Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

Ηλιουπολίτης ομογενής, ΠΟΝΤΙΚΙ,05/02/2026, Γιάννης Σχίζ


 


«Ομογενής» είναι κάποιος που ζει σε έναν άλλον χώρο από εκεί όπου γεννήθηκε ή μεγάλωσε, αλλά διατηρεί κάποια σχέση με την τοποθεσία γέννησης – με την ιδιαίτερη πατρίδα του, ούτως ειπείν… Εγώ περιόρισα αυτή τη γεωγραφική απόσταση και τη χρησιμοποίησα για την περίπτωση της Ηλιούπολης και της Κυψέλης, όπου ζω σήμερα. Έκανα λάθος;

Η ιστορία είναι αναμνήσεις, οι αναμνήσεις μπαίνουν σε ένα μίξερ, το μίξερ καταλήγει σε χρώματα – που κάνουν τα μεγάλα γράμματα της ιστορίας. Διάλεξα αυτήν την ανάμνηση για να τιμήσω τη μνήμη του αδελφού μου Μιχάλη και ταυτόχρονα να υπογραμμίσω την έκλειψη κάθε ζωντανού από την οικογένειά μου. Είμαι ο τελευταίος των Μοϊκανών, να πάρει η ευχή!

Στην παιδική ηλικία ο χρόνος είναι πολύ πυκνός, οι αναμνήσεις πιο περιεκτικές, οι αναφορές στο παρελθόν πιο δυνατές. Στη συνέχεια έρχεται η μέση ηλικία, με τις αναμνήσεις που «ξαλαφρώνουν», που πνίγονται μέσα σε πολλά και διάφορα συμβάντα, και τέλος η μεγάλη ηλικία, όπου η μνήμη φωτίζεται επιλεκτικά και κάποια γεγονότα ξαναγίνονται έντονα. Αυτό πιθανόν να οδηγεί στην υπερμνησία – στην αύξηση ή επέκταση της μνημονικής ικανότητας, σε ορισμένες περιστάσεις…

Βάλτερ Βελτρόνι

Ξεκινάω από μια ευφυή κουβέντα που εκστόμισε ο Βάλτερ Βελτρόνι, παλιός δήμαρχος της Ρώμης. Είπε ότι «πρέπει να ξανασκεφτούμε την πόλη όπως φαίνεται μέσα από τα μάτια των παιδιών, από το ύψος του ενός μέτρου»… Εγώ θα διαλέξω μια εποχή στην οποία είχα περίπου το ύψος του ενός μέτρου – λίγο πιο κάτω, λίγο παραπάνω.

Η εποχή αυτή ήταν η δεκαετία του 1950. Ήταν μια δεκαετία χωρίς εμφανή ίχνη πολυτέλειας και σπατάλης, όπου «πολλά από αυτά που σήμερα κατέχει αυτονόητα ένας εργάτης της οδοποιίας ή μια κομμώτρια δεν τα είχε στη διάθεσή του κανένας πρίγκιπας του παρελθόντος», καθώς λέει ο Hans Magnus Enzensberger («Πολιτική και πολιτισμός»).

Τον καιρό εκείνο ζούσαν ακόμη επαγγέλματα που μετέπειτα ξεχάστηκαν, ζούσε αυτός που ακόνιζε τα μαχαίρια, ο παπλωματάς, o γανωτής, ο πωλητής λαχανικών με τη «σούστα» – δηλαδή ο μανάβης. Ζούσε ο στραγαλατζής και η κυρία Λούλα με τη μαστίχα, που την έκοβε με ένα μαχαίρι, ανάλογα με τις δραχμές που της έδινες.

Εμείς, που δεν σκεπτόμαστε τη «διερχόμενη» (όπως αποδείχθηκε) τεχνολογία, είχαμε φτιάξει ένα σκάμμα στο διπλανό «συνοριακό» οικόπεδο, όπου (αντ)αγωνιζόμασταν σε διάφορα αγωνίσματα. Και επειδή ο χώρος ήταν στενάχωρος, αγωνιζόμασταν κυρίως στο άλμα εις ύψος: Πηδάγαμε 1 μέτρο, 1.10, ονειρευόμασταν το 1.50, ο παλμός μας λεγόταν «ψαλίδι», κι ήταν πολύ πρωτόγονος.

Και μια που μιλήσαμε για χώρο: Είχαμε με τ’ αδέλφια μου ένα ποδήλατο, που το χρησιμοποιούσα εντός του σπιτιού, σε έναν κατήφορο λίγων μέτρων, κάποτε χάλασαν τα φρένα του και πήγα κατευθείαν πάνω στην ξύλινη πόρτα! Αυτό το τρακάρισμα το θυμάμαι ακόμη από τον περιστασιακό φόβο που ένιωσα – δεν μου φεύγει απ’ το μυαλό…

Οι γαλοπούλες τότε ήταν ελληνικές, τις οδηγούσαν με κάτι μεγάλα καλάμια, τις αγοράζαμε και τις φυλάγαμε για τα Χριστούγεννα, αφού τις ταΐζαμε δεόντως. Κοντά μας βρισκόταν το κτήμα του Αναστασιάδη, που είχε μια λιμνούλα με χρυσόψαρα, που είχε νούφαρα και όλων των ειδών τα φρούτα. Ήταν ένας μαγικός, παραδείσιος κήπος που κατελάμβανε ένα ολόκληρο τετράγωνο.

Εκεί κοντά γίνονταν οι κινηματογραφικές προβολές της κοινότητας. Όταν κάποιος έφερνε το μαντάτο – ποτέ δεν έμαθα ποιος –, τις υποδεχόμασταν με ενθουσιασμό, με χειροκροτήματα και τότε τρέχοντας πηγαίναμε σε έναν μεγάλο άσπρο τοίχο και περιμέναμε, καθισμένοι συνήθως σε σκαμνιά και ό,τι άλλο πρόχειρο. Η ταινία είχε κυρίως γεωγραφικό ενδιαφέρον, ήταν επίκαιρα, και παιζόταν κοντά σε μια παλιά ταβέρνα – από αυτήν θυμάμαι μόνο τα κρασοβάρελά της και τον Λευτέρη.

Εμένα αυτές οι προβολές τροφοδοτούσαν το ενδιαφέρον μου για άλλους χώρους, με είχαν οδηγήσει να λατρέψω ένα άλμπουμ με ασπρόμαυρες φωτογραφίες από τη βορειοαμερικανική ύπαιθρο, με τους απέραντους σιτοβολώνες και τους μεγαλειώδεις συννεφιασμένους ουρανούς.

Το 1955 θυμάμαι τα γεγονότα στην Κύπρο, ακούγαμε προσεκτικά κάθε βράδυ. Πάνω στο σκουπιδιάρικο της κοινότητας ανέβαινε ο κόσμος για να πάει στις διαδηλώσεις της Αθήνας – εγώ πάντως δεν πήγα, ήμουνα ακόμη μικρός.

Στη μνήμη μου έρχεται μια στάση λεωφορείου, ούτε 100 μέτρα μακριά απ’ το σπίτι μας, με ένα ουρητήριο από δίπλα – βρωμερό και τρισάθλιο. Το λεωφορείο πέρναγε εκεί, μπροστά από μια πλατεία, που ήταν μάλλον ασυνάρτητη, με τα όριά της απροσδιόριστα – το μόνο που βλέπαμε σ’ αυτήν ήταν το τεράστιο μέγεθός της.

Σε μεταγενέστερο χρόνο, ένα όχημα εκσκαφέα έμεινε από φρένα και όρμησε παίρνοντας φαλάγγι ένα μαγαζί κοντά στην πλατεία: Ευτυχώς οι θαμώνες του χώρου είχαν απομακρυνθεί. Το ίδιο όμως δεν συνέβη σε ένα παλιότερο ατύχημα – το όχημα λοξοδρόμησε πριν από τη μεγάλη ευθεία που έκοβε την πλατεία στα δύο και έστειλε στο νοσοκομείο κάποιους επιβάτες…

Όσες φορές γύριζα με το λεωφορείο στο σπίτι είχα εκπλαγεί από ένα φαινόμενο: Καθώς το λεωφορείο έστριβε από τη συνοικία της Χαραυγής στην Ηλιούπολη, το κλίμα άλλαζε εμφανώς – αν ήταν ζεστό, γινόταν πιο κρύο και, αν ήταν κρύο, γινόταν πιο ζεστό! Τότε δεν είχα ιδέα για τα χαρακτηριστικά του μικρο-κλίματος….

«Πσαβάκια»

Τον ξέραμε, τον λυπόμασταν, αλλά ενδόμυχα είχαμε ανάγκη να παίζουμε με κάποιον: Ο άνθρωπος με τα στραβά χέρια και πόδια, που έπαθε πολιομυελίτιδα σε μικρή ηλικία και υπέφερε γι’ αυτό, τελικά κατάφερε να βγάλει άδεια για ένα τρίκυκλο.

Κάποιες φορές περνούσε έξω από το σπίτι μας και η φωνή του – που ήταν επίσης «πειραγμένη» – ηχούσε στ’ αυτιά μας: «Πσαβάκια», Πσαβάκια» φώναζε, γιατί πούλαγε ψάρια. Είχε έναν μικρό αδελφό, που ήταν πολύ αδύνατος και χλωμός, τον λέγανε Τσέκο. Ο Τσέκος πέθανε κάποτε και είχαμε πάει όλα τα παιδιά στην κηδεία του – ήταν δεν ήταν 10 ετών.

Τις Κυριακές πηγαίναμε στη Λεωφόρο Βουλιαγμένης, περιμένοντας για μπάνιο, ο συνωστισμός στο λεωφορείο ήταν τρομερός, θεός φυλάξοι, ο προορισμός μας ήταν η Γλυφάδα. Στον δρόμο αυτόν (στη Βουλιαγμένης) περνάγαμε από έναν χώρο απόθεσης παλιών «στουκαρισμένων» αεροπλάνων, όπου τα συντρίμμια τους είχαν τις πιο απίθανες στάσεις.

Οι χαρταετοί ήταν το μεγάλο σουξέ – τους φτιάχναμε με το χέρι, τους κολλάγαμε με μια κόλλα που έβγαινε από έναν συνδυασμό αλευριού και νερού. Ο αδελφός μου ο Μιχάλης, που τον λέγαμε Λάκη, ήταν πρώτος κατασκευαστής, ήταν τρομερά επιδέξιος. «Πετάγαμε» αετούς για πολύ καιρό, μετά την Καθαρά Δευτέρα.

Την άνοιξη, τη Μεγάλη Εβδομάδα, είχαμε τη συνάντηση των επιταφίων, που γίνονταν έξω από τη σπιταρόνα του Πρωτοπαππά, με την όμορφη γυναίκα του να συμμετέχει ολόψυχα. Ύστερα από δυο ημέρες είχαμε το Πάσχα με τα μπουρλότα, με το θειάφι τοποθετημένο κάτω από μαρμάρινες πλάκες, που προκαλούσαν την έκρηξή του – γινόταν χαμός. Τα καλοκαιρινά βράδια μαζευόμασταν στις σκάλες κάποιου σπιτιού και συζητάγαμε για πολλά και διάφορα: Μέχρις ότου ερχόταν ο ύπνος – ίσα που προλαβαίναμε να τρέξουμε και να βυθιστούμε στα σκεπάσματά μας.

Δεν τα πηγαίναμε άσχημα με τα αυτοσχέδια γήπεδα που αναπτύσσονταν εδώ κι εκεί. Το μόνο πρόβλημα ήταν τα παπούτσια, που σολιάζονταν έναντι αδράς αμοιβής του τσαγκάρη. Πολύ πριν ο Hans Magnus Enzensberger γράψει «Μια νεκρολογία για τη μόδα», όπου αναφερόταν στον προσωρινό της χαρακτήρα, εμείς αλλάζαμε παπούτσια πολύ συχνά, οπότε ακούγαμε την γκρίνια της μητέρας. Κατά τα άλλα – από τα πόδια και άνω! – νεμόμασταν τη φορεσιά της Κυριακής, αυτήν που φοράγαμε σε κάθε επίσημη περίσταση και γιορτή.

Μεσόγεια

Ήμουνα 10 χρόνων όταν ξεκινήσαμε με τη μητέρα μου να πάμε στα Μεσόγεια, στην Κερατέα. Το ταξίδι ήταν μεγάλο, ο ελαιώνας που συναντήσαμε από την Αγία Παρασκευή μέχρι τα χωριά των Μεσογείων – το Λιόπεσι, το Κορωπί, το Μαρκόπουλο – ήταν απέραντος.

Κατά τα άλλα τα σπίτια μας απείχαν πέντε λεπτά από την Ομόνοια – καταπώς έλεγαν οι ρεκλάμες της εποχής για τα οικόπεδα – αλλά στην πραγματικότητα απείχαν πολύ περισσότερο. Θυμάμαι μεταγενέστερα που το «πέντε λεπτά από την Ομόνοια» ως σύνθημα άρχισε να ψευτίζει, να γίνεται ανέκδοτο, που στο τέλος το πήρε το ποτάμι και ξεχάστηκε.

Στην ψυχή μου είχα συγκρατήσει πολλά τραγούδια, πολλές μουσικές, μα εκεί, στη δεκαετία του 1950, ένα που έδινε τον τόνο, που παιζόταν σε εθνικές επετείους και σε άλλα, παρεμφερή γεγονότα. Η μουσική αυτή ήταν κυρίαρχη στ’ αυτιά μου για πολλά χρόνια, μέχρι που πήρα απόφαση να την αναζητήσω σε μεγάλη ηλικία.

Και έπειτα από αναζήτηση όχι μικρή βρήκα ότι είναι από τους «Ελληνικούς χορούς» του Σκαλκώτα, ότι είχε διάρκεια μόλις 1΄ και 35’’, ότι ήταν ο «Ηπειρώτικος» χορός. Κάθε φορά που σκεφτόμουν να την ακούσω, προετοιμαζόμουν γι’ αυτήν τη μουσική, γι’ αυτήν την εμβάπτιση σε ένα λουτρό απροσδιόριστης ομορφιάς.

Διάβασα ένα βιβλίο, το «Χωρίς όρια», εκεί είδα μια άποψη του Παύλου Λέφα, πως ζούσαμε σε ένα προάστιο, από αυτά που ήταν θνησιγενή: «Υπάρχουν ακόμη προάστια;» αναρωτιόταν ο συγγραφέας. Το προάστιο είναι μια δομή μεταβατική και πρόσκαιρη – λέει. Ο Γιάννης Τσαρούχης έφτασε να πει ότι η ασχήμια της Αττικής αποτελεί λαϊκό αίτημα – όμως αυτό το αίτημα δεν το κατάλαβα στα μικράτα μου. Ζούσαμε στην εξοχή, αλλά ποτέ δεν καταλάβαμε ότι τα σπίτια μας ήταν εξοχικά, προορισμένα να γίνουν κύριες κατοικίες – σε ένα άλλο στάτους πληθυσμού.

Όμως περάσαμε από αυτό το στάτους. Αλλάξαμε. Ξεβλαχέψαμε, που λέει ο Πέτρος Κωστόπουλος. Ή γίναμε ένας νέος ελληνικός πολιτισμός, που λέει κι ο Θανάσης Μουτσόπουλος: «Με όριο την όμορφη γυναίκα, τα δυο παιδιά, το καθαρόαιμο λυκόσκυλο, τα τρία αυτοκίνητα, τη μεζονέτα με κήπο, με τζάκι, home cinema, μετοχές, εγγραφή στο Πολιτεία Τένις Κλαμπ, τρεις πιστωτικές κάρτες, διακοπές στην Αράχωβα και σκι, το καλοκαίρι στη Μύκονο αλλά και σπίτι στις Σπέτσες για ησυχία κ.λπ.».

Τελικά πήραμε ύψος παραπάνω από ένα μέτρο – θα ’λεγε ο Βάλτερ Βελτρόνι…

* Ο Γιάννης Σχίζας είναι συγγραφέας

Διαβάστε επίσης:

Ο χώρος της οικολογικής ευαισθησίας

Το καταναλώνειν επικινδύνως – Η πολιτική της διατροφής από την κατανάλωση εντόμων και το συνθετικό κρέας έως τα μεταλλαγμένα

Υπεροψίαν και μέθην είχαν οι Αμερικανοί


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου