Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Παρασκευή 8 Οκτωβρίου 2021

Πη­γὴ Κού­τση: Τὰ τέσ­σε­ρα κομ­μά­τια

 




ΔΕΝ ΣΕ ΑΓΑΠΩ ΠΙΑ» μοῦ εἶ­πε καὶ πέ­τα­ξε τὸ πο­τή­ρι κά­τω στὸ πά­τω­μα. Δὲν κου­νή­θη­κα ἀ­πὸ τὴ θέ­ση μου ἀ­δυ­να­τών­τας νὰ κα­τα­λά­βω ἂν ἀ­νέ­πνε­α ἢ ὄ­χι. Τὰ μά­τια μου χα­μή­λω­σαν στὸ πά­τω­μα ὅ­που ἔ­βλε­πα τὰ γυα­λιὰ σκορ­πι­σμέ­να. Εἶ­χαν σπά­σει σὲ τέσ­σε­ρα κομ­μά­τια, ὅ­σες καὶ οἱ λέ­ξεις ποὺ εἶ­πε ἡ θυ­μω­μέ­νη πλη­γή της.

        Πό­σο πα­ρά­ξε­νο, κά­θε κομ­μά­τι τοῦ γυα­λιοῦ εἶ­χε σπά­σει στὸ μέ­γε­θος τῆς λέ­ξης πού μοῦ εἶ­πε.  Καὶ τὸ με­γα­λύ­τε­ρο, τὸ κομ­μά­τι τοῦ «ἀ­γα­πῶ», εἶ­χε κα­τα­φέ­ρει νὰ φτά­σει μπρο­στά μου σὰν νὰ προ­σπα­θοῦ­σε νὰ μὲ κα­θη­συ­χά­σει,  λέ­γον­τάς μου ὅ­τι τὰ πράγ­μα­τα ἦ­ταν ἀλ­λι­ῶς.  Συ­νέ­χι­ζε νὰ μι­λά­ει, νὰ μὲ κα­τη­γο­ρεῖ, νὰ κι­νεῖ τὰ χε­ριὰ νευ­ρι­κά, νὰ μοῦ ἐ­ξι­στο­ρεῖ τὴν ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση ποὺ ἔ­νι­ω­θε. Δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ ἀ­κού­σω.

       

Εἶ­χε στα­μα­τή­σει ὁ χρό­νος. Τὸ βλέμ­μα μου εἶ­χε κολ­λή­σει πά­νω στὸ «ἀ­γα­πῶ» ἐ­νῶ τὸ «δέν» καὶ τὸ «σέ» ἀ­πελ­πί­ζον­ταν μό­να τους πα­ρα­πέ­ρα. Τὸ «πιά» στρι­φο­γύ­ρι­ζε στὴ δί­νη τοῦ χρό­νου ὁ­λο­μό­να­χο καὶ προ­σπα­θοῦ­σε νὰ γί­νει «πάν­τα», ὅ­πως πα­λιά, καὶ νὰ τη­ρή­σει τὴν ὑ­πό­σχε­ση μιᾶς ἀ­γά­πης ποὺ  δὲν τε­λει­ώ­νει πο­τέ.

        Ἡ πόρ­τα ἔ­κλει­σε καὶ αὐ­τὴ μὲ θυ­μό. Ὁ βρόν­τος τα­ρα­κού­νη­σε λί­γο τὸ πά­τω­μα καὶ ἡ μι­κρὴ δί­νη ποὺ δη­μι­ουρ­γή­θη­κε με­τα­τό­πι­σε λί­γο πιὸ κον­τὰ πρὸς τὸ μέ­ρος μου τὸ με­γά­λο κομ­μά­τι.  Τὸ «σέ» γλί­στρη­σε ἀ­νέλ­πι­στα δί­πλα του καὶ μοῦ ἔ­δω­σε τὴν ψευ­δαί­σθη­ση τῆς ἐλ­πί­δας ποὺ ἤ­θε­λα αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή.

        «Σὲ ἀ­γα­πῶ πάν­τα.» Ἔ­βα­λα τὰ κομ­μά­τια τὸ ἕ­να δί­πλα στὸ ἄλ­λο καὶ δὲν ἀν­τι­στά­θη­κα στὴν ἀ­γά­πη ποὺ ἀ­κό­μα γιὰ αὐ­τὴ ἔ­νι­ω­θα. Τὰ μά­ζε­ψα μὲ τὰ χέ­ρια μου, προ­σπα­θοῦ­σα μὲ μα­νί­α νὰ ἀ­να­κα­λύ­ψω μή­πως κά­ποι­ο ἀ­πὸ αὐ­τὰ εἶ­χε ἀ­πο­τυ­πώ­σει τὴν ἀν­τα­νά­κλα­σή της. Γέ­λα­σα μὲ τὸν ἑ­αυ­τό μου. Μό­νο αὐ­τὸ κα­τά­φε­ρα νὰ κά­νω ὥ­στε νὰ κι­νή­σω πά­λι τὸν χρό­νο. Καὶ ἐ­κεῖ, στὴν κο­φτε­ρὴ ἄ­κρη τοῦ «ἀ­γα­πῶ» ἐμ­φα­νί­στη­κε μὲ ἀ­λα­ζο­νεί­α τὸ ἀ­πο­τύ­πω­μα τοῦ κρα­γιόν της.

        Καὶ ἡ καρ­διά μου ἔ­γι­νε τέσ­σε­ρα κομ­μά­τια…


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ

Πη­γὴ Κού­τση (Ζά­κυν­θος, 1972). Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Μη­τρο­πο­λι­τι­κὸ Κο­λέ­γιο. Ἔ­χει σπου­δά­σει Κοι­νω­νι­κὴ Ἀν­θρω­πο­λο­γί­α στὸ Πάν­τειο Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ψυ­χο­λο­γί­α.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου