστη εναπομείνασα εμβαδού 50 στρεμμάτων, η οποία μάλιστα χωρίζεται σε δύο μέρη εξαιτίας της οδού Ριζάρη που διέρχεται δι’ αυτής. Μέρος της λιγοστής τούτης έκτασης, λοιπόν, είναι που επιζητείται για τη δημιουγία μουσείου, αφού μοίρα κακιά (η ανθρώπινη!) κατατρέχει καθετί που απέμεινε ως ωραίο.
Διερωτώμαι: Γιατί η τέχνη ν’ αντιμάχεται την φύση; Γιατί η τέχνη να οικοδομείται στο εξαιτίας της νεκρό περιβάλλον; «…Κι όταν όλη αυτή η αυθαιρεσία γίνεται επειδή έτσι το θέλει το Ίδρυμα Πολιτισμού, για να στεγάσει τις ιδιωτικές του συλλογές, συλλογές του ζεύγους Β. και Ε. Γουλανδρή, τις οποίες απέκτησαν επειδή εκτιμούσαν την τέχνη, τότε το μέλλον των πολιτών βρίσκεται σε άσχημα χέρια. Γιατί η τέχνη είναι αληθινός πολιτισμός. Και ο αληθινός πολιτισμός, ούτε επιβάλλεται, ούτε μάχεται την ποιότητα ζωής των πολιτών. Ο αληθινός πολιτισμός λειτουργεί για τους πολίτες. Και όχι για τους κατέχοντες. Αλλιώς το μέλλον των πολιτών βρίσκεται σε άσχημα χέρια» (εφημερίδα «Ελευθεροτυπία», ρεπορτάζ, φύλλο 25ης-2-2000).
Για την ιστορία αναφέρεται πως το ζήτημα στο πάρκο Ριζάρη απασχόλησε και την Ακαδημία Αθηνών, η οποία σε Ψήφισμα που δημοσιοποίησε, υποστήριξε τα εξής: «Το άλσος Ριζάρη να αφεθεί ελεύθερο, διότι αποτελεί ούτως ή άλλως το φυσικό περιβάλλον όσων ιστορικά και πολιτισμικά φορτισμένων εγκαταστάσεων της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής σχολής έχουν απομείνει, η οποία αποτέλεσε για περισσότερο από έναν αιώνα φυτώριο πνευματικών οδηγιών του Έθνους, εκπαιδεύοντας ιεράρχες, κληρικούς, διδασκάλους και ανωτάτους υπαλλήλους, σύμφωνα με την επιθυμία των αδελφών Ριζάρη».
Όμως, εκτός της τέχνης, το αστικό πράσινο έχει ν’ αντιμετωπίσει κι άλλους «αντιπάλους», που επίσης γνωρίζουν την κοινή αποδοχή. Ένας εξ’ αυτών είναι η εκπαίδευση. Ποιος μπορεί να την αρνηθεί και να μην την προτάξει ως ανάγκη υπέρτερη κάθε άλλης; Ποιός θα πει: «δε χτίζω σχολειά για μη χαλάσω το πράσινο;» Σε μια τέτοια λογική κινείται η σκέψη των ιθυνόντων, με τη λογική αυτή αποφασίζεται η σύγχρονη άλωση. Αλλά το αποτέλεσμα δεν είναι πάντα το προσδοκόμενο... Και το αποδεικνύει η περίπτωση του λόφου του Παιδιού, μιας πολύτιμης έκτασης πρασίνου στο Γαλάτσι, η οποία επιλέχθηκε για να επεκταθεί εκεί το θηριώδες σχολικό συγκρότημα της Γκράβας. Εκδόθηκε λοιπόν οικοδομική άδεια και ο εργολάβος μπήκε στην έκταση και έκοψε 50 περίπου μεγάλα πεύκα, για να κατασκευάσει το κτήριο. Όταν, όμως, οι ενεργοί πολίτες της πόλης αντέδρασαν δυναμικά στην υλοποίηση αυτού του «παράλογου έργου», τότε σταμάτησε η κατασκευή του. ΄Ηταν, βεβαίως, από τις λίγες περιπτώσεις που η -συνήθως απόλυτη- πολιτεία, αναγκάστηκε να υποχωρήσει μπρος στη λαϊκή αντίδραση!
Ένας άλλος από τους «εντιμότατους φίλους» του πρασίνου, είναι η υγεία. Βεβαία θεωρείται η πρόταξή της. Και μπρος στο δεδομένο τούτο, κάθε τι άλλο υποχωρεί. Δέστε σχετικά πως αντιμετωπίστηκε η περίπτωση της δημιουργίας του νοσοκομείου Χαϊδαρίου. Χωροθετήθηκε η κατασκευή του στο μοναδικό πευκοδάσος της περιοχής, σε τμήμα του ομώνυμου στρατοπέδου. Αντιπροτάθηκε η λύση του γειτονικού στο στρατόπεδο χέρσου οικοπέδου, για ν’ αποφευχθεί η καταστροφή του δάσους. Απορρίφθηκε χωρίς δεύτερη σκέψη η συγκεκριμένη λύση κι έτσι καταστράφηκε ο σημαντικός αυτός πνεύμονας πρασίνου της περιοχής! Παρεπιμπτόντως τονίζεται ότι με το νόμο 2745/1999 δόθηκε η δυνατότητα οικοπεδοποίησης του 50% της έκτασης των εγκαταλειφθέντων στρατοπέδων. Χάνονται έτσι -για άλλη μια φορά-, πολύτιμα αστικά εδάφη που βρίσκονται εντός του αστικού ιστού και τα οποία μπορούν ν’ αξιοποιηθούν σαν χώροι πρασίνου.
Ο αθλητισμός, επίσης, αποτελεί έναν άλλο «ευγενή» αντίπαλο του πρασίνου. Θ’ αναφερθούμε εν προκειμένω στο ποδόσφαιρο, αν και κάθε κατηγορία αθλητισμού επιθυμεί κοινόχρηστα εδάφη πρασίνου, για την άσκηση των δραστηριοτήτων του και, στις περισσότερες των περιπτώσεων -με τον έναν ή άλλον τρόπο-, τα προσπορίζεται (βλέπε τις περιπτώσεις αρκετών ολυμπιακών αθλημάτων, που εγκαταστάθηκαν σε χώρους πρασίνου, την περίπτωση της επέκτασης των αθλητικών εγκαταστάσεων του Πανελληνίου Γυμναστικού Συλλόγου σε βάρος του πάρκου του Πεδίου του Άρεως κ.α.)
Το ποδόσφαιρο, λοιπόν, γνωρίζων τη λαϊκή αποδοχή, απαίτησε κοινόχρηστα εδάφη πρασίνου, για να επεκτείνει τις δραστηριότητές του και, χωρίς δεύτερη σκέψη, του δόθηκαν… Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί αυτή της ποδοσφαιρικής ομάδας της Α.Ε.Κ., η οποία όταν θέλησε να κατασκευάσει νέο γήπεδο ποδοσφαίρου (στη θέση του παλαιού), που θα το εμπλούτιζε και με πολλές άλλες δραστηριότητες πολιτιστικού -κι όχι μόνον- ενδιαφέροντος (κατασκευή συνεδριακού κέντρου, καταστημάτων, κινηματογράφων κ.λπ.), απαίτησε εδάφη από το γειτνιάζον άλσος της Νέας Φιλαδελφείας. Και επειδή απαγορεύονται τέτοιες χρήσεις στα άλση (παρόλα αυτά, στο συγκεκριμένο άλσος έχουν εγκατασταθεί δύο κέντρα διασκέδασης, κινηματογράφος, παιδικός σταθμός, γκαράζ απορριμματοφόρων του δήμου, εκκλησία, παιδούπολη, περίπτερα διαφόρων χρήσεων κ.α.!), ο σκοπός επιτεύχθηκε με νομοθετική ρύθμιση (νόμος 3044/2002). Το Συμβούλιο της Επικρατείας, όμως, σταμάτησε το έργο και «τράβηξε το αυτί της πολιτείας» για τα εφευρετήματά της, η οποία όμως δεν έβαλε μυαλό και με νέα διάταξη θέλησε να καταστήσει το έργο επιτεύξιμο (νόμος 3207/2003). Βεβαίως, αν και το ΣτΕ τότε κλήθηκε να «βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά», μετά από προσφυγή της τοπικής δημοτικής Αρχής και 131 δημοτών, εντούτοις νεοτέρως δε λειτούργησε ομοίως, όταν με διάταξη νόμου επιχειρήθηκε και πάλι η ένταξη μέρους του άλσους στις γηπεδικές εγκαταστάσεις, και το ΣτΕ συναίνεσε.
Δράττομαι της ευκαιρίας για ν’ αναφερθώ σ’ ένα περιστατικό από τα παλιά, που αφορά στο θέμα που πραγματευόμαστε, κι αποτελεί την επιτομή αντιστοίχων συμπεριφορών και καταστάσεων. Διότι, μη νομίσετε, αν και το γεγονός που θ’ αναφερθεί συνέβη στην περίοδο της Χούντας, η αντιμετώπιση του πρασίνου, και δη του αστικού πρασίνου, από την πολιτεία και την κοινωνία, ελάχιστα έχει διαφοροποιηθεί, αφού, όπως προείδαμε, η λογική πρόταξης των «υπέρτερων αναγκών» σε βάρος του πρασίνου, εξακολουθεί ν’ αποτελεί τη βάση πολιτικών, οι οποίες μάλιστα, θέλουν να προβάλλονται ως «σύγχρονες». Έτσι, λοιπόν, όταν το καλοκαίρι του 1970 ο κοινοτάρχης Βουλιαγμένης θέλησε να κατασκευάσει αθλητικές εγκαταστάσεις στο Μεγάλο Καβούρι, δεν υπολόγισε το εκεί ευρισκόμενο δάσος, που αποτελείτο από πευκόδενδρα, αυτοφυή και φυτεμένα από τα ΛΟΚ. Το αποψίλωσε λοιπόν για το σκοπό αυτό, χωρίς να ρωτήσει κανέναν. Ουδείς εκ των θεσμοθετημένων προστατών του αντέδρασε, διότι η ενέργεια του κοινοτάρχη συμβάδιζε «με την καταβαλλόμενην υπό της Εθνικής Κυβερνήσεως προσπάθεια ανύψωσης του ελληνικού αθλητισμού» (από έγγραφο δημόσιας Αρχής, επιφορτισμένης με το καθήκον της προστασίας του πρασίνου, η οποία με αυτό τον τρόπο δικαιολόγησε την μη προστασία του!) Τα σχόλια, νομίζουμε, περιττεύουν…


(από το βιβλίο μου “ΑΘΗΝΑ, ΖΕΙΣ; Η πόλη που έφυγε, η πόλη που μένει…”, εκδόσεις Φιλιππότη, Αθήνα 2006)

(στη φωτογραφία: το Πεδίον του Άρεως και στο βάθος το Άλσος της Σχολής Ευελπίδων σε αεροφωτογραφία της 20ης Οκτωβρίου 1939 -χρήσεις αθλητικές, καλλιτεχνικές, ψυχαγωγικές επιχειρηματικού χαρακτήρα κ.λπ. σε αυτά…)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου