Ήμουν
κι εγώ εκεί, λέει τώρα εκείνος, ήταν ένας από τους ομιλητές. Την
εκδήλωση η Μαρίνα τη θυμόταν, θυμόταν την αίθουσα με το υπερυψωμένο
προεδρείο και την ηθοποιό που διάβασε αποσπάσματα και μια γυναίκα
μπροστά της που έβηχε νευρικά, όμως τον άντρα δεν τον θυμόταν. Είχε
φύγει στη μέση και ίσως εκείνος να είχε μιλήσει μετά, γι’ αυτό δεν τον
είδε. Στο μυαλό της έρχεται ένα ποίημα της Σιμπόρσκα: Νομίζουν
πως αφού δεν γνωρίζονταν από πριν / ποτέ τίποτα μεταξύ τους δεν είχε
συμβεί. Τι λεν όμως γι’ αυτό οι δρόμοι, οι σκάλες, οι διάδρομοι / όπου
από καιρό μπορεί να προσπερνούσαν ο ένας τον άλλον;
Η γυναίκα πιστεύει πολύ σε αυτό, στις χρονικότητες του τυχαίου, γι’
αυτό και, σκέφτεται τώρα, γνωρίζει απόψε αυτόν τον άντρα και όχι πριν
τέσσερα χρόνια. Όλα αυτά δεν τα λέει τώρα στον άντρα, όμως αρκετούς
μήνες μετά θα του διαβάσει το ποίημα της Σιμπόρσκα στην κουζίνα του
σπιτιού της, ενώ τακτοποιώντας μια μέρα το αρχείο της θα βρει το δελτίο
τύπου της εκδήλωσης που έχει στο περιθώριο γραμμένες με στυλό άσχετες με
το θέμα της συζήτησης σημειώσεις και θα δει εκεί τυπωμένα το
ονοματεπώνυμο και την επαγγελματική ιδιότητα του άντρα. Θα το
φωτογραφίσει και θα το στείλει με μήνυμα στο κινητό του ως αποδεικτικό
αυτής της χρονικότητας.
|
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου