Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Δευτέρα, 13 Νοεμβρίου 2017

Ένα μυθιστόρημα με επίκεντρο το χωριό Καστέλλια Φωκίδας  και την καταστροφή της Γκιώνας από τα μεταλλεία


     Νάντια Βαλαβάνη : Παρουσίαση του βιβλίου του ΚΩΣΤΑ ΣΤΟΦΟΡΟΥ


                                                                     Η ΠΕΜΠΤΗ ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΔΩΡΙΕΩΝ

       




                                           Βιβλιοπωλείο «Ευριπίδης», Χαλάνδρι, 9.11.2017

Έχω τη χαρά και την τιμή να συμμετέχω στην παρουσίαση του τρίτου, μετά την Κούπα του Πτολεμαίου και τον Κώδικα της Λέρου, νουάρ μυθιστορήματος για παιδιά και νέους του Κώστα Στοφόρου, φίλου, δικού μου και του συντρόφου μου Δήμου Τσακνιά που «έφυγε» τρία χρόνια πριν κι ήταν απ’ το ίδιο με τον Κώστα χωριό, απ’  τα Καστέλια Παρνασσίδας ή Φωκίδας – ένα χωριό που τοποθετείται για πρώτη φορά ως επίκεντρο σε μυθιστόρημα. Ο Κώστας είναι από τους πρωτοπόρους του είδους στην Ελλάδα: Απέναντι στην παγκόσμια πλημμυρίδα αστυνομικών μυθιστορημάτων για παιδιά και νέους, ελάχιστα είναι τα νουάρ. Ίσως επειδή ακόμα και στον 21ο αιώνα ισχύει αυτό το περίεργο είδος υπερπροστασίας, που θεωρεί ότι ένα παιδί 10-11-12 χρονών, ακόμα κι ένας νέος 13-14 χρονών, μπορεί ν’  απολαμβάνει, αν διαβάζει (πράγμα που για τους γνωστούς λόγους συμβαίνει όλο και λιγότερο), μια αποστειρωμένη προσέγγιση του εγκλήματος, το έγκλημα ως άσκηση λογικής προς λύση -, όχι όμως και το συσχετισμό του, παγκοσμιοποιημένου σε μεγάλο βαθμό, εγκλήματος με την ελάχιστα φωτισμένη πλευρά της ζωής: Με το κοινωνικό και πολιτικό τοπίο του κάθε τόπου και, τελικά, με την επίδραση του στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων – όχι μόνο όλων όσοι έρχονται σε άμεση επαφή μαζί του, αλλά της συντριπτικής πλειοψηφίας των ανθρώπων.

Ο Στοφόρος γράφοντας το τρίτο νουάρ μυθιστόρημα του για παιδιά και νέους σηματοδοτεί ήδη από την πρώτη σελίδα την πρόθεση του να συνδέσει την ιστορία που θα διηγηθεί με μια ρεαλιστική απεικόνιση μιας σύνθετης και σε πολλαπλά επίπεδα αλληλοσχετιζόμενης πραγματικότητας -  κάνοντας χρήση ως motto όλου του βιβλίου το εξαιρετικό ποίημα του Αναγνωστάκη «Στο παιδί μου…»: Τελικά, από ένα σημείο και πέρα, πολύ νωρίτερα απ’  ό,τι συνήθως υπολογίζουμε, θα πρέπει να σταματήσουμε να μιλάμε στα παιδιά αλληγορικά, μέσα απ’  τα παραμύθια, και να στραφούμε σ’  ένα ευθύτερο τρόπο απεύθυνσης, κατονομάζοντας τις καταστάσεις με το πραγματικό τους όνομα.


Η λογοτεχνική αυτή μορφή βέβαια, που χρειάστηκε πολλά χρόνια για να περάσει από το ημίφως της αμερικάνικης «Μάσκας» του Μεσοπολέμου στην αναγνώριση της ως λογοτεχνικό είδος, βολεύει τον Κώστα. Γιατί δε θέλει να μιλήσει μέσα απ’  την πλοκή που ξεδιπλώνει μπροστά στα μάτια των νεαρών αναγνωστών του ούτε για τη σύγχρονη παραβατικότητα ούτε για το έγκλημα εκείνο που επιδέχεται μια κατεξοχήν ψυχολογική ερμηνεία, αλλά για το οργανωμένο έγκλημα –ένα κατεξοχήν κοινωνικό προϊόν: Ανθίζει στο έδαφος της κρίσης, της φτώχιας, των αδιεξόδων και της πολιτισμικής καθυστέρησης των ανθρώπων, ενώ για να διακλαδωθεί παντού χρειάζεται ένα ιδιαίτερα σύνθετο πλέγμα προστασίας με συμμετοχή μονάδων σε επιλεγμένες θέσεις ή και ολόκληρων τμημάτων των κρατικών μηχανισμών, που μετατρέπονται έτσι σε παρακρατικούς.

«Η πέμπτη πόλη των Δωριέων» αναφέρεται σ’ ένα οργανωμένο έγκλημα σε τέσσερα επίπεδα: Αρχαιοκαπηλία ενάντια στην πολιτιστική κληρονομιά. Καταστροφή της Γκιώνας μέσα από την πιο ληστρική επιφανειακή εκμετάλλευση, που ξεκινά από το Μεσοπόλεμο κι ένα πεπαλαιωμένο μεταλλευτικό κώδικα για να κορυφωθεί σήμερα μετατρέποντας ένα ονειρικό τοπίο σε φαλακρό βουνό, σε κρανίου τόπο, εξαφανίζοντας νερά, έλατα και πλατάνια, με μια ελάχιστη αποκατάσταση που από μακριά θυμίζει όχι αναδάσωση, αλλά κάλυψη με βρύα και λειχήνες: Ένα τεράστιο έγκλημα ενάντια στη φύση. Αλλά ό,τι είναι έγκλημα ενάντια στη φύση είναι κι έγκλημα ενάντια στους ανθρώπους – πριν απ’  όλα της περιοχής, με την υποβάθμιση της ζωής τους και την απώλεια των τοπόσημων μνήμης (χαρακτηριστική η σκηνή που τα παιδιά καταγωγής απ’  τα Καστέλλια φτάνουν στο χωριό με τους φίλους τους από το Πόρτο-Ράφτη και το Λιτόχωρο και προγραμματίζουν να τους πάνε πριν απ’  όλα στην «Πηγή», μόνο για να μάθουν ότι η «Πηγή» δεν υπάρχει πια, την ανατίναξαν) και τελικά της ταυτότητας τους. Αλλά και την καταδίκη τους στη φτώχεια, καθώς τα μεταλλεία είναι μονοκαλλιέργεια, αποκλείοντας σχεδόν κάθε άλλη παραγωγική δραστηριότητα και εναλλακτική πηγή εισοδήματος – με αποτέλεσμα, όπως γράφει ο Στοφόρος, ένας τόσο πλούσιος τόπος, όπως η Φωκίδα, να είναι από τις πιο φτωχές περιοχές. Αλλά και της μισοτσιφλικάδικης εξάρτησης των ανθρώπων της περιοχής μέσω ενός πλέγματος σχέσεων της Εταιρίας ανεξαρτήτως ιδιοκτησίας: Κυρίως αλλά όχι μόνο με το Υπουργείο Περιβάλλοντος και τους εκάστοτε υπουργούς προκειμένου να παίρνει ανεμπόδιστα νέες άδειες εξορύξεων και ν’  ανανεώνει κόντρα σε όλα τα δεδομένα τις παλιές, όσο και με την τοπική αυτοδιοίκηση, κάνοντας πιο σφικτό το δίχτυ των αμοιβαίων «διευκολύνσεων», χωρίς το οποίο θα ήταν αδύνατη η επί δεκαετίες κυριαρχία της Εταιρείας και η χειραγώγηση των ανθρώπων. Επιτρέψτε μου να τσιτάρω από τη μελέτη του Δημήτρη Μπάκα «Η ιστορία της λεηλασίας του ορυκτού πλούτου της Φωκίδας», την οποία χρησιμοποιεί στο μυθιστόρημα του κι ο Κώστας:

«(Η Εταιρεία) δημιουργεί στα χωριά και τα εργοτάξια ομάδες ειδικά ευνοημένων ώστε να εξυπηρετούν την πολιτική και τα συμφέροντά της. Ο ρουφιάνος της εταιρείας γίνεται καθοριστικός κοινωνικός παράγοντας στις τοπικές κοινωνίες. Με δέλεαρ διάφορα δωράκια εξυπηρέτησης, κάποιες προσλήψεις, εκλογική υποστήριξη και διάθεση χρηματικών ποσών κατά το δοκούν, επηρεάζει, μέχρι εξουσιάζει κάποιους τοπικούς παράγοντες υπέρ των συμφερόντων της, που είναι η αρπαγή της δημόσιας περιουσίας, η ανεξέλεγκτη καταστροφή του δάσους, η ληστρική εκμετάλλευση του μεταλλεύματος, η μη λήψη μέτρων ασφάλειας και η υποταγή των εργαζομένων. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις ανεξέλεγκτης καταστροφής η Αλεφάντω στα Καστέλλια, η Σπαρτόλακα στο Δροσοχώρι, η Κάνιανη Δ στον Αποστολιά, η Μαγγανιάρα, οι Κρανιές, η Κλεισούρα, ο Βλαχοθανάσης κ.λ.π. Χαρακτηριστικό του εκβιασμού και της υποταγής, το ρηθέν από τον Αντιδήμαρχο Δελφών στη Συνέλευση των κατοίκων των Καστελλίων με κύριο θέμα την Αλεφάντω. “Στα άλλα χωριά το ταξί να πηγαίνουν τα παιδιά στο σχολείο (σ.σ.: το οποίο βρίσκεται στη Γραβιά και είναι υποχρεωμένη η πολιτεία να τα μεταφέρει) το πληρώνει η εταιρεία! Εσείς που αντιδράτε,  δημιουργείτε πρόβλημα. Δηλαδή ο κ. Αντιδήμαρχος έλεγε: Συμφωνείστε να καταστρέφεται το χωριό σας για να πάνε τα παιδιά σας σχολείο!»

Για να καταλήξει, βέβαια, ο Κ.Σ. στο βιβλίο του, στο πέρασμα από το οικονομικό έγκλημα στο κοινό ποινικό έγκλημα: Είτε πρόκειται για το πραγματικό περιστατικό του 2009 - το κάψιμο του σπιτιού ακτιβιστή της Επιτροπής Αγώνα για τη Σωτηρία της Γκιώνας στην Καλοσκοπή - είτε για τα φανταστικά εγκλήματα που περιγράφονται στο βιβλίο προκειμένου να κλείσουν τα στόματα κολαούζων της Εταιρίας, φυσικών αυτουργών που δε χρειάζονται πια και ήταν εν δυνάμει  επικίνδυνοι.

Τα φανταστικά εγκλήματα, άλλωστε, ωχριούν μπροστά στην πραγματικότητα.

Ο Κ.Σ. χρησιμοποιεί το μυθιστόρημα του και ως όχημα μετάδοσης στους νεότερους ανθρώπους πλευρών της ουσιαστικά γνωστής-άγνωστης ιστορίας της περιοχής – κι όχι μόνο της αρχαίας της σχετιζόμενης με τη Δωρική Τετράπολη, που βρίσκεται κάτω απ’  τα Καστέλλια, και της μεσαιωνικής, με τις πολλαπλές εκδοχές του αρχαίου μύθου της Δρυόπης, αλλά και της νεώτερης με άξονα τα μεταλλεία. Πρόκειται για την ιστορία δυο κόσμων:

Από τη μια είναι ο «Μύλος της Αντίστασης», όπως τον ονομάζουν τα παιδιά, που έχει αφεθεί να ερειπώνεται ανενόχλητα, απ’  όπου ο γεωπόνος Θανάσης Κλάρας ανακοίνωσε στους 40 ανθρώπους της περιοχής που είχαν συγκεντρωθεί εκεί ότι βγαίνει στο κλαρί ενάντια στη Γερμανική Κατοχή καλώντας τους να τον ακολουθήσουν. Κι είναι χαρακτηριστικό σε σχέση με το «τι λέμε τελικά στα παιδιά», ότι ένα απ’  τα παιδιά-ήρωες του μυθιστορήματος θυμάται τον πατέρα του να τσακώνεται με τον Καστελλιώτη παππού του, τον Δήμο, το τελευταίο καλοκαίρι της ζωής του παππού και να του λέει «είδαμε και τη δική σου προκοπή μ’  αυτά που πίστευες», όταν ο Δήμος διηγήθηκε στα παιδιά πώς τα κεφάλια του Άρη και των συντρόφων του κατάληξαν να κρέμονται απ’  ένα φανοστάτη στα Τρίκαλα.  

Από την άλλη είναι η ιστορία της Εταιρείας των μεταλλείων με τις οβιδιακές μεταμορφώσεις της, από την αρχή απ’  αυτές που αν ήταν fiction, ο συγγραφέας θα εμφανιζόταν ελάχιστα ικανός να πείσει για το αληθοφανές της πλοκής του.

Η πρώτη εταιρεία, με την επωνυμία «Βωξίται Παρνασσού» ιδρύθηκε τον Ιούλιο του 1933 από τους αδελφούς Ηλιόπουλους, για τις δραστηριότητες των οποίων, ιδιαίτερα του Ηλία και του Γιώργου, καθώς και του Διευθυντή τους, του επονομαζόμενου και «Βαρώνου», αφιερώνει ένα κεφάλαιο με τίτλο «Ο Βαρώνος» στο βιβλίο του που κυκλοφόρησε το 1961 με τίτλο «The Murderers” (Οι δολοφόνοι) ο Harry J. Anshlinger -  Eπίτροπος Δίωξης του λαθρεμπορίου ναρκωτικών κι επικεφαλής του αντίστοιχου Γραφείου στις ΗΠΑ από το 1930 κι εκπρόσωπος της χώρας του για θέματα ναρκωτικών στην Κοινωνία των Εθνών και αργότερα στα Ηνωμένα Έθνη. Αντίγραφα και μετάφραση στα ελληνικά των σελίδων αυτών του βιβλίου του  Ashlinger υπάρχουν στα πρακτικά της Βουλής των Ελλήνων (Συνεδρίαση 7 Μαρτίου 1984). Γι’  αυτό ο Κ.Σ. βάζει στο βιβλίο να μαθαίνουν τα παιδιά ότι «μια συμμορία με επικεφαλής τον Βαρώνο, εξασφάλισε άδειες εξόρυξης βωξίτη στην ευρύτερη περιοχή του Παρνασσού, της Γκιώνας και σε άλλα μέρη της Ελλάδας.» Το 1934 ιδρύθηκε από τους ίδιους μια δεύτερη εταιρεία με την επωνυμία «Α.Ε. Αργυρομεταλλευμάτων και Βαρυτίνης», η οποία  60 χρόνια αργότερα, το 1996, απορρόφησε την πρώτη ιδρυθείσα εταιρεία «Βωξίται Παρνασσού».

Στα ενδιάμεσα, βέβαια, είχαν συμβεί σημεία και τέρατα: Το 1941 η γερμανική εταιρεία Hansa Leichtmetall Aktiengesellschaft είχε αγοράσει με συμβολαιογραφικό συμφωνητικό, ενώ μπορούσε να τις πάρει τζάμπα αρπάζοντας τις, τις δυο εταιρείες - «χρυσοπληρώνοντας» τους Ηλιόπουλους, οι οποίοι μαζί με τον Βαρώνο και τους Αμερικανούς φίλους τους (ανάμεσα τους, σύμφωνα με τον Anshlinger, και ο αρχιμαφιόζος Λάκι Λουτσιάνο) συνέχισαν κατά τη διάρκεια του πολέμου τις business μεταξύ ΗΠΑ και κατεχόμενης Γαλλίας. Στη διάρκεια της Κατοχής μαζεύτηκε στην περιοχή ολόκληρη πολυεθνική ναζιστική σφηκοφωλιά (μέχρι και Ρώσος συμμετείχε!) προκειμένου να εξασφαλιστεί η ανεμπόδιστη εξόρυξη και φόρτωση του βωξίτη για τη Γερμανία για τη μετατροπή του στο αλουμίνιο που χρειαζόταν τα αεροπλάνα του Γκέρινγκ – με δευτερεύουσα ενασχόληση, σύμφωνα με φήμες που οργίαζαν, την αρχαιοκαπηλία. Ο «Βαρώνος» με τη συμμορία του αιματοκύλισε χωρίς διακοπή την περιοχή Κατοχή κι Εμφύλιο. Το 1950 το Ελληνικό Δημόσιο πήρε στην κατοχή του τα μεταλλεία βωξίτη από τη “Hansa” σύμφωνα με τη νομοθεσία περί «εχθρικών περιουσιών». Αμέσως οι Ηλιόπουλοι άρχισαν δικαστικό αγώνα εναντίον του Ελληνικού Δημοσίου ισχυριζόμενοι ότι είχαν αναγκαστεί να πουλήσουν τα μεταλλεία στους ναζί - «ξεχνώντας» το εύλογο τίμημα που είχαν τσεπώσει. Κι ενώ φαινόταν να χάνουν την υπόθεση, δυο χρόνια αργότερα το Ελληνικό Δημόσιο τους παραχώρησε ξαφνικά την εκμετάλλευση των μεταλλείων σύμφωνα με τους όρους του δικογράφου τους…

Στις 22/8/2003 επέρχεται αλλαγή φρουράς, από τους Ηλιόπουλους στους Κυριακόπουλους. Η Εταιρεία απορροφάται από την ήδη υπάρχουσα «S&B Βιομηχανικά ορυκτά Α.Ε.». Μεταμνημονιακά, το 2012, οι κύριοι μέτοχοι της «S&μεταβίβασαν το σύνολο των μετοχών τους σε εταιρείες Holding με έδρα το Λουξεμβούργο. Το 2013 η Rhone Group επενδύει στην «S&B» και η τελευταία αποχωρεί από το Χρηματιστήριο Αθηνών. Την ίδια χρονιά ιδρύεται στο Λουξεμβούργο η Εταιρεία «S&B Minerals Finance S.C.A» ως νέα μητρική εταιρεία του «Ομίλου S&B». Στις 19/12/2013 υπογράφεται η σύμβαση απόσχισης του κλάδου Βωξίτη της «S&B Βιομηχανικά ορυκτά» με απορρόφηση του από την Εταιρεία «Ευρωπαϊκοί Βωξίτες Α.Ε.», που είχε ιδρυθεί 40 χρόνια πριν με την επωνυμία «Ελληνικοί Βωξίται Ελικώνος Γεώργιος Λ. Μπάρλος». Ως μοναδικός μέτοχος της «Α.Ε. Ευρωπαϊκοί Βωξίτες» εμφανίζεται η «S&Βιομηχανικά ορυκτά Α.Ε.». Το Φεβρουάριο του 2015, επί πρώτης κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, οι Κυριακόπουλοι πούλησαν τις μετοχές τους στον γαλλικό όμιλο Kerneos. Σύμφωνα με πρόσφατο δημοσίευμα του Reuters στις 3 Ιουνίου αυτής της χρονιάς, ο βασικός μέτοχος του KERNEOS, το επενδυτικό fund Astorg, έχει βγάλει στην αγορά προς πώληση τον Kerneos – και μαζί του τα μεταλλευτικά δικαιώματα στα ελληνικά μεταλλεία βωξίτη -, με τιμή-στόχο το 1 δις ευρώ. Με «ενδιάμεσο» τη γνωστή μας Lazard, ως ενδιαφερόμενες εμφανίζονται 3 πολυεθνικές, οι Advent, Cinven και Triton.

Δε μπορώ δυστυχώς ν’  αναφερθώ στην πλοκή της Πέμπτης πολιτείας των Δωριέων χωρίς να καταστρέψω τα μικρά μυστικά της για όσους και όσες δεν έχουν διαβάσει το βιβλίο. Θα σας πω λοιπόν μόνο ότι διαδραματίζεται ολόκληρη ανάμεσα σε τρεις Κυριακές, από την Κυριακή των Βαίων μέχρι την Κυριακή του Θωμά με ενδιάμεση την Κυριακή του Πάσχα – δηλ. στις πασχαλινές σχολικές διακοπές. Την πρώτη και την τελευταία Κυριακή η παρέα του Πορτο-Ράφτη βρίσκεται στην Αθήνα και περνάει από το Μουσείο Σχολικής Ζωής στην Πλάκα, που είναι και η έδρα του Κώστα Στοφόρου και διευθύνει η συντονίστρια της αποψινής μας παρουσίασης. Είναι ταιριαστό ότι η ιστορία ξεκινά και κλείνει σ΄ αυτό το μουσείο. Στα ενδιάμεσα τα παιδιά μεταφέρονται μαζί με τους γονείς τους στα Καστέλλια, όπου θα συναντήσουν και την υπόλοιπη παρέα της Λέρου και τους δικούς τους γονείς για να κάνουν όλοι μαζί Πάσχα, μαζί με τους φίλους τους μαθητές στο Γυμνάσιο και Λύκειο της Γραβιάς, στο χωριό του Κώστα, του Θανάση, του Δήμου – και, θα ’θελα να πιστεύω, και δικό μου. Εξαιρετική είναι η αναφορά στην προαιώνια διασπασμένη εργατική τάξη της περιοχής, ανάμεσα από τη μια μεριά σε μεταλλωρύχους και φορτηγατζήδες, πεισμένους επί δεκαετίες ότι τα συμφέροντα τους ταυτίζονται με της Εταιρείας και με την καταστροφή του βουνού – που τώρα όχι στο μυθιστόρημα, αλλά στη ζωή η Εταιρεία αρχίζει ν’  απολύει υποχρεώνοντας τους υπόλοιπους σε δουλειά με πολύ χειρότερους όρους – και σε όσους αγωνιούν για την καταστροφή που όλο και πιο πολύ πλησιάζει στα Καστέλλια.

Το μυθιστόρημα του Κ.Σ. δεν έχει happy end, όπως κατά κανόνα δεν έχει η ζωή των ηρώων του, αλλά και η ίδια η πραγματική ζωή. Μαθαίνουμε απ’  τις πρώτες σελίδες ότι ο μοναδικός νεαρός αστυνομικός που εμπιστεύτηκε τα παιδιά στη Λέρο μετατέθηκε δυσμενώς στο Λιτόχωρο, ενώ ο μοναδικός νεαρός Λιμενικός που τα βοήθησε εκεί, πήρε επίσης δυσμενή μετάθεση στον Άγιο Κωνσταντίνο. Κι ο αστυνόμος δίωξης της αρχαιοκαπηλίας που μοιάζει με τον αστυνόμο Μπέκα του Γιάννη Μαρή, δηλ. «σαν μπακάλης», ενώ στο τέλος κόντρα στις εντολές των ανωτέρων του να μην ενοχλήσει τ’  αφεντικά της εταιρείας θα καταφέρει ένα πραγματικό θαύμα, προετοιμάζεται για ανάλογη τύχη. Οι ενήλικοι ήρωες του Κ.Σ. δεν είναι άσπρο-μαύρο. Ο νεαρός αστυνομικός που προδίδει κάθε κίνηση του αστυνόμου στον φανταστικό αλλά πολύ κοντά σε αληθινούς χαρακτήρες Κουρτ Βίντερ με αποτέλεσμα η εταιρεία να βρίσκεται πάντα ένα βήμα μπροστά από κάθε αστυνομικό σχεδιασμό ανατρέποντας τον, το κάνει επειδή χρειάζεται τα λεφτά για πειραματικές θεραπείες της μάνας του που πεθαίνει. Τα δυο αδέρφια, οι Χρυσαυγίτες, έχουν περάσει στην υπηρεσία του Βίντερ με διαμεσολάβηση του δοσίλογου θείου τους. Το πιο τραγικό, το τίμημα για να ανακοπούν οι business as usual ολοκληρώνοντας την καταστροφή του βουνού και της ιστορίας, πληρώνεται με τη ζωή ενός παιδιού. Φουντώνει ένα ολόκληρο κίνημα στο φόντο αυτής της θυσίας, σιγά-σιγά όμως η κατάσταση «ομαλοποιείται».

Η αλήθεια είναι βέβαια ότι το 2013 και 2014 είδα αυτό που δε θα πίστευα ποτέ στη ζωή μου, μαζικές συνελεύσεις με συμμετοχή όλων των ενεργών κατοίκων στα Καστέλλια για ν’  αποτραπεί το πλησίασμα της καταστροφής στο χωριό. Κι η αλήθεια είναι επίσης ότι, αν και χωρίς happy end, το μυθιστόρημα του Κώστα δεν είναι απαιδιόδοξο. Πρώτον, επειδή είναι πλημμυρισμένο με αγάπη για τα Καστέλλια, τα γύρω βουνά και βέβαια τη Γκιώνα, με εκπληκτικές εικόνες απ’ την ανοιξιάτικη πασχαλινή πανδαισία χρωμάτων και μυρωδιών - έτσι όπως εικοσάχρονη πρωτοαντίκρισα κι εγώ το χωριό το Πάσχα του 1975, που έτυχε εκείνη τη χρονιά μόλις δυο μέρες μετά την Πρωτομαγιά: Να περπατάς στο Χλωμό καταμεσής στο δρόμο ανάμεσα απ’  τις αψίδες των ρόδων που πλαισίωναν τις σιδερένιες εξώπορτες και από  και τις δυο πλευρές του και να αισθάνεσαι ότι δε θ’ αντέξεις τόση ομορφιά… Και βέβαια με τις μακαρονόπιτες και τις χορτόπιτες, με τα κοψίδια και τις γαρδούμπες, το κρασί και το τσίπουρο στο λάκκο με τ’  αρνιά. Δεύτερον, επειδή οι κεντρικοί του ήρωες είναι όλοι νέοι και παιδιά, που ακόμα και σε μια τόσο σκοτεινή όσο η σημερινή εποχή, σε συνθήκες για πολλούς αναγκαστικής μετανάστευσης - στο μυθιστόρημα κάνει έντονη την παρουσία της μέσω της οικογένειας των παιδιών που ζει ήδη δυο χρόνια στο Βουκουρέστι -, ξεχειλίζουν από ζωή κι έχουν όλη τη ζωή μπροστά τους, παραδίδονται στους πρώτους τους έρωτες και ηλικία και άνοιξη τους κάνουν να νιώθουν αθάνατοι.

Μέσα στην έκρηξη της άνοιξης ακόμα και στη βαριά λαβωμένη Γκιώνα Η πέμπτη πόλη των Δωριέων είναι τελικά ένα μυθιστόρημα ελπίδας. Κι επειδή ακριβώς ο κόσμος αυτού του βιβλίου είναι ένας κόσμος πραγματικός στην ιστορικότητα και στο παρόν του, με όλη του τη βιαιότητα και τη μεγαλοσύνη, τη δόση βλακείας και διάνοιας, δειλίας και γενναιότητας, μεταφυσικής και ορθολογισμού  που χαρακτηρίζει μόνο την πραγματική ζωή, γι΄ αυτό κι είναι ένας κόσμος που βοηθά τελικά τους νεαρούς αναγνώστες του να ονειρεύονται. Όχι με τα όνειρα που κοιμίζουν, αλλά μ’  αυτά που σε κρατούν ξύπνιο αντανακλώντας πρώτα σ΄ ένα φαντασιακό πεδίο αλλαγές που φαίνονται αδύνατες στο πεδίο της πραγματικότητες, είναι ωστόσο απολύτως αναγκαίες για να συνεχιστεί η ζωή.

 


 


 


 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου