Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2018

Iωάννα Καρυστιάνη : "Λειτουργώ σαν παλμογράφος αισθημάτων"

Της Αργυρώς Μποζώνη*

Αν κάποιος γνωρίσει την Ιωάννα Καρυστιάνη έστω και λίγο, θα διαπιστώσει ότι δουλεύει ασταμάτητα. Και όπως λέει η ίδια, όταν είναι πολύ μπλοκαρισμένη και ψυχοπλακωμένη και θέλει να τα πετάξει όλα στην ανακύκλωση και τα χαρτιά και τα μολύβια, ξεσπάει στην κουζίνα. Το τραπέζι που καθόμαστε γεμίζει σχεδόν μαγικά με γλυκά, καλούδια της Άνδρου, δίπλα σε στοίβες χαρτιά, χαρτάκια και μολύβια, καινούργιες εκδόσεις και βιβλία νέων συγγραφέων. 

Αν σας ρωτήσω ποιοί συγγραφείς σας αρέσουν θα μου πείτε ή θα φοβηθείτε μήπως ξεχάσετε κάποιον; 

Αν ερωτηθώ θα πω ότι λατρεύω τον Παπαδιαμάντη, τον Βιζυηνό, τον Αλεξάνδρου, τον Τσίρκα αλλά αισθάνομαι ευγνωμοσύνη που μιλάω και για τους σημερινούς, τον πατριάρχη του διηγήματος τον Παπαδημητρακόπουλο, τον Δημητρίου, τη Δούκα... 


Και νεότερους; 

Τον Παπαμάρκο, τον Παπαμόσχο, τον Παλαβό, τον Τσίρμπα, τη Βασιλική Πέτσα, τη Μαρλένα Παπαϊωάννου, τον Χρήστο Οικονόμου, λέω μερικούς, είμαι βέβαιη πως κάποιοι μου διαφεύγουν. Τους διαβάζω και νιώθω χαρά και συγκίνηση όταν πέφτει στα χέρια μου γραπτό νεότερου συγγραφέα και μακάρι να έχουν βοήθεια και από τους εκδότες και από εσάς, τους δημοσιογράφους. 

Σε σχολεία δεν θέλω να αρνούμαι να πηγαίνω, προτιμώ κιόλας σε υποβαθμισμένες περιοχές και δεν θέλω σχεδόν καθόλου να πηγαίνω για να μιλήσω για τα δικά μου βιβλία. Θέλω να τους κάνω ποίηση, πεζογραφία, να κάνουμε κουβέντες, να φτιάχνουμε μαντινάδες, τετράστιχα, είναι καταπληκτική εμπειρία.

Πιστεύετε δεν ασχολούμαστε όσο πρέπει;

Το πολύ πολύ να ασχοληθείτε με κανέναν μυθιστοριογράφο, με τους ποιητές και με διηγηματογράφους λιγότερο. Έχει σημασία και εσείς κι εμείς, οι πιο γνωστοί, να παρουσιάζουμε τους νέους συγγραφείς, να τους προτείνουμε.

Βλέπω το πρόγραμμά σας είναι πολύ γεμάτο από παρουσιάσεις, ειδικά τώρα που έχετε και το καινούργιο σας βιβλίο «Χίλιες ανάσες». Ξέρω ότι πηγαίνατε και εξακολουθείτε να το κάνετε και σε πολλά σχολεία.

Ειδικά σε σχολεία δεν θέλω να αρνούμαι να πηγαίνω, προτιμώ κιόλας σε υποβαθμισμένες περιοχές και δεν θέλω σχεδόν καθόλου να πηγαίνω για να μιλήσω για τα δικά μου βιβλία. Θέλω να τους κάνω ποίηση, πεζογραφία, να κάνουμε κουβέντες, να φτιάχνουμε μαντινάδες, τετράστιχα, είναι καταπληκτική εμπειρία. Σε αυτά τα σχολεία έχω δει και καταπληκτικούς εκπαιδευτικούς που έχουν κάνει παπάδες με τα παιδιά. 

Πώς κάνει κάποιος τα παιδιά να ενδιαφερθούν για την ποίηση;

Εγώ δεν είμαι φιλόλογος, ούτε εκπαιδευτικός, αλλά σε ένα σχολείο πρότεινα, όταν μπαίνουν στην τάξη κάθε πρωί οι μαθητές, ο καθένας να λέει τους στίχους του αγαπημένου του τραγουδιού. Ας πει και Πάολα, ας πει και Σάκη Ρουβά. Κάποιο παιδί θα ψάξει για να κάνει το κομμάτι του στη γκόμενά του και θα πει Αγγελάκα, κάποιο άλλο θα πει Τζον Λένον, Radiohead, θα φτάσουν στην Παπαγιαννοπούλου, τον Γκάτσο, αυτή είναι μια γέφυρα με την ποίηση. Που δεν κοστίζει τίποτα να γίνει, ούτε στο υπουργείο ούτε σε κανέναν να το κάνει. 

Εσείς πότε αρχίσατε να γράφετε; Μάλλον τι πρωτογράψατε; Ποιήματα;

altΈγραφα από πιτσιρίκα ποιήματα, ζωγράφιζα, στο γυμνάσιο έγραφα ποιήματα και τα έδινα στις συμμαθήτριές μου, τα χρησιμοποιούσαν για ραβασάκια. Πάντα ήθελα να γράφω, είχα αρχίσει να μαζεύω υλικό, σκέψεις, ιστορίες σε ντοσιέ από πολλά χρόνια πριν δημοσιεύσω τις ιστορίες της κυρίας Κατάκη. Φοβόμουνα πάρα πολύ ότι δεν μπορώ να καταφέρω με τις λέξεις τίποτα, είχα αμφιβολία αν έχω πραγματικά κάτι ουσιαστικό να πω, δε μεγαλοπιανόμουν ποτέ, δεν ήθελα να βρω πρωτότυπα πράγματα, ιστορίες και τέτοια....

Κρατάτε σημειώσεις γι' αυτά που σας ενδιαφέρουν;

Συνέχεια. Είμαι πάντα με μπλοκάκι και μολύβι στην τσέπη.

Τι σημειώνετε; Σκέψεις σας; Λόγια των άλλων;

Τα πάντα. Μπορεί κάτι να ακούσω και να θέλω να το σημειώσω, κάτι να ακούσω που θα με πάει κάπου και θα ξεκλειδώσει μια σκέψη που δεν έχει βρει ακόμα τη διατύπωσή της, μπορεί να δω μια εικόνα, ένα ζευγάρι μάτια που για μια στιγμή μπορεί να συναντηθούμε.

Δουλεύετε με μαγνητόφωνο;

Μου αρέσει το χαρτί, το μολύβι, το ψαλιδάκι. 

Και πότε ξέρετε ότι έχετε το κουκούτσι της ιστορίας σας; Ή δεν έχετε το κουκούτσι αλλά έχετε για παράδειγμα ένα τίτλο για να ξεκινήσετε; Ή το τέλος; Αν μιλούσαμε για κουζίνα θα ρωτούσα «πότε καταλαβαίνετε ότι δένει το γλυκό»;

Όλο αυτό το υλικό που μαζεύω κατά καιρούς, υφίσταται το αναγκαίο ξεσκαρτάρισμα. Δουλεύω άπειρες ώρες, κοιμάμαι γύρω στις τρεις με τέσσερις ώρες, –ήμουν από παιδί ολιγόϋπνη– τρεις, τρεισήμισι το πρωί είμαι με καφέ και τσιγάρο. Είμαι πάντα κουρασμένη, το έχω πάρει απόφαση, δεν μπορώ να κάνω αλλιώς, είμαι πολύ νευρικό άτομο. Κάνω λοιπόν μια άσκηση, βάζω για παράδειγμα δύο γυναίκες ηλικιωμένες στο πρώτο τηλεφώνημα της ημέρας. Τι κουβεντιάζουν αυτές; Ή κάνω διαλόγους ανάμεσα σε δύο φιλάθλους ή κάθομαι και φτιάχνω φράσεις. Φτιάχνω πενήντα φράσεις για παράθυρα ή για καρέκλες, για τον αέρα, για το φιλί. Οι σαρανταπέντε φράσεις είναι για πέταμα, οι άλλες κάπου με οδηγούν και πολλές φορές καταλήγω να στρώσω μια φράση για τον αέρα που φτιάχνει ένα σπινθήρα για να τελειώσει π.χ. ένα κεφάλαιο. Έτσι, φράσεις φτιαγμένες για μικρά αντικείμενα, αν τις βάλω και τις συνταιριάξω με βοηθάνε σε μια πιο βαθιά νοηματοδότηση μιας κεντρικής ιδέας που έρχεται και μου φεύγει. Μαζεύω λοιπόν ένα υλικό το οποίο γυρεύει να ζυγιστεί. Αν δω ότι αντέχει μέσα μου και έχει νόημα ξεκινάω.

Η κεντρική ιδέα συνεπώς είναι το θεμέλιό σας;

Η κεντρική ιδέα, που πρέπει να τη βάλω σε ένα οικόπεδο, μετά να κουβαλήσω την εμπλοκή του χρόνου, να φτιάξω τις κολόνες, που συνήθως είναι οι βασικοί χαρακτήρες. Όλα τα υπόλοιπα είναι υλικά που πρέπει να υπάρξουν, παράθυρα, πόρτες που θα βοηθήσουν την κυκλοφορία της ιστορίας αλλά θα βγαίνουν και παραέξω.

Η κεντρική ιδέα, που πρέπει να τη βάλω σε ένα οικόπεδο, μετά να κουβαλήσω την εμπλοκή του χρόνου, να φτιάξω τις κολόνες, που συνήθως είναι οι βασικοί χαρακτήρες. Όλα τα υπόλοιπα είναι υλικά που πρέπει να υπάρξουν, παράθυρα, πόρτες που θα βοηθήσουν την κυκλοφορία της ιστορίας αλλά θα βγαίνουν και παραέξω. Κατά κάποιον τρόπο οργανώνω πολεοδομικά την αρχιτεκτονική της ιστορίας, μια εγκεφαλική κατασκευή, ας το πούμε έτσι.

Η περίοδος της δοκιμασίας του συγγραφέα πότε αρχίζει;

Όταν αρχίζεις σιγά σιγά να δίνεις πνοή και στο θέμα του χρόνου, στη διακύμανση της μνήμης και τη σημασία της. Όταν αφαιρούμε αυτή ειδικά τη σημασία της μνήμης μπερδευόμαστε, χάνουμε μόνοι μας αυτό το νήμα που βοηθάει στη συγκρότηση του εαυτού. Είναι σαν να αφηνόμαστε σε μια αποσυσχέτηση από το ιστορικό πλαίσιο, το τοπικό πλαίσιο. 

Η φιλοτέχνηση των χαρακτήρων δεν σας βασανίζει περισσότερο;

Είναι το επόμενο βήμα, δεν αρκεί να βρω ονόματα απλά, τη Βιβή Χολέβα, τη Μίνα Σαλταφέρου, την Πηγή Βογιατζή, δεν αρκεί να είναι συμβατά με την ιστορία μου,  πρέπει να φιλοτεχνήσω χαρακτήρες με πνοή αληθοφάνειας, να είναι πειστικοί και να ενδιαφέρουν εμένα για να μπω στη βάσανο και το γλέντι του γραψίματος.

Οι κορυφαίες στιγμές αυτής της εμπειρίας ποιες είναι; 

Όταν σε παιδεύει κάτι, έχει μπλοκάρει το μυαλό σου, το φέρνεις από δω από κει, σου λείπει μια λέξη, η οποία θα αποδώσει με σαφήνεια και με ακρίβεια αυτό που σε απασχολεί και θα σου δώσει το σωστό του βάρος, και τη βρίσκεις. Και βάζεις έντεκα λέξεις στη σειρά, αυτό σου προσφέρει την ανακούφιση ότι κάτι σημαίνει.

Η καθοριστική ταυτότητα των χαρακτήρων σας ποια είναι;

Τρεις ταυτότητες είναι ανάλλαχτες για κάθε άτομο και πολύ καθοριστικές για τη συγκρότηση της προσωπικότητας και του εαυτού. 

Είναι η οικογενειακή ταυτότητα, που δεν επιδέχεται αλλαγή, με ότι σημαίνει αυτό, γιατί είναι και το πρώτο «εμείς», δεύτερη είναι ο γενέθλιος τόπος του καθενός. Όπου και να σε ξεβράσει η ζωή, τον κουβαλάς μαζί σου και είναι καθοριστικός γιατί έχεις ζήσει τα θεμελιακά παιδικά χρόνια, έχεις αποκτήσει αίσθηση του ορίζοντα και της γειτονιάς και αυτό γίνεται συναισθηματική πρωτεύουσα όλης σου της ζωής και το τρίτο είναι η μητρική γλώσσα, που επίσης δεν αλλάζει, όσο καλά και να μάθεις αγγλικά, κινέζικα, σουηδικά. Οι πρώτες λέξεις είναι το πάσο σου για την επικοινωνία και με τον εσώτερο εαυτό και με τους άλλους. Οπότε, φτιάχνω έτσι τις ταυτότητες των ηρώων και αυτό με βοηθάει και στη διαπλοκή των χαρακτήρων μεταξύ τους και στην εξέλιξή τους. 

alt

Τους οποίους αφήνετε απαράλλαχτους μέχρι το τέλος;

Όταν τελειώσω το βιβλίο, το διαβάζω δυνατά, σαν να θέλω να ακούσει ο καθένας ήρωάς μου καλά, αυτό που τον αφορά. Και στο τέλος φοβάμαι μην ακούσω παράπονα, γιατί ξέρω ότι πρέπει να διορθώσω. 

Όταν αρχίζω να δίνω ζωή στον χαρακτήρα συμβαίνει κάτι τελείως διαφορετικό, ανακαλύπτω πόσα πράγματα έχω κάνει λάθος, πόσα πράγματα τα έφτιαξα ερήμην του χαρακτήρα, δίνοντάς του έναν τίτλο, μια ταμπέλα. Όταν τελειώσω το βιβλίο, το διαβάζω δυνατά, σαν να θέλω να ακούσει ο καθένας ήρωάς μου καλά, αυτό που τον αφορά. Και στο τέλος φοβάμαι μην ακούσω παράπονα, γιατί ξέρω ότι πρέπει να διορθώσω. 

Ακούτε συνήθως παράπονα από τους ήρωές σας;

Έχω μια πετριά, δεν είναι δικογραφία ένα μυθιστόρημα, αλλά προσπαθώ να είμαι δίκαιη με όλους τους χαρακτήρες. Λειτουργώ περισσότερο σαν ληξίαρχος μικρογεγονότων, χρονικογράφος της καθημερινότητάς τους και σαν παλμογράφος της διακύμανσης των αισθημάτων της ζωής τους. Αυτό κάνω. 

Γράφετε συνήθως για μικρούς τόπους, εκεί διαδραματίζονται οι ιστορίες σας, σας διευκολύνει ο μικρός τόπος;

Τελικά δεν είναι μικρός ο τόπος. Λέει κάπου η Πηγή Βογιατζή (η κεντρική ηρωίδα στις Χίλιες ανάσες) «ο ουρανός δεν είναι ποτέ στενός». Μπορεί να είναι ένα μικρό νησί ο τόπος, αλλά όταν δώσεις τον χρόνο του, δεν λείπει τίποτα. Μάλιστα εκεί, έχω τη δυνατότητα να είμαι πολύ πιο προσεκτική, δίκαιη και δημιουργική με την έννοια ότι θα επιτρέψω –κάτι που το πιστεύω και για τη ζωή και το θέλω–, να πρωταγωνιστήσουν και οι δεύτεροι χαρακτήρες, που δεν θεωρώ καθόλου ασήμαντους. 

Ο μικρός χώρος, το νησί στο οποίο διαδραματίζεται η ιστορία σας, σας δημιουργεί αίσθημα ασφάλειας;

Στην ανθρώπινη περιπέτεια πιστεύω δεν υπάρχει μικρό και μεγάλο. Ο μικρός τόπος προσφέρεται σαν ανάγλυφο, σαν μικρογραφία κοινωνίας, όπου εκεί είσαι υποχρεωμένος να κοιτάξεις βαθιά, δεν μπορείς να αναλωθείς σε περιγραφές της φύσης.

Έχεις την αίσθηση του ανήκειν κάπου, δεν είσαι ανέστιος και περιφερόμενος και άγνωστος μεταξύ αγνώστων μέσα στη μεγαλούπολη. Πολλές φορές θέλεις και αυτό αλλά πολύ περισσότερες αποζητάς την οικειότητα του γνωστού, να ξέρεις ποιος είναι ποιος, περίπου. Αυτό είναι πολύτιμο επειδή η αντανάκλαση αυτής της γνώσης σε βοηθάει να δεις καλύτερα και πλευρές του εαυτού σου, να κρίνεις και να τον συσχετίσεις καλύτερα με ένα πλαίσιο. Στην ανθρώπινη περιπέτεια πιστεύω δεν υπάρχει μικρό και μεγάλο. Ο μικρός τόπος προσφέρεται σαν ανάγλυφο, σαν μικρογραφία κοινωνίας, όπου εκεί είσαι υποχρεωμένος να κοιτάξεις βαθιά, δεν μπορείς να αναλωθείς σε περιγραφές της φύσης. Ο τόπος υπάρχει γιατί κάποιοι άνθρωποι ζουν εκεί, όσο μικρός και αν είναι ο τόπος, ποτέ δεν είναι ασήμαντος και έτσι το βλέπω εγώ. Και ο πιο μικρός τόπος μπορεί να αποκτήσει οικουμενική διάσταση.

Οι ιστορίες που διαδραματίζονται στον παρόν είναι η πιο επικίνδυνη «κούρσα γραφής»;

Δε διαφωνώ καθόλου. Τα τρία τελευταία μου βιβλία διαδραματίζονται στον παρόντα χρόνο, σε αυτόν της παρατεταμένης περιόδου κρίσης που διανύουμε και δεν ήθελα να το αποφύγω με τίποτα, δεν γίνεται να το αποφύγεις.

Ο λογοτεχνικός χειρισμός αυτής της περιόδου σάς δυσκολεύει;

Εγώ πιστεύω και στην τέχνη εν βρασμώ –πολλές φορές το βλέπουμε στα θέατρα ή στη μουσική– και με τον κίνδυνο να βιαστείς και να κάνεις λάθος, πιστεύω και στην εν καιρώ, όταν πια μπορείς να έχεις μια συνολική και πιο ώριμη ματιά πάνω στα πράγματα. Και το ένα χρειάζεται και το άλλο. Η κρίση είναι παρούσα, δεν έχω πρόθεση να γράψω ένα πολιτικό βιβλίο για τα τεκταινόμενα, εγώ βγάζω τον λογαριασμό της συνέπειας όλων αυτών που συμβαίνουν και στις ανθρώπινες σχέσεις, αλλά σε καμία περίπτωση δεν θέλω να περιοριστώ σε αυτό. Γιατί πιστεύω ότι κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, ασφυκτικές ή ανθηρές, η ανθρώπινη ζωή γυρεύει την, το κατά το δυνατόν, πληρότητά της και με άλλα πράγματα, με τον έρωτα, με τη φιλία, με τα πάντα. Αυτό είναι μέσα στην ανθρώπινη φύση και μπορεί να γίνεται και σαν έκκληση στη ζωή, σαν αντίδοτο στη δυστυχία και την καταστροφή. 

Αν σας ζητούσα να μου πείτε τι είναι αυτό που χαρακτηρίζει τα βιβλία σας;

Θα σας έλεγα η επίμονη ματιά πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις και ειδικά πάνω στην οικογένεια. Στο σπίτι, στη μινιατούρα της ανθρώπινης περιπέτειας. Θα έλεγα ότι και το παρελθόν με τις ιστορίες του πρωταγωνιστούν στα βιβλία μου. Έρχονται από παλιά οι ιστορίες, ειδικά όταν το παρελθόν έχει αδιατύπωτες και ανεπίλυτες ιστορίες και πιέζει το μέλλον. Επίσης και σε σχέση με τη μνήμη, δεν υπάρχουν απόλυτες βεβαιότητες σε κανέναν για τίποτα και αυτό είναι το συναρπαστικό υλικό της ζωής, σε αναμμένα κάρβουνα κάθονται όλοι. 

Στις Χίλιες ανάσες εκτός από τους εν ζωή πρωταγωνιστές, πρωταγωνιστούν και δύο νεκροί. 

altΑυτό το ήθελα γιατί πιστεύω ότι οι νεκροί δεν πάνε χαμένοι. Είτε εκτελεστούν στον τοίχο της Καισαριανής, είτε χαθούν σε ατύχημα, είτε σε αρρώστια ο αγαπημένος νεκρός δεν είναι ένα κεφάλαιο που κλείνει και έσβησε, γιατί προκαλεί απολογισμούς, ανακεφαλαιώσεις και βοηθά στο να ακονίζονται τα συναισθήματα και να ζυγίζονται καλύτερα. Οι νεκροί σε αυτό το μυθιστόρημα «ξεχορταριάζουν τους δρόμους» και παρέχουν την ελευθερία για να πάει η ζωή στα παρακάτω κεφάλαια με το όποιο τίμημα και τις όποιες δυσκολίες. Εγώ θυμάμαι τους ανθρώπους που έφυγαν από τη ζωή και αγωνίζομαι να τους θυμάμαι – αλίμονο αν τους ξεχάσω. Μπορεί να νιώθω ξεπερασμένη πολλές φορές, αλλά όταν είμαι βουτηγμένη στο παρόν λέω «Ιωάννα, μεταβολή, γύρνα και κοίτα προς τα πίσω». Θέλω να δω, καλώς έχουν ξεχαστεί κάποια πράγματα; Τα έφαγε η σκόνη του χρόνου δίκαια; Ή υπάρχουν πράγματα που αξίζει να μη λησμονηθούν γιατί έχουν να μας πουν πράγματα ακόμη και δεν έχουν εκμετρίσει νοερά τον βίο και τη σημασία τους; Δεν είναι νοσταλγικές ανάγκες αυτές, το παρελθόν είναι ανεπίστρεπτο. 

Μοιράζετε διάφορα στοιχεία του χαρακτήρα σας στις ηρωίδες, αλλά ποια αγαπάτε; 

Και σε ζωντανούς και σε νεκρούς τα μοιράζω, αλλά αφού με ρωτάτε για το Χίλιες ανάσες θα ήθελα να ήμουνα η Πέπη, που είναι και πληγωμένη και δοτική και φρουρός σε αυτό τον εγκαταλελειμμένο οικισμό, που αγαπά όλους τους ηθοποιούς του κόσμου, αυτή είναι μέσα στην καρδιά μου, αλλά αισθάνομαι ότι οι ηρωίδες μου έχουν κάτι η μία από την άλλη, κολυμπά η μια μέσα στην άλλη. Όταν ξεκινάς να φτιάξεις ένα χαρακτήρα μοιραία χρησιμοποιείς πρώτη ύλη από τον εαυτό σου, είτε για άντρα πρόκειται, είτε για γυναίκα, είτε για Έλληνα ή ξένο, είναι οι σκέψεις σου για την ανθρώπινη ύπαρξη, είναι υλικό δικό σου. Μετά, έρχεται η ώρα να τους απελευθερώσεις και πάνε παρακάτω μόνοι τους. 

Θα σας ρωτήσω και για την προτίμηση που έχετε στους αναγνώστες, ποιον αναγνώστη θέλετε; 

Θέλω τον προσεκτικό αναγνώστη, να μη του διαφύγουν κάποιες φράσεις και εικόνες που κάτι σημαίνουν. Το τροχάδην της αφήγησης, η ανάγκη να δούμε τι συμβαίνει στο τέλος, ποιος παντρεύτηκε, ποιος χώρισε δεν είναι κάτι που επιθυμώ και με γοητεύει. Έχει σημασία η πλοκή που εδώ, στις Χίλιες Ανάσες, δεν είναι πολύκροτη, ούτε οι χαρακτήρες είναι επιδραστικοί στην κοινωνία, είναι συνηθισμένοι, ήθελα τη χαμηλή κλίμακα, την πιάτσα της ζωής, το τετριμμένο και συνηθισμένο.

Ξέρετε ότι πουλάτε, ότι είσαστε μια συγγραφέας αγαπητή, η επιτυχία σας δεσμεύει με ένα τρόπο; Ας πούμε, έχετε αγωνία όταν παραδίδετε στον εκδότη σας;

Περισσότερο με τον εαυτό μου τρώγομαι, πολλές μετωπικές συγκρούσεις μέσα στο κεφάλι μου. Αν πραγματικά αξίζω, αν έχω να πω κάτι που να σημαίνει και περιμένω την ετυμηγορία των δικών μου ανθρώπων. Η αγωνία είναι αν αξίζω να βρίσκομαι εδώ που βρίσκομαι.

Είμαι τυχερή που πουλάω αλλά δεν με απασχολεί αν θα πουλήσει, παρά το γεγονός ότι δεν είναι κακό να πουλάει ένα βιβλίο. Περισσότερο με τον εαυτό μου τρώγομαι, πολλές μετωπικές συγκρούσεις μέσα στο κεφάλι μου. Αν πραγματικά αξίζω, αν έχω να πω κάτι που να σημαίνει και περιμένω την ετυμηγορία των δικών μου ανθρώπων. Η αγωνία είναι αν αξίζω να βρίσκομαι εδώ που βρίσκομαι, δεν έχω τρομερή αυτοεκτίμηση και τελικά δεν είχα και ποτέ τελικά, είμαι ενοχική και όταν παραδίδω έχω την αγωνία αν θα υπάρχει επόμενο. Όταν παραδίδω το βιβλίο στον εκδότη πάντα έχω την αίσθηση ότι μου έχουν διαφύγει πράγματα. Αυτό σε κινητοποιεί, τα χρωστούμενα από προηγούμενα βιβλία για να μπεις στην περιπέτεια ενός επόμενου, έχοντας την ελπίδα ότι θα έχεις μεγαλύτερη τόλμη, καλύτερο οπλισμό. Βιβλίο με βιβλίο το επιθυμείς αυτό. Πάντα βάζεις ένα δύσκολο στοίχημα με τον εαυτό σου.

Αν θα έχετε έμπνευση ή ανταπόκριση;

Έμπνευση, αν θα έχω τα κότσια, αν μπορώ να σπάσω τα μούτρα μου, δεν θέλω την ασφάλεια να κάνω κάτι που να «περνάει». Είναι σπουδαίο να έχεις την έγκριση και την επιδοκιμασία των ομοτέχνων σου αλλά ο δημόσιος στίβος του καλλιτέχνη, και συνεπώς και του συγγραφέα, είναι ο τυχαίος αναγνώστης, ο άγνωστος. Εκεί θα περπατήσει το βιβλίο και θα κάνει σπινθήρα.

Ας πούμε ποιο είναι το τελευταίο σας στοίχημα;

Αν μπορώ με πολύ συνηθισμένο υλικό, με μια πλοκή που δεν έχει τεράστιες δραματικές κορυφώσεις, που είναι το τετριμμένο της πεζότητας και της καθημερινότητας, να πω μια ενδιαφέρουσα ιστορία. 

* Η ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ είναι δημοσιογράφος
ΠΗΓΗ  BOOK PRESS

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου