|
planodion on 19 Φεβρουάριος 2026
|

Βάλτερ Μπένγιαμιν (Walter Benjamin)
Ἐκτάσεις πρὸς ἐνοικίαση
(Diese Flächen sind zu vermieten)
ΝΟΗΤΟΙ
ὅσοι θρηνοῦν τὴν παρακμὴ τῆς κριτικῆς. Γιατὶ ἡ ὥρα της ἔχει
περάσει πρὸ πολλοῦ. Ἡ κριτική εἶναι θέμα σωστῆς ἀπόστασης. Ζεῖ
σ' ἕναν κόσμο ὅπου σημασία ἔχουν οἱ προοπτικὲς καὶ τὰ
προγράμματα, κι ὅπου μποροῦσε κανεὶς ἀκόμα νὰ ἔχει μιὰν ἄποψη.
Στὸ μεταξὺ τὰ πράγματα ἔχουν ἀγγίξει πολὺ καυτὰ τὴν κοινωνία
ποὺ τὰ κουβαλᾶ στὸ κορμί της. Ἡ «ἀμεροληψία», ἢ «ἐλεύθερη
ματιά» ἔγιναν ψέμα, ἂν ὄχι ἡ ἀφελέστερη ἔκφραση τέλειας
ἀναρμοδιότητας. Σήμερα ἡ οὐσιωδέστερη, ἡ ἐμπορικὴ ματιὰ
στὴν καρδιὰ τῶν πραγμάτων λέγεται διαφήμιση. Καταργεῖ τὸν
ἐλεύθερο χῶρο τῆς παρατήρησης καὶ πλησιάζει τὰ πράγματα στὸ
μέτωπό μας τόσο ἐπικίνδυνα, σὰν νὰ ξεπετιέται ἀπ' τὴν ὀθόνη
τοῦ κινηματογράφου ἕνα αὐτοκίνητο ποὺ διαστέλλεται
ὑπερβολικὰ καθὼς ἔρχεται τρέμοντας κατεπάνω μας. Κι ὅπως ὁ
κινηματογράφος δὲν παρουσιάζει τὰ ἔπιπλα καὶ τὶς προσόψεις
γιὰ κριτικὴ παρατήρηση σὲ ὁλοκληρωμένες μορφές, παρὰ μᾶς
ἐντυπωσιάζει μὲ τὸ ἐπίμονο, πηδηχτό τους πλησίασμα, ἔτσι ἡ
γνήσια διαφήμιση κουρντίζει τὰ πράγματα καταπάνω μας μὲ
ρυθμὸ ἀντίστοιχο τοῦ καλοῦ κινηματογράφου.
Κι ἔτσι
ἀποχαιρετήσαμε τελικὰ τὴν «ἀντικειμενικότητα», καὶ μπρὸς
στὶς τεράστιες εἰκόνες ποὺ παρουσιάζουν στὶς προσόψεις τῶν
σπιτιῶν τὸ «Χλωροδὸντ» καὶ τὸ «Σλάϊπνιρ» ἕτοιμα νὰ τὰ πιάσουνε
χέρια γιγάντων, ὁ θεραπευμένος συναισθηματισμὸς
ἀπελευθερώνεται ἀμερικανικά, ὅπως κάποιοι ἄνθρωποι ποὺ
τίποτε πιὰ δὲν τοὺς συγκινεῖ καὶ δὲν τοὺς ἀγγίζει
ξαναμαθαίνουν νὰ κλαῖνε στὸ σινεμά. Ὅμως γιὰ τὸν ἄνθρωπο στὸ
δρόμο, αὐτὸ ποὺ τοῦ φέρνει τὰ πράγματα κοντὰ μ' αὐτὸν τὸν τρόπο
καὶ ἀποκαθιστᾶ τὴν ἀποφασιστικὴ ἐπαφὴ μαζί τους, εἶναι τὸ
χρῆμα. Κι ὁ πληρωμένος κριτικός, ποὺ διαπραγματεύεται
πονηρὰ τοὺς πίνακες στὴν γκαλερὶ τοῦ ἐμπόρου, ξέρει γι' αὐτοὺς
ἂν ὄχι κάτι καλύτερο, πάντως κάτι σημαντικότερο ἀπὸ τὸν
φιλότεχνο ποὺ τοὺς βλέπει στὴ βιτρίνα. Γι' αὐτὸν ἡ θέρμη τοῦ
θέματος ἀπελευθερώνεται καὶ ξυπνᾶ τὸ συναισθηματισμό του.
Τελικά, τί εἶναι αὐτὸ ποὺ δίνει τόση ὑπεροχὴ στὴ διαφήμιση
πάνω στὴν κριτική; Ὄχι αὐτὸ ποὺ λέει ἡ κόκκινη ἠλεκτρικὴ
κινούμενη ἐπιγραφή – ἀλλὰ τὰ φλεγόμενα στάσιμα νερὰ ποὺ τὴν
καθρεφτίζουν στὴν ἄσφαλτο.

Πηγή:
ἀπὸ τὴν ἔκδοση Walter Benjamin, Μονόδρομος.
Εἰσαγωγή-μετάφραση: Νέλλη Ἀνδρικοπούλου, Ἐπίμετρο: Th. W.
Adorno, Δ. Καρύδας – Σ. Σταυρίδης, Ἐπιμέλεια: Γιῶργος
Σαγκριώτης, Ἐκδόσεις Ἄγρα, 2016 [πρώτη ἔκδοση: Βερολῖνο 1928].
Γιὰ τὸ ἔργο Μονόδρομος (Einbahnstrasse):
Ὁ Μονόδρομος
εἶναι ἕνα φιλοσοφικὸ-λογοτεχνικὸ ἔργο τοῦ Βάλτερ
Μπένγιαμιν, ποὺ δημοσιεύτηκε γιὰ πρώτη φορὰ τὸ 1928 ἀπὸ τὸν
Rowohlt Verlag. Ἡ συλλογὴ μικρῶν κειμένων, ποὺ περιλαμβάνει
μόνο 80 περίπου ἔντυπες σελίδες, εἶναι γνωστὴ κυρίως γιὰ τὶς
πολλὲς ἀφοριστικές της διατυπώσεις. Εἶναι τὸ μοναδικὸ
λογοτεχνικὸ ἔργο τοῦ Μπένγιαμιν ποὺ ἐκδόθηκε ὅσο ζοῦσε. Ἡ
πρώτη ἔκδοση τοῦ Μονόδρομου κυκλοφόρησε τὸ 1928 ὄχι
ὡς βιβλίο, ἀλλὰ ὡς μπροσούρα μὲ ἐξώφυλλο ποὺ σχεδίασε ὁ Ρῶσος
φωτογράφος Sasha Stone. Ὁ Μονόδρομος εἶναι ἰδιαίτερα
ἀξιοσημείωτο βιβλίο γιὰ τὴν ἀσυνήθιστη μορφή του: περιέχει
πάνω ἀπὸ 100 σύντομες, μερικὲς φορὲς ἀποσπασματικὲς
λογοτεχνικὲς μινιατοῦρες ποὺ διαδέχονται ἡ μία τὴν ἄλλη μὲ
ἕναν φαινομενικὰ ἀσύνδετο τρόπο. Αὐτὲς περιλαμβάνουν ἀρχεῖα
ὀνείρων καὶ ἀναμνήσεις, ρητὰ καὶ aperçus (ματιές), διατριβές,
ταξιδιωτικά, πορτρέτα, νεκρὲς φύσεις καὶ σκίτσα. Ὁρισμένα
κείμενα μοιάζουν ἐπίσης μὲ καταχωρήσεις ἡμερολογίου. Οἱ ἐπί
μέρους συνεισφορὲς δύσκολα μποροῦν νὰ συνοψιστοῦν σὲ ἕνα μόνο
λογοτεχνικὸ εἶδος, ἀλλὰ λόγῳ τῶν πολλῶν συνοπτικῶν
διατυπώσεών τους («Τὰ δῶρα πρέπει νὰ ἐπηρεάζουν τὸν
παραλήπτη τόσο βαθιὰ ὥστε νὰ φοβᾶται»), τὸ εἶδος τους ἔχει
συχνὰ ταξινομηθεῖ ὡς ἀφορισμός («Τὰ ἀποσπάσματα στὸ ἔργο μου
εἶναι σὰν ληστὲς στὸ δρόμο, ποὺ ξεσποῦν ὁπλισμένοι γιὰ ν’
ἀφαιρέσουν κάθε καθησυχαστικὴ βεβαιότητα»). Ὁ ἴδιος ὁ
Μπένγιαμιν ἐπινόησε ἀργότερα τὸν ὅρο «Denkbilder» («εἰκόνες
σκέψης») γιὰ τὴ μορφὴ τῆς λογοτεχνικῆς-φιλοσοφικῆς
μινιατούρας του. Σὲ ἕνα ἄρθρο στὸ Kindler's Literature Lexicon,
ἡ λογοτεχνικὴ μέθοδος τοῦ Μπένγιαμιν ἑρμηνεύτηκε
περαιτέρω ὡς ἀλληγορική.
Βάλτερ Μπένγιαμιν (Walter Bendix Schoenflies Benjamin)
(15 Ἰουλίου 1892, Βερολῖνο – 26 Σεπτεμβρίου 1940, Πορτμποῦ,
Ἱσπανία). Γερμανὸς φιλόσοφος, κριτικὸς πολιτισμοῦ καὶ
μεταφραστής. Ὡς ἀνεξάρτητος στοχαστής, θεωρεῖται ὅτι ἀνήκει
στὴν εὐρύτερη σφαῖρα ἐπιρροῆς τῆς Σχολῆς τῆς Φρανκφούρτης λόγῳ
τῆς στενῆς φιλίας του μὲ τὸν Theodor W. Adorno. Ἡ φιλία καὶ ἡ
συνεργασία του μὲ τὸν Μπέρτολτ Μπρὲχτ εἶχαν ἐπίσης
διαμορφωτικὴ ἐπίδραση στὴ σκέψη καὶ τὴ γραφή του . Θεωρεῖται ὁ
σημαντικότερος στοχαστὴς στὸν χῶρο τῶν πολιτιστικῶν
σπουδῶν. Τὰ γραπτά του σχετικὰ μὲ μιὰ κοινωνικὰ κατανοητὴ
αἰσθητικὴ γίνονται δεκτὰ σὲ μιὰ εὐρεῖα ποικιλία
ἐπιστημονικῶν κλάδων. Ἡ ἐπιρροή τους ἐκτείνεται πέρα ἀπὸ τοὺς
ἀκαδημαϊκοὺς τομεῖς στοὺς τομεῖς τῆς λογοτεχνίας, τῆς τέχνης,
τῶν μέσων (θεωρία) καὶ τῆς δημοσιογραφίας. Μετάφρασε ἔργα
των Ὀνορὲ ντὲ Μπαλζάκ, Σὰρλ Μπωντλαὶρ καὶ Μαρσὲλ Προύστ. Μὲ
καταγωγὴ ἀπὸ τὸ Βερολῖνο, ἀφοῦ ὁλοκλήρωσε τὶς σπουδές του καὶ
ἀπέτυχε στὴν ὑφηγεσία του, πρᾶγμα ποὺ τὸν ἐμπόδισε νὰ
συνεχίσει τὴν ἐπιθυμητὴ πανεπιστημιακή του καριέρα,
ἐπέστρεψε στὴ γενέτειρά του ὡς ἀνεξάρτητος συγγραφέας,
διακόπτοντας τὴν παρατεταμένη παραμονή του στὸ ἐξωτερικό.
Τὸ 1933, ὡς ἐκκοσμικευμένος Ἑβραῖος, διέφυγε ἀπὸ τὴ ναζιστικὴ
Γερμανία καὶ αὐτοεξορίστηκε στὸ Παρίσι. Μετὰ τὴν κατάληψη
τῆς Γαλλίας ἀπὸ τὰ γερμανικὰ στρατεύματα, αὐτοκτόνησε κατὰ
τὴ διάρκεια μιᾶς ἀποτυχημένης ἀπόδρασης στὴν ἱσπανικὴ
συνοριακὴ πόλη Πορτμποῦ.
[βλ. γερμανικὴ WiKi:
Μετάφραση ἀπὸ τὰ γερμανικά:
Νέλλη Ἀνδρικοπούλου
(1921-2014). Ἑλληνίδα ζωγράφος, μεταφράστρια καὶ συγγραφέας.
Γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἐγκαταστάθηκε
οἰκογενειακῶς στὴν Ἀθήνα τὸ 1936. Τὸ 1939 γράφτηκε στὴν Ἀνωτάτη
Σχολὴ Καλῶν Τεχνῶν, ὅπου διδάχθηκε σχέδιο ἀπὸ τὸν Δημήτριο
Μπισκίνη καὶ ἀργότερα γλυπτικὴ μὲ καθηγητὴ τὸν Μιχάλη
Τόμπρο. Τὰ Χριστούγεννα τοῦ 1945 ταξίδεψε μαζὶ μὲ πολλοὺς
ἄλλους Ἕλληνες καλλιτέχνες καὶ ἐπιστήμονες στὴ Γαλλία μέσῳ
τοῦ πλοίου Ματαρόα, στὸ πρόγραμμα μετάβασης στὴ Γαλλία τῶν
Ἑλλήνων ὑποτρόφων τοῦ γαλλικοῦ κράτους. Στὴ Γαλλία
παρακολούθησε μαθήματα γλυπτικῆς στὸ ἐργαστήριο τῆς
Μαργκαρέτα Λαβριλλιὲ καὶ στὴν Ἀκαδημία τῆς Γκρὰντ Σωμιὲρ μὲ
καθηγητὴ τὸν Ὀσσὶπ Ζαντκίν. Τὸ 1947 ἐπέστρεψε στὴν Ἑλλάδα καὶ
ἔκτοτε ἀσχολήθηκε κυρίως μὲ τὴ ζωγραφικὴ καὶ τὸ σχέδιο. Ἀπὸ
τὸν Μάρτιο τοῦ 1950 μέχρι τὸ καλοκαίρι τοῦ 1954 ἦταν παντρεμένη
μὲ τὸν καλλιτέχνη καὶ συγγραφέα Νῖκο Ἐγγονόπουλο, μὲ τὸν ὁποῖο
ἀπέκτησε ἕνα γιό. Ἀργότερα ἐργάστηκε ὡς ξεναγὸς καὶ σὲ
μεγάλη ἡλικία ἀσχολήθηκε μὲ τὴ συγγραφὴ καὶ τὴ μετάφραση. Τὸ
συγγραφικὸ ἔργο τῆς Ἀνδρικοπούλου ἀποτελεῖται ἀπὸ
μεταφράσεις ἔργων τῶν Βάλτερ Μπένγιαμιν, Φρήντριχ Χαίλντερλιν,
Ἔντουαρντ Μόργκαν Φόρστερ καὶ ἄλλων. Ἄλλα βιβλία της εἶναι τὰ
αὐτοβιογραφικὰ Τὸ ταξίδι τοῦ Ματαρόα (1945), Στὸν καθρέφτη τῆς μνήμης καὶ Ἐπὶ τὰ ἴχνη τοῦ Νίκου Ἐγγονόπουλου.
|
|
|
|
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου