Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Δευτέρα, 17 Αυγούστου 2015

Βιτσεσλὰφ Πιέτσουχ (Вячеслав Пьецух) Ἐγὼ καὶ ἡ περεστρόικα



TΩΡΑ ΘΑ ΣΑΣ ΠΩ πῶς ἔ­πε­σε ἡ πε­ρε­στρό­ι­κα. Δὲν ἔ­πε­σε ἀ­κρι­βῶς, ἀλ­λὰ θὰ πέ­σει ὁ­πωσ­δή­πο­τε ἐ­ξαι­τί­ας τῆς ἀ­παρ­χαι­ω­μέ­νης μορ­φῆς τῆς οἰ­κο­γέ­νειας καὶ τοῦ γά­μου ποὺ δε­σπό­ζει στὸν πραγ­μα­τι­κὸ σο­σι­α­λι­σμό. Γιὰ νὰ ποῦ­με τὴν ἀ­λή­θεια, πρέ­πει νὰ σᾶς προ­ει­δο­ποι­ή­σω ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν πολ­λὰ ἐ­πι­τεύγ­μα­τα στὴν ἱ­στο­ρί­α ποὺ δὲν ἔ­γι­ναν με­γά­λες δη­μι­ουρ­γί­ες, ἀ­πὸ μιὰ σα­χλα­μά­ρα ποὺ τοὺς στά­θη­κε ἐμ­πό­διο. Ἂς πά­ρου­με τὴν πε­ρί­πτω­ση τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρα Πέ­τρου Φιο­ν­τό­ρο­βιτς, ὁ ὁ­ποῖ­ος δὲν πραγ­μα­το­ποί­η­σε τὴ με­ταρ­ρυθ­μι­στι­κή του ἀ­πο­στο­λή, μό­νο καὶ μό­νο ἐ­πει­δὴ με­ρι­κὲς φο­ρὲς εἶ­χε κά­νει δη­μό­σιο κή­ρυγ­μα στὴ γυ­ναί­κα του Αἰ­κα­τε­ρί­νη(1) γιὰ τὸ φρε­νι­α­σμέ­νο ταμ­πε­ρα­μέν­το της.
       Ὅ­λο το προ­η­γού­με­νο ἔ­τος δού­λευ­α πά­νω σὲ ἕ­να σχέ­διο ρι­ζι­κῆς ἀ­να­μόρ­φω­σης πού, κα­τὰ τοὺς ὑ­πο­λο­γι­σμούς μου, θὰ ὁ­δη­γοῦ­σε τὴ χώ­ρα στὰ ὅ­ρια τῆς ἀ­πό­λυ­της εὐ­η­με­ρί­ας καί, τὸ πιὸ ση­μαν­τι­κό, στὸ μι­κρό­τε­ρο χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα. Αὐ­τὴ ἡ δου­λειὰ τρά­βα­γε σὲ μά­κρος. Ὑ­πο­λό­γι­ζα νὰ τὴν τε­λει­ώ­σω τὸν χει­μώ­να καὶ ναὶ μὲν τὴν τέ­λει­ω­σα τὸν χει­μώ­να, ἀλ­λὰ ὄ­χι τὸν χει­μώ­να τοῦ ἴ­διου ἔ­τους, ἐ­πει­δὴ με­τὰ τὴν Ὀ­κτω­βρια­νὴ ἐ­πέ­τει­ο μπε­κρού­λια­ζα φο­βε­ρά. Ἡ γυ­ναί­κα μου, ἡ Βέ­ρα Στεπά­νοβ­να, συμ­βι­βά­στη­κε ὅ­πως-ὅ­πως μὲ αὐ­τὸ τὸ συ­νε­χὲς με­θύ­σι, στὸ μέ­τρο πού, τρό­πος τοῦ λέ­γειν, ἦ­ταν προ­φα­νὲς ὅ­τι ἐ­γὼ κου­βα­λοῦ­σα ἕ­να ἀ­πάν­θρω­πο φορ­τί­ο: δου­λειὰ στὸ ἐργοστά­σιο, δου­λειὰ στὸ σπί­τι καὶ ἀ­κό­μα κά­θε εὐ­λο­γη­μέ­νο βρά­δυ νὰ πη­γαί­νω στὴν κου­ζί­να καὶ νὰ δου­λεύ­ω πά­νω σὲ αὐ­τὸ τὸ ἐ­πα­να­στα­τι­κὸ σχέ­διο, γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο μο­χθῶ, σχε­δὸν μέ­χρι τὸ πρω­ί. Νὰ ὅ­μως ποὺ ἡ Βέ­ρα Στε­πά­νοβ­να τὰ Σάβ­βα­τα καὶ τὶς Κυ­ρια­κὲς δὲ μὲ ἀ­φή­νει νὰ πά­ω που­θε­νά, ὅ­ταν ἔ­χω πολ­λὴ ἀ­νάγ­κη νὰ χαλα­ρώ­σω ἀ­πὸ τὴν τρε­λὴ κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα. Στέ­κε­ται στὴν πόρ­τα μὲ τὸν μπαλ­τὰ καὶ λέ­ει:
       — Σάβ­βα­το καὶ Κυ­ρια­κὴ πα­λου­κώ­νε­σαι στὸ σπί­τι!

       Ἄρ­γη­σα, ξάρ­γη­σα τε­λεί­ω­σα τὸ σχέ­διό μου. Τὴ νύ­χτα τῆς τρί­της πρὸς τὴν τε­τάρ­τη τοῦ Δε­κεμ­βρί­ου ἔ­βα­λα τὴν τε­λευ­ταί­α τε­λεί­α, το­πο­θέ­τη­σα τὸ χει­ρό­γρα­φο στὸ ντο­σι­ὲ μὲ τὶς με­τα­ξω­τὲς κορ­δέ­λες, τὸ πῆ­ρα ἀγ­κα­λιὰ καὶ τὸ τα­χτά­ρι­σα γύ­ρω-γύ­ρω στὸ δω­μά­τιο, χόρ­τα­σα νὰ κοι­τά­ζω τὸν ἑ­αυ­τό μου στὸν κα­θρέ­φτη, ποι­οί εἴ­μα­στε ἐ­μεῖς, τὰ αὐ­το­δί­δα­κτα τα­λέν­τα, καὶ ἔ­κρυ­ψα τὸ ντο­σι­ὲ στὸ πα­τά­ρι. Ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ ἀ­κό­μα εἶ­χα ἀ­πο­φα­σί­σει ὅ­τι τὴ δου­λειά μου θὰ τὴν ἔ­θα­βα, για­τί πρέ­πει νὰ φαν­τα­ζό­μου­να πο­λὺ κα­λὰ τὶς κα­τα­στρο­φι­κὲς συ­νέ­πει­ες, ἂν προ­σπα­θοῦ­σα νὰ τὴν σπρώ­ξω πρὸς τὶς Ἀρ­χές, «γι’ αὐ­τὸ ἀ­κού­σα­με ἕ­να σω­ρὸ πα­ρα­δείγ­μα­τα στὴν ἱ­στο­ρί­α»: ἂς πά­ρου­με τὸ πα­ρά­δειγ­μα τοῦ πρώ­του μας ἀ­νε­μο­πλό­ου Κου­σμὰ Ζι­ό­μοφ, ποὺ τὸν μα­στί­γω­σαν δη­μό­σια, ὄ­χι μό­νο μιὰ φο­ρά, γιὰ τὴν ἐ­φεύ­ρε­ση τοῦ ἀ­νε­μό­πτε­ρου. Ὅ­μως οἱ πο­λι­τι­σμέ­νοι μας ἀ­πό­γο­νοι ἦ­ταν ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νοι νὰ ξέ­ρουν ὅ­τι τὸ γό­νι­μο ρω­σι­κὸ μυα­λὸ δὲν λα­γο­κοι­μό­ταν οὔ­τε κὰν στοὺς πιὸ σι­χα­με­ροὺς και­ρούς. Με­τὰ ἀ­πὸ ὥ­ρι­μη σκέ­ψη ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ κά­νω πε­ρί­λη­ψη τοῦ σχε­δί­ου μου καὶ νὰ τὴ στεί­λω στὰ «παι­διὰ» τοῦ ὑ­πουρ­γι­κοῦ συμ­βου­λί­ου, τὸ πι­θα­νό­τε­ρο ἀ­πὸ μα­ται­ο­δο­ξί­α, καὶ ἔ­τσι πῆ­ραν τὰ μυα­λά μου ἀ­έ­ρα.
       Θαυ­μα­στὰ τὰ ἔρ­γα σου, Κύ­ρι­ε: ἔ­στει­λα τὸ πα­κέ­το τὴ Δευ­τέ­ρα καὶ ἤ­δη τὸ Σάβ­βα­το μοῦ τη­λε­φώ­νη­σαν. Μιὰ εὐ­χά­ρι­στη φω­νὴ ποὺ φαι­νό­ταν νε­α­νι­κὴ μὲ χαι­ρέ­τη­σε καὶ μοῦ ἀ­να­κοί­νω­σε:
       — Τώ­ρα θὰ σᾶς μι­λή­σει ὁ Νι­κο­λά­ι Ἰ­βά­νιτς.
       Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ κά­τι ἄ­να­ψε μέ­σα μου τὴν πε­ρη­φά­νια καὶ εἶ­χα καὶ τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ κρα­τι­κοῦ στε­λέ­χους. Πρέ­πει νὰ ὁ­μο­λο­γή­σω ὅ­τι, ἂν μὲ αὐ­τὸ τὸ τη­λε­φώ­νη­μα ὁ­λο­κλη­ρω­νό­τα­νε ἡ μοί­ρα τοῦ σχε­δί­ου μου, ἡ μα­ται­ο­δο­ξί­α μου θὰ εἶ­χε ἱ­κα­νο­ποι­η­θεῖ ἑ­κα­τὸ τοῖς ἑ­κα­τό. Φυ­σι­κά, ἐ­γὼ ἔ­κα­να ἕ­να μορ­φα­σμό, κού­νη­σα τὸ ἐ­λεύ­θε­ρο χέ­ρι μου κά­νον­τας νό­η­μα στὴ γυ­ναί­κα μου, γιὰ νὰ ση­κώ­σει τὴν πα­ράλ­λη­λη συ­σκευ­ὴ καὶ μ΄ αὐ­τὸ τὸν τρό­πο νὰ βε­βαι­ω­θεῖ ὅ­τι ὁ ἄν­τρας της κά­θε ἄλ­λο πα­ρὰ πα­λα­βὸς ὀ­νει­ρο­πό­λος εἶ­ναι, ἀλ­λὰ ὅ­τι εἶ­ναι ἕ­να πραγ­μα­τι­κὸ κρα­τι­κὸ στέ­λε­χος.
       — Χαί­ρε­τε, Ἀ­λε­ξάντρ Ἰ­βά­νιτς, – λέ­ει ξαφ­νι­κὰ ὁ Νι­κο­λά­ι Ἰ­βά­νιτς, — τί κά­νε­τε, πῶς εἶ­σθε;
       Ἐ­γὼ ἀ­παν­τά­ω: — Ἀ­π’ ὅ,τι ξέ­ρω, ὅ­λα κα­λά.
       — Γιὰ ἐ­σᾶς δὲν εἶχα ἀ­κού­σει κά­τι νω­ρί­τε­ρα, – συ­νε­χί­ζει τὸ λόγο του ὁ Νι­κο­λά­ι Ἰ­βά­νιτς. — Ποῦ ἐρ­γά­ζε­σθε: στὴν Ἀ­κα­δη­μί­α Ἐ­πι­στη­μῶν ἢ στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τοῦ Ἀμ­πάλ­κιν;
       — Ἐ­γώ, – ἀ­παν­τά­ω: γιὰ νὰ ποῦ­με τὴν ἀ­λή­θεια, εἶ­μαι πρα­κτι­κὸς ποὺ ἀ­σχο­λοῦ­μαι ἄ­με­σα στὴ βι­ο­μη­χα­νί­α.
       — Καὶ ἡ εἰ­δι­κό­τη­τά σας καὶ ὁ βαθ­μός σας ποι­οί εἶ­ναι;
       — Αὐ­τὸ εἶ­ναι ἁ­πλό: εἶ­μαι ἐρ­γά­της με­τάλ­λου ἀ­νώ­τα­της βαθ­μί­δας – νά καὶ ἡ εἰ­δι­κό­τη­τα, νά καὶ ὁ βαθ­μός μου!
       — Μὰ αὐ­τὸ εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐν­δι­α­φέ­ρον. Λοι­πόν, ἀ­γα­πη­τὲ Ἀ­λε­ξάν­τρ Ἰ­βά­νιτς, θὰ πρέ­πει νὰ συ­ναν­τη­θοῦ­με νὰ συ­ζη­τή­σου­με σο­βα­ρά. Οἱ ἰ­δέ­ες σας μᾶς κί­νη­σαν «ἔν­το­να» τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον, ἀλ­λὰ ὑ­πάρ­χουν στὸ ση­μεί­ω­μά σας, νὰ ποῦ­με, μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ σκο­τει­νὰ ση­μεῖ­α ποὺ χρει­ά­ζον­ται «ἀ­πο­σα­φή­νι­ση» ἀ­πὸ τὸν συγ­γρα­φέ­α. Τί λέ­τε, εἶστε νὰ συ­ναν­τη­θοῦ­με, νὰ μι­λή­σου­με σο­βα­ρά;
       — Εἶ­μαι ἕ­τοι­μος, – ἀ­παν­τῶ καὶ κά­νω μα­τά­κι στὴ γυ­ναί­κα μου. (Μὰ ποι­ός εἶ­μαι! Ἔ­ζη­σες δέ­κα πέν­τε χρό­νια μα­ζί μου καὶ στὴν οὐ­σί­α δὲν ξέ­ρεις ποι­ός εἶ­μαι.)
       — Τό­τε, μᾶλ­λον, ἂς μὴ κα­θυ­στε­ρή­σου­με αὐ­τὴ τὴ δου­λειὰ – λέ­ει ὁ Νι­κο­λά­ι Ἰ­βά­νιτς. — Ἂς συ­ναν­τη­θοῦ­με καὶ σή­με­ρα. Ἐ­μεῖς, ἐν­νο­εῖ­ται, θὰ στεί­λου­με αὐ­το­κί­νη­το νὰ σᾶς πά­ρει…
       — Εἶ­μαι ἕ­τοι­μος, – ἀ­παν­τά­ω.
       Με­τά, συν­δέ­ε­ται πά­λι ἡ εὐ­χά­ρι­στη φω­νὴ ποὺ φαί­νε­ται νε­α­νι­κὴ καὶ ἀ­να­κοι­νώ­νει: τὸ αὐ­το­κί­νη­το θὰ ἔρ­θει σὲ δε­κα­πέν­τε λε­πτά, ὁ ἀ­ριθ­μὸς εἶ­ναι δε­κα­ε­πτὰ-εἴ­κο­σι τέσ­σε­ρα.
       Βά­ζον­τας στὴ θέ­ση του τὸ ἀ­κου­στι­κό, ἔ­ρι­ξα χα­ρού­με­νες μα­τι­ὲς στὴ Βέ­ρα Στε­πά­νοβ­να καὶ ξε­κί­νη­σα νὰ ντύ­νο­μαι. Ἀλ­λὰ ἡ Βέ­ρα Στε­πά­νοβ­να πῆ­ρε τὸν μπαλ­τά, στά­θη­κε στὴν πόρ­τα καὶ κα­τὰ τὴ συ­νή­θειά της εἶ­πε:
       — Τὸ Σάβ­βα­το καὶ τὴν Κυ­ρια­κὴ πα­λου­κώ­νε­σαι ἐ­δῶ!
       — Μά, εἶ­σαι μὲ τὰ κα­λά σου…! – ἀ­να­φω­νῶ, τὴ στιγ­μὴ ποὺ χώ­νω τὰ πό­δια μου στὰ και­νούρ­για τσε­χοσ­λο­βά­κι­κα μπο­τά­κια. Ἔ­χεις ἰ­δέα;... Ποιός μὲ κα­λεῖ, για­τί καὶ σὲ ποι­ό μέ­ρος; Αὐ­τὸ εἶ­ναι κρα­τι­κὴ ὑ­πό­θε­ση! Τώ­ρα φθά­νει γιὰ μέ­να μιὰ «Τσά­ι­κα»(2)… Ποῦ κολ­λά­ει τὸ Σάβ­βα­το καὶ ἡ Κυ­ρια­κή;
       — Κολ­λά­ει, – ξε­κα­θα­ρί­ζει ἡ Βέ­ρα Στεπά­νοβ­να, στὸ ὅ­τι καὶ τὸ προ­πε­ρα­σμέ­νο Σάβ­βα­το ποὺ εἶ­χες κρα­τι­κὲς ὑ­πο­θέ­σεις ἐμ­φα­νί­σθη­κες με­τὰ τὶς δύ­ο τὴ νύ­χτα, καὶ ἤ­σου­να καὶ στου­πί! Καὶ τὸ ἴ­διο αὐ­το­κί­νη­το ἦρ­θε νὰ σὲ πά­ρει, μό­νο ποὺ δὲν ἦ­ταν «Τσά­ι­κα» ἀλ­λὰ «Πρώ­των Βο­η­θει­ῶν», – ἢ τὸ ξε­χνᾶς Ἀ­λε­ξάν­τρ Ἰ­βά­νο­βιτς ἐ­πει­δὴ ἤ­σουν σου­ρω­μέ­νος;
       Μὰ καὶ πῶς νὰ τὸ ξέ­χνα­γα, φυ­σι­κὰ καὶ δὲν τὸ ξέχασα: τὸ προ­πε­ρα­σμέ­νο Σάβ­βα­το μὲ ἔ­πι­α­σε ξαφ­νι­κὰ τό­ση με­λαγ­χο­λί­α, —αὐ­τὸ συ­νέ­βη τὸ πρω­ὶ ποὺ δι­ά­βα­σα γιὰ τὴν ἐ­περ­χό­με­νη οἰ­κο­νο­μι­κὴ κα­τάρ­ρευ­ση— πού, ἁ­μαρ­τί­α ἐ­ξο­μο­λο­γού­με­νη, τη­λε­φώ­νη­σα σὲ ἕ­να φί­λο ποὺ ἐρ­γά­ζε­ται στὶς «πρῶ­τες βο­ή­θει­ες» καὶ μὲ πή­ρα­νε γιὰ πι­θα­νὴ «σαλ­μο­νέ­λω­ση» ποὺ δῆ­θεν εἶ­χε πέ­σει στὸ ἐρ­γο­στά­σιό μας.
       Μὲ δυ­ὸ λό­για, μὲ κα­νέ­να τρό­πο δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ φέ­ρω ἀν­τίρ­ρη­ση στὴ Βέ­ρα Στε­πά­νοβ­να, για­τί τό­τε πραγ­μα­τι­κὰ ἐμ­φα­νί­στη­κα στὶς δύο τὸ πρω­ὶ καὶ πραγ­μα­τι­κὰ ἤ­μουν στου­πί.

(1) Ἐν­νο­εῖ τὴ Με­γά­λη Αἰ­κα­τε­ρί­νη ποὺ ἀ­νέ­τρε­ψε τὸν σύ­ζυ­γό της Πέ­τρο.

(2) Πο­λυ­τε­λὲς σο­βι­ε­τι­κὸ αὐ­το­κί­νη­το.


Κάντε δεξιό κλικ εδώ, για να κάνετε λήψη των εικόνων. Για να συμβάλει στην προστασία του απορρήτου σας, το Outlook απέτρεψε την αυτόματη λήψη αυτής της εικόνας από το Internet.
Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἀνθολογία И.И. Яцен­ко: Рус­ская «нет­ра­диц­ионная» про­за ко­нца ХХ века, Санкт-Пе­те­рбург, «Зла­тоуст» 2004 (Ρω­σι­κὴ ἀν­τι­συμ­βα­τι­κὴ πε­ζο­γρα­φί­α τοῦ τέ­λους τοῦ 20οῦ αἰ., Ἁ­γί­α Πε­τρού­πο­λη, ἐκ­δό­σεις Ζλα­τα­ού­στ 2004). Πρώτη δημοσίευση τῆς με­τά­φρα­σης στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ στὴν ἱ­στο­σε­λί­δα Βακ­χι­κόν (30-03-2015).

Κάντε δεξιό κλικ εδώ, για να κάνετε λήψη των εικόνων. Για να συμβάλει στην προστασία του απορρήτου σας, το Outlook απέτρεψε την αυτόματη λήψη αυτής της εικόνας από το Internet.
Pietsouch,Bitseslaf-Eikona-02Βιτσεσλάφ Πιέτσουχ (Вячеслав Пьецух) (Вячеслав Пьецух) (Μό­σχα, 1946). Τε­λεί­ω­σε τὸ παι­δα­γω­γι­κὸ ἰν­στι­τοῦ­το. Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας τῶν βι­βλί­ων Ἀλ­φά­βη­το (1983), Νέ­α μο­σχο­βί­τι­κη φι­λο­σο­φί­α (1989), Ραμ­μάτ (1990), Ἐ­γὼ καὶ οἱ ἄλ­λοι (1990), Κύ­κλοι (1992), Παι­δά­κι τοῦ κρά­τους (1997). Ζεῖ στὴ Μό­σχα. Τὸ δι­ή­γη­μα αὐ­τὸ γρά­φτη­κε τὸ 1989. Εἶ­ναι ἐκ­πρό­σω­πος τῆς «εἰ­ρω­νι­κῆς πρω­το­πο­ρί­ας». Σκο­πός της εἶ­ναι ἡ ἀ­πο­κά­λυ­ψη τῶν λαν­θα­σμέ­νων ἐ­κτι­μή­σε­ων. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς ἡ ἀ­φή­γη­ση τοῦ Πι­έ­τσουχ φτά­νει στὸ μον­τερ­νι­σμό, πα­ρου­σι­ά­ζον­τας τὸν πα­ρα­λο­γι­σμὸ τοῦ κό­σμου. Τὸν ἥ­ρω­α τοῦ Πι­έ­τσουχ τὸν σώ­ζει ἡ ρή­ξη του μὲ τὸν κό­σμο, τὸ κλεί­σι­μο στὸν ἑ­αυ­τό του.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ρω­σι­κά:


Ἑ­λέ­νη Κα­τσι­ώ­λη. Μου­σι­κός. Σπού­δα­σε ρω­σι­κὰ στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Πού­σκιν καὶ στὸ Κέν­τρο Ρω­σι­κῶν Σπου­δῶν Μίρ. Ἔ­χει πά­ρει τὸ β΄ βρα­βεῖ­ο με­τά­φρα­σης στὸν 1ο δι­α­γω­νι­σμὸ λο­γο­τε­χνι­κῆς με­τά­φρα­σης «Ἄντον Τσέχωφ» 2010 καὶ ἔ­χει ἀ­ναρ­τή­σεις στὸ ἱστολόγιο Πλα­νό­διον-Ἱστορίες Μπονζάι καὶ στὰ ἐκ­παι­δευ­τι­κὰ σε­νά­ρια τῆς β’ γυ­μνα­σί­ου τῆς ἱ­στο­σε­λί­δας τοῦ ὑ­πουρ­γεί­ου Παι­δεί­ας Κύ­πρου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου