
Ἀλέξανδρος Βαναργιώτης
Μάξι
ΓΑΛΕ
ΜΕ ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ» μοῦ εἶπε, «γιὰ νὰ θυμᾶσαι». Ὁ Μάξι —ἀπὸ τὸ
Μαξιμίλιαν— καθηγητὴς φυσικῆς ἀγωγῆς στὸ σχολεῖο, κάλυπτε
προσωρινὰ ἕνα κενὸ μερικῶν ὡρῶν ποὺ προέκυψε, λόγῳ ἀσθένειας
μιᾶς συναδέλφου. Εἶχε βγεῖ στὴ σύνταξη πρὶν μερικὰ χρόνια, τὰ
παιδιά του ἦταν μεγάλα καὶ ἐργάζονταν στὸ ἐξωτερικό. Πολὺ
ζεστὸς ἄνθρωπος. Ἤξερε σπαστὰ τὰ Ἑλληνικὰ καὶ ἤπιαμε καφὲ μιὰ
δυὸ φορὲς στὸ καφενεῖο κοντὰ στὸ σχολεῖο, λέγοντας ὁ καθένας τὰ
δικά του. Κάπνιζε πάρα πολύ, γιαυτό στὸ καφενεῖο καὶ τὸν
χειμῶνα καθόταν ἔξω. Πόζαρε χαμογελῶντας καὶ κρατῶντας μὲ τὸ
δεξί του χέρι τὸ πακέτο τῶν τσιγάρων, ἔτσι ὥστε νὰ φαίνεται
καθαρὰ τὸ χρῶμα. «Δύο κουτιά, σὲ παρακαλῶ» πρόσθεσε.
Ἑτοιμαζόμασταν νὰ φύγουμε γιὰ τὶς γιορτὲς τῶν
Χριστουγέννων. Κάθε φορὰ ρωτούσαμε τοὺς συναδέλφους τῆς
Ἀλβανίας ἂν στὴν ἐπιστροφὴ ἤθελαν νὰ τοὺς φέρουμε κάτι ποὺ
χρειάζονταν. Ὁρισμένοι ζητοῦσαν φάρμακα, κάποιες κοπέλες
καλλυντικά. Δὲν ἦταν εὔκολο γιὰ τοὺς περισσότερους νὰ πᾶνε
στὴν Ἑλλάδα. Δὲν εἶχαν μέσο. Τὰ ντεπὸν καὶ οἱ ἀσπιρίνες ἦταν
περιζήτητα. Ὁ Μάξι ἤθελε τσιγάρα. Δύο κοῦτες ἀπὸ τὰ Ντούτι
φρί. Δὲν ὑπῆρχε μεγάλη ποικιλία, ἀλλὰ τὰ τσιγάρα εἶχαν
πράγματι πολὺ οἰκονομικὴ τιμὴ στὰ σύνορα. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ
δὲν ἐπιτρεπόταν ἡ ἀγορὰ πολλῶν συσκευασιῶν, ὥστε νὰ
ἀποφεύγεται ἡ παράνομη πώληση.
Τὴν ἡμέρα τῶν Φώτων φορτώσαμε τὸ αὐτοκίνητο καὶ πήραμε
τὸν δρόμο γιὰ πίσω. Περνῶντας τὰ σύνορα τῆς Ἑλλάδας μπήκαμε
στὸ κατάστημα γιὰ τὰ τσιγάρα. Ἔβγαλα τὸ κινητὸ καὶ κοίταξα τὴ
φωτογραφία μὲ τὸν Μάξι καὶ τὰ τσιγάρα. «Κοίτα τί ὡραία
φωτογραφία βγῆκε» εἶπα στὴ Ἐλπίδα. «Θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι
φωτογραφία διαφήμισης».
Τὴν ἄλλη μέρα ἀναζήτησα τὸν Μάξι στὸ σχολεῖο. Δὲν τὸν
βρῆκα. «Θὰ εἶναι οἱ μέρες ποὺ δὲν ἔχει μάθημα», σκέφτηκα. Ἐπειδὴ
δὲν τὸν βρῆκα καὶ τὴν ἑπόμενη, ρώτησα τὸν Θωμᾶ μὲ τὸν ὁποῖο
ἔκαναν παρέα. «Δὲν τὰ μάθατε ἐσεῖς;» ἀπόρησε. «Ὁ Μάξι ἔπαθε
ἐγκεφαλικὸ μέσα στὶς γιορτές. Ἦρθε καὶ τὸν πῆρε ὁ γιός του στὴ
Σουηδία ὅπου τὰ νοσοκομεῖα εἶναι καλύτερα. Εἶναι σὲ κρίσιμη
κατάσταση, μᾶς εἶπαν».
Γιὰ μεγάλο διάστημα ὁ Μάξι πάλευε γιὰ τὴ ζωή του. Τελικὰ
τὰ κατάφερε. Δὲν μπόρεσε ὅμως νὰ ξαναμιλήσει. Εἶχε ὡστόσο
ἐπαφὴ μὲ τὸ περιβάλλον. Κινοῦνταν σὲ ἀναπηρικὸ ἀμαξίδιο, τὸ
ὁποῖο ἔσπρωχνε κάποιος δικός του.
Μᾶς ἔμειναν δύο κοῦτες μὲ τσιγάρα τοῦ μανιώδους καπνιστῆ
Μάξι καὶ μιὰ ὡραία φωτογραφία. Τὰ τσιγάρα τελικὰ τὰ πῆρε καὶ τὰ
πούλησε λαθραῖα μιὰ συνάδελφος ποὺ εἶχε μαγαζὶ μὲ ψιλικά.
Ὅταν νοσταλγῶ τὴ ζωὴ στὸ Κολλέγιο «Πνοὴ Ἀγάπης» στοὺς Ἁγίους
Σαράντα καὶ κοιτάζω τὶς φωτογραφίες μὲ τὰ παιδιὰ καὶ τοὺς
συναδέλφους, βλέπω καὶ τὸν Μάξι. Τὸν ἀκούω μὲ ἐκεῖνο τὸ ζεστὸ καὶ
λεβέντικο ὕφος νὰ μοῦ λέει: «Δυὸ κουτιὰ σὲ παρακαλῶ».

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.
Ἀλέξανδρος Βαναργιώτης (Τρίκαλα
Θεσσαλονίκη, 1966). Σπούδασε στὸ Κλασικὸ Τμῆμα τῆς
Φιλοσοφικῆς Σχολῆς Ἰωαννίνων. Ἐργάζεται ὡς καθηγητὴς
Φιλόλογος στὴ δημόσια Μέση Ἐκπαίδευση. Δημοσίευσε τὶς
συλλογὲς διηγημάτων Διηγήματα γιὰ τὸ τέλος τῆς μέρας (Ἐκδόσεις Λογεῖον, Τρίκαλα, 2009), Ἡ θεωρία τῶν χαρταετών (ἐκδ. Παράξενες Μέρες, Ἀθήνα, 2014) καὶ Κατὰ μῆκος τῆς Ἐθνικῆς Ὀδοῦ (Εὔμαρος 2019).
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου