Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2018

Σά­στα Γκράντ (Shasta Grant):Προ­σποί­η­ση(Make-Believe)



  


 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ μᾶς ἀ­ρέ­σουν οἱ πα­ρα­με­λη­μέ­νες παι­δι­κὲς χα­ρές. Εἰ­δι­κὰ ἐ­κεῖ­νες ποὺ μὲ τὰ σκου­ρι­α­σμέ­να σκα­λο­πά­τια τους δί­νουν τὴν αἴ­σθη­ση τα­ξι­διοῦ στὸ χρό­νο. Ἀλ­λὰ σή­με­ρα δὲν προ­λα­βαί­νου­με —ἡ μη­τέ­ρα της θέ­λει νὰ φᾶ­με στὸ σπί­τι της— κι ἔ­τσι ὁ­δη­γοῦ­με στοὺς ἑ­λι­κο­ει­δεῖς δρό­μους μὲ τὰ πα­νο­μοι­ό­τυ­πα σπί­τια στὸ Κρί­σταλ Κρίκ. Ἐ­κεῖ, ἡ παι­δι­κὴ χα­ρὰ εἶ­ναι φτι­αγ­μέ­νη ἀ­πὸ ξύ­λο καὶ σχη­μα­τί­ζει ἕ­να πλοῖ­ο. Ἔ­χει ἕ­να μι­κρὸ πα­ρα­τη­ρη­τή­ριο στὴν κο­ρυ­φὴ, στὸ ὁ­ποῖ­ο τῆς ἀ­ρέ­σει νὰ σκαρ­φα­λώ­νει καὶ νὰ λέ­ει: «Για­γιά, ἂς σαλ­πά­ρου­με γιὰ τὴν Ἑλ­λά­δα!». Δὲν ἔ­χω ἰ­δέ­α πῶς τῆς ἔρ­χον­ται αὐ­τὰ τὰ πράγ­μα­τα.

       Ἔ­τσι περ­νᾶ­με τὶς ἡ­μέ­ρες μας, ἐ­νῶ ἡ μη­τέ­ρα της δου­λεύ­ει, ἐ­νῶ ὁ πα­τέ­ρας της λεί­πει. Παίρ­νου­με χάμ­πουρ­γκερς καὶ πα­τά­τες καὶ μίλ­κσέ­ηκς καὶ σάν­του­ιτς μὲ ἐ­πε­ξερ­γα­σμέ­νο κρέ­ας, πορ­το­κα­λὶ τυ­ρὶ καὶ πί­κλες. Τρῶ­με κο­τομ­που­κι­ὲς βου­τηγ­μέ­νες σὲ σὼς μου­στάρ­δας μὲ μέ­λι καὶ χω­νά­κια πα­γω­τοῦ πε­ρι­χυ­μέ­να ἀ­πὸ σο­κο­λά­τα ποὺ σκλη­ραί­νει γύ­ρω τους σὰν κέ­λυ­φος – ὅ­λα αὐ­τὰ ποὺ ἡ μη­τέ­ρα της δὲ θὰ τὴν ἄ­φη­νε νὰ φά­ει. Τὴν ἀ­φή­νω νὰ πα­σα­λεί­βε­ται μὲ τὸ πα­γω­τὸ καὶ τὴ σο­κο­λά­τα στὸ πρό­σω­πό καὶ στὰ χέ­ρια της. Δὲν τὴ μα­λώ­νω γιὰ νὰ τρώ­ει πιὸ μα­ζε­μέ­να, νὰ γλεί­φει τὸ χω­νά­κι με­θο­δι­κὰ ἔ­τσι ὥ­στε νὰ μὴ λε­ρώ­νε­ται.

       Πρέ­πει νὰ τῆς πῶ ὅ­τι αὔ­ριο θὰ πά­ει στὸ σπί­τι κά­ποι­ου ἄλ­λου. Πρέ­πει νὰ τῆς πῶ ὅ­τι αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ τε­λευ­ταί­α μας μέ­ρα μα­ζί, ἐ­πει­δὴ ἡ μη­τέ­ρα της δὲ θέ­λει πιὰ τὴ βο­ή­θειά μου. Ἀλ­λὰ δὲν μπο­ρῶ νὰ κα­τα­φέ­ρω τὸν ἑ­αυ­τό μου νὰ πεῖ οὔ­τε μί­α ἀ­πὸ αὐ­τὲς τὶς λέ­ξεις.

       Ἐ­δῶ καὶ μῆ­νες, πη­γαί­νου­με ἀ­πὸ παι­δι­κὴ χα­ρὰ σὲ παι­δι­κὴ χα­ρά. Ὑ­πάρ­χουν τό­σες πολ­λὲς μι­κρὲς καὶ κρυμ­μέ­νες, ἂν ξέ­ρεις νὰ ψά­χνεις. Τὸ παι­δι­κὸ πάρ­κο πί­σω ἀ­πὸ τὴν Ἐκ­κλη­σί­α τῶν Με­θο­δι­στῶν τοῦ Ἁγ. Παύ­λου εἶ­ναι ὡ­ραῖ­ο, ἀλ­λὰ πη­γαί­νει ὑ­περ­βο­λι­κὰ πο­λὺς κό­σμος ἐ­κεῖ. Ἐ­κεί­νη κι ἐ­γώ, θέ­λου­με νὰ ἔ­χου­με ἕ­να μέ­ρος μό­νο γιὰ ἐ­μᾶς τὶς δύ­ο. Κοι­τά­ζει ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ πί­σω κα­θί­σμα­τος καὶ φω­νά­ζει, «Ἐ­κεῖ, για­γιά!», μό­λις ἐν­το­πί­σει κά­τι ποὺ μπο­ρεῖ νὰ μοιά­ζει μὲ τσου­λή­θρα, ἐγ­κα­τά­στα­ση ἀ­πὸ πλα­στι­κὲς πέ­τρες ἢ μὲ γύ­ρω-γύ­ρω-ὅ­λοι. Σκέ­φτο­μαι νὰ τὴν πά­ρω καὶ νὰ φύ­γου­με. Μα­ζὶ θὰ δι­α­σχί­σου­με τὴ χώ­ρα ψά­χνον­τας γιὰ τὸν πα­τέ­ρα της κά­τω ἀ­πὸ τραμ­πά­λες καὶ μο­νό­ζυ­γα.

       Κό­βω τα­χύ­τη­τα κα­θὼς πλη­σι­ά­ζου­με τὴν παι­δι­κὴ χα­ρὰ τοῦ Κρί­σταλ Κρίκ. Σύ­χνα βρί­σκε­ται ἐ­δῶ μιὰ νε­α­ρὴ μη­τέ­ρα μὲ τὰ δυ­ὸ παι­διά της, ἕ­να νε­ο­γέν­νη­το κι ἕ­να νή­πιο, μὰ δὲ θέ­λω νὰ τὴ δῶ σή­με­ρα. Πάν­τα μοῦ χώ­νει τὸ νε­ο­γέν­νη­τό της στὴν ἀγ­κα­λιά μου. Ὁ κό­σμος ὑ­πο­θέ­τει ὅ­τι μιὰ για­γιὰ θὰ θέ­λει πο­λὺ νὰ κρα­τή­σει ἕ­να μω­ρό, ἀλ­λὰ ἐ­γὼ σχε­δὸν πο­τὲ δὲ θέ­λω. Ὅ­ταν εἶ­ναι ἐ­κεῖ, παίρ­νω τὸ μι­κρὸ αὐ­τὸ ρὸζ δε­μα­τά­κι στὰ χέ­ρια μου καὶ τὸ τα­χτα­ρί­ζω ὡς εἴ­θι­σται. Θέ­λω νὰ πῶ στὴ μη­τέ­ρα ὅ­τι οἱ κό­ρες της, μὲ τὶς ἀ­σορ­τὶ ρὸζ κορ­δε­λί­τσες καὶ τὰ λευ­κὰ καλ­σόν, κά­ποι­α μέ­ρα θὰ γί­νουν ἡ κα­τα­στρο­φή της. Θὰ πρέ­πει νὰ πλά­σει πιὸ γε­ρὰ κο­ρί­τσια, ποὺ δὲ θὰ φο­βοῦν­ται νὰ λε­ρω­θοῦν, ποὺ θὰ μπο­ροῦν νὰ ἀν­τα­πε­ξέλ­θουν στὶς ἀ­πώ­λει­ες ποὺ ἐ­πι­φυ­λάσ­σει ἡ ζω­ή.

       Ἡ γυ­ναί­κα δὲν εἶ­ναι ἐ­κεῖ κι ἔ­τσι παρ­κά­ρω τὸ αὐ­το­κί­νη­το· ἡ ἐγ­γο­νή μου ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­νε­ται ἀ­πὸ τὸ παι­δι­κὸ κά­θι­σμα ποὺ κολ­λά­ει ἀ­πὸ τὸ λι­ω­μέ­νο πα­γω­τό καὶ τρέ­χει ἀ­μέ­σως στὴ θέ­ση της λὲς κι εἶ­ναι ὁ κα­πε­τά­νιος τοῦ πλοί­ου. Τὸ ἔ­δα­φος εἶ­ναι νω­πὸ ἀ­πὸ τὴ χτε­σι­νο­βρα­δι­νὴ βρο­χὴ ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη δὲ φο­βᾶ­ται τὸ ὑ­γρὸ γρα­σί­δι καὶ τὴ λά­σπη. Πιά­νει τὸ τι­μό­νι μὲ τὰ χέ­ρια της, ἐ­νῶ ἐ­γὼ κά­θο­μαι σὲ μιὰ κού­νια καὶ ξε­κου­ρά­ζω τὰ πό­δια μου. Εἶ­ναι δύ­σκο­λη δου­λειὰ τὸ νὰ κυ­νη­γᾶς ἕ­να τε­τρά­χρο­νο.

       Ὅ­ταν ἦ­ταν παι­δί, ὁ πα­τέ­ρας της λά­τρευ­ε νὰ κρε­μι­έ­ται ἀ­νά­πο­δα ἀ­πὸ τὸ μο­νό­ζυ­γο, ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως κι αὐ­τή. Μιὰ μέ­ρα σκαρ­φά­λω­σε σὲ μιὰ ξύ­λι­νη κα­τα­σκευ­ὴ ψη­λό­τε­ρα ἀ­πὸ παι­διὰ μὲ δι­πλά­σια ἡ­λι­κί­α ἀ­πὸ αὐ­τόν. Μιὰ μη­τέ­ρα πα­νι­κο­βλή­θη­κε καὶ τοῦ εἶ­πε νὰ κα­τέ­βει κά­τω· τοῦ εἶ­πε ὅ­τι θὰ πέ­σει καὶ θὰ σκο­τω­θεῖ. Αὐ­τὸς κοί­τα­ξε ἀ­πὸ τὸ ψη­λό­τε­ρο σκα­λὶ πρὸς ἐ­μέ­να λὲς κι ἤ­θε­λε νὰ βε­βαι­ω­θεῖ ὅ­τι αὐ­τὸ ἦ­ταν ἀ­λή­θεια. Ἀλ­λὰ ἐ­γὼ δὲν πα­νι­κο­βλή­θη­κα. Τοῦ εἶ­πα ποῦ νὰ βά­λει τὰ χέ­ρια καὶ τὰ πό­δια του ὁ­δη­γών­τας τον κά­τω. Εἶ­ναι τό­σα πολ­λὰ πράγ­μα­τα ποὺ θέ­λω νὰ τῆς πῶ – γιὰ τὸν πα­τέ­ρα της, γιὰ τοὺς ἄν­τρες γε­νι­κά, γιὰ τὸν τρό­πο ποὺ κα­μιὰ φο­ρὰ φεύ­γουν χω­ρὶς αὐ­τὸ νὰ ση­μαί­νει ὅ­τι δὲ σὲ ἀ­γα­ποῦν.

       «Για­γιά, ἔ­λα!», λέ­ει. Εἴ­μα­στε ἕ­τοι­μοι νὰ σαλ­πά­ρου­με, τὸ πλή­ρω­μα ση­κώ­νει τὶς ἄγ­κυ­ρες. Μοῦ λέ­ει νὰ βια­στῶ καὶ νὰ ἐ­πι­βι­βα­στῶ. Στα­μα­τῶ τὴν κού­νια· ἕ­να φύλ­λο ἔ­χει κολ­λή­σει στὸν πά­το τοῦ σαν­δα­λιοῦ μου, λί­γη λά­σπη κρέ­με­ται ἀ­πὸ τὸ δά­χτυ­λό μου. Ἀ­νε­βαί­νω ἀ­πὸ τὴν ξύ­λι­νη σκά­λα τοῦ πλοί­ου. Ἡ ἐγ­γο­νή μου εἶ­ναι ἀ­πα­σχο­λη­μέ­νη μὲ τὸ νὰ δι­α­τά­ζει τὸ φαν­τα­στι­κό της πλή­ρω­μα ἀλ­λὰ πα­ράλ­λη­λα κου­νᾶ τὸ κε­φά­λι της πρὸς ἐ­μὲ συγ­κα­τα­βα­τι­κά. Εἴ­μα­στε ἕ­τοι­μοι τώ­ρα.

       Κά­νει τὸν ἦ­χο τῆς κόρ­νας καὶ ξε­κι­νᾶ­με. Οἱ κού­νι­ες καὶ τὸ λα­σπω­μέ­νο ἔ­δα­φος ὑ­πο­χω­ροῦν. Τὰ κύ­μα­τα λι­κνί­ζον­ται ἀ­πὸ κά­τω μας καὶ ἀρ­γὰ ἡ ἀ­κτὴ ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται ἀ­πὸ τὸν ὁ­ρί­ζον­τα. Πλέ­ου­με ἥ­συ­χα μὲ τὸ ξύ­λι­νὸ πλοῖ­ο μας πρὸς τὴν Ἑλ­λά­δα. Ἴ­σως πλέ­ου­με πρὸς τὸν πα­τέ­ρα της. Ἴ­σως πλέ­ου­με μα­κριὰ ἀ­πὸ αὐ­τόν. Ἴ­σως δὲν ἔ­χει κἂν ση­μα­σία ὅ­σο τὸ ὅ­τι ἐ­μεῖς οἱ δύ­ο εἴ­μα­στε μα­ζὶ ἐ­δῶ στὴ θά­λασ­σα. Ὁ ἥ­λιος βυ­θί­ζε­ται καὶ εἶ­ναι τό­σο ὄ­μορ­φα ποὺ θέ­λω νὰ φω­νά­ξω τὴν ἐγ­γο­νή μου νὰ τῆς τὸν δεί­ξω: οἱ πορ­το­κα­λο­κόκ­κι­νες σκι­ὲς ἀν­τα­να­κλῶν­ται στὰ κα­θά­ρια μπλὲ νε­ρὰ ἀ­πὸ κά­τω μας. Ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη εἶ­ναι ἀ­πα­σχο­λη­μέ­νη μὲ τὸ νὰ μα­νου­βρά­ρει τὸ πλοῖ­ο, προ­σέ­χον­τας τὰ βρά­χια καὶ τὰ κύ­μα­τα. Δὲ θὰ γυ­ρί­σει σπί­τι στὴν ὥ­ρα της γιὰ τὸ βρα­δι­νό.



Πη­γή: Τὸ δι­ή­γη­μα «Προ­σποί­η­ση», ἢ «Make-Believe» σύμ­φω­να μὲ τὸν πρω­τό­τυ­πο τί­τλο, δη­μο­σι­εύ­τη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Smo­ke­long Quar­terly, τχ. 52 (Ἰ­ού­νιος 2016).


Σά­στα Γκράντ (Shasta Grant). Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα συγ­γρα­φέ­ας, ἐ­πι­με­λή­τρια καὶ δα­σκά­λα. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὸ βι­βλι­α­ρί­διο Gather Us Up and Bring Us Home (Split Lip Press, 2017). [=Συγ­κέν­τρω­σέ μας καὶ πή­γαι­νέ μας σπί­τι]. Ἡ Ἄνν Πά­τσετ (Ann Patchett) ἐ­πέ­λε­ξε τὴν ἱ­στο­ρί­α της, "Most Likely To" [=«Πι­θα­νό­τα­τα να…»] ὡς νι­κή­τρια τοῦ δι­α­γω­νι­σμοῦ μι­κρο­α­φή­γη­σης τοῦ Kenyon Review (2015). Ὑ­πῆρ­ξε ὑ­πό­τρο­φος τοῦ SmokeLong Quarterly γιὰ τὸ 2016 κερ­δί­ζον­τας τὴν ὑ­πο­τρο­φί­α Kathy Fish καὶ τι­μώ­με­νη ἐ­πι­σκέ­πτρια-συγ­γρα­φέ­ας στὸ Ke­rou­ac Hou­se γιὰ τὴν Ἄ­νοι­ξη τοῦ 2017. Προ­τά­θη­κε γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Push­cart καὶ γιὰ Τὰ Κα­λύ­τε­ρα Μι­κρο­α­φη­γή­μα­τα καὶ ἦ­ταν στὴ μα­κρὰ λί­στα γιὰ τὸ Τὸπ-50 τοῦ Wigleaf (ί­στο­λό­γιο γιὰ τὴ μι­κρο­α­φή­γη­ση). Οἱ ἱ­στο­ρί­ες της καὶ τὰ δο­κί­μιά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ The Ke­nyon Re­viewE­pi­pha­ny, Gar­go­yleCream c­ity re­view, Ho­bart, Mon­key Bi­cy­cle, Wig­leaf καὶ ἀλ­λοῦ. Εἶ­ναι ὑ­πεύ­θυ­νη συν­το­νι­σμοῦ στὸ Smoke­Long Quar­ter­ly καὶ ἐ­πι­με­λή­τρια ὕ­λης στὸ Pro­xi­mity. Δί­δα­ξε ἔκ­θε­ση καὶ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ γιὰ ἐ­φτὰ χρό­νια στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ball Sta­te καὶ ἔ­χει πα­ρευ­ρε­θεῖ σὲ δι­ά­φο­ρα συ­νέ­δρια συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου τοῦ The In­di­ana Ga­the­ring of Wri­ters καὶ τοῦ Win­ter Wheat: The Mid-A­me­ri­can Re­view Fe­sti­val of Wri­ting. Ἐ­πί­σης, ἔ­χει δι­δά­ξει δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ στὸ The Writers' Center τῆς Ἰν­τιά­να καὶ σὲ δι­ά­φο­ρα γυ­ναι­κεῖ­α σω­φρο­νι­στι­κὰ ἱ­δρύ­μα­τα, συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου τοῦ προ­γράμ­μα­τος Right-to-Write στὴ Βαλ­χά­λα, Νέ­α ‘Υ­όρ­κη.


Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:


Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἱ­στο­τό­πους. Ἀ­γα­πά­ει τὰ ζῶ­α καὶ εἰ­δι­κό­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να.

planodion | 16 Σεπτεμβρίου 2018, 5:00 π.μ. | Ἐτικέττες: Αγγλόφωνο διήγημα, Θανάσης Γαλανάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου