Ζήσης Σαρίκας (Ἀφιέρωμα 12/22) Ἡ κατηφόρα
Τὴν ἔβλεπα στενοχωρημένος νὰ ξετυλίγει καὶ νὰ ξανατυλίγει ἐκεῖνο τὸ κουβάρι καὶ παρακαλοῦσα νὰ περάσει ἡ βραδιά. Ἤξερα κιόλας πόσες ἀναβολὲς θὰ γνώριζε ἡ ἑπόμενη συνάντησή μας. Τὸ παραλήρημά της βρισκόταν σ' ἄλλο δρόμο ἀπὸ τὴν δική μου ἀνημποριά. Καθὼς κατηφορίζαμε ἐπί τέλους γιὰ τὴν πόλη, στὸ ἀποπνικτικὸ σοκάκι πλάϊ στὰ νεκροταφεῖα, ξέσπασε: μ' ἔπιασε ἀπ' τὸ μανίκι μὲ δύναμη γιὰ νὰ σταθῶ καὶ βάλθηκε νὰ τραγουδάει μὲ σπαρακτική, παράφωνη φωνὴ ρεμπέτικα καὶ λαϊκὰ τραγούδια. Ἀσταμάτητα. Τράβηξα πίσω τὸ χέρι μου καὶ πήδησα στὸ σκοτάδι.
Πηγή: Ζήσης Σαρίκας, Ψίχουλα, Μικρὰ πεζά, Πανοπτικόν, Γ΄ ἔκδοση, 2019 (Α΄ ἔκδοση, Νησῖδες, 1998).Γιὰ τὸ ἀφιέρωμα δεῖτε τὴν Εἰσαγωγή: Γιάννης Πατίλης: «Ζήσης Σαρίκας. Ἕνας ὀξὺς ἐλευθεριακὸς παρατηρητὴς τῆς νεοελληνικῆς πραγματικότητας»Ζήσης Σαρίκας (Θεσσαλονίκη, 1953). Σπούδασε Nεοελληνικὴ Φιλολογία καὶ Φιλοσοφία στὴ Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Εἶναι συγγραφέας, μεταφραστὴς καὶ ἐπιμελητὴς ἐκδόσεων. Ἔγραψε τὰ βιβλία: Μῦθοι τῆς τεχνολογίας (Ἐκδοτικὴ Θεσσαλονίκης, 1987), Ψίχουλα: μικρὰ πεζά (Νησῖδες, 1998· Πανοπτικόν, 2008), Τὸ ὅραμα τοῦ ὑπεράνθρωπου: μιὰ ἑρμηνεία τοῦ ἔργου τοῦ Φρίντριχ Νίτσε «Ἔτσι μίλησε ὁ Ζαρατούστρα» (Νησῖδες, 2003· Βάνιας, 2008· Πανοπτικόν, 2014), Μακριὰ ἀπ' τὸν κόσμο (Πανοπτικόν, 2008), Ἀνθρώπινες σκιές (Πανοπτικόν, 2012), Κυριακὴ ρεπό (Ἑστία, 2014). Ἔχει μεταφράσει στὰ ἑλληνικὰ τὸ σύνολο τοῦ φιλοσοφικοῦ ἔργου τοῦ Φρίντριχ Νίτσε, ἔργο ποὺ διήρκεσε εἴκοσι χρόνια, καθὼς καὶ ἔργα τῶν Ντιντερό, Μπακούνιν, Στίρνερ, Φρόϊντ, Φουκό, Μποντριγιάρ, Καστοριάδη, Κοϊρὲ καὶ τῶν στοχαστῶν τῆς Σχολῆς της Φρανκφούρτης. Ὑπῆρξε διευθυντὴς τῆς σειρᾶς ἀρχαίων Ἑλλήνων συγγραφέων στὶς ἐκδόσεις Ἐξάντας, καθὼς καὶ τοῦ βραχύβιου ἐκδοτικοῦ οἴκου τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Τὸν Νοέμβριο τοῦ 2016 τιμήθηκε ἀπὸ τὴν Ἑταιρεία Συγγραφέων μὲ τὸ βραβεῖο "Διδῶ Σωτηρίου" γιὰ τὸ σύνολο τοῦ ἔργου του.Σημαντικὴ ἐνημερωση γιὰ τὴν πορεία τοῦ ἱστολογίου: Δεῖτε ἐδῶ: Γιάννης Πατίλης: Πλανόδιον – Ἱστορίες Μπονζάι. Στροφή . |

ΙΧΑΝ
ΠΑΘΕΙ τὰ νεῦρα της καὶ τὴν ἀπέφευγα. Στὸ τέλος, ὕστερα ἀπὸ πολλὰ
παρακάλια, κανονίσαμε νὰ βγοῦμε. Πήγαμε σὲ μιὰ ταβέρνα στὰ
Κάστρα· εἶχε μαζί της καὶ τὸ αἴσθημα, ἕνα ἀφρᾶτο μαλθακὸ παιδὶ
μὲ μουστακάκι ποὺ δούλευε σὲ κάποια τράπεζα. Αὐτὴ
προστατευτικὴ κι ἀνήσυχη, μὲ τὸ μυαλό της, ὅπως πάντα, ξυράφι.
«Γνωριστήκαμε στὸ ψυχιατρεῖο», μοῦ εἶπε στὰ γρήγορα. Γύρισα
τὴν κουβέντα ἀλλοῦ, ἀλλὰ χωρὶς ἐπιτυχία. Ἔπιασε νὰ ξετυλίγει
τὸ κουβάρι της: προσπαθοῦσε νὰ μοῦ ἐξηγήσει τί ἦταν ἡ κρίση ποὺ
τὴν ἔπιασε, ποιός τὴν πῆγε στὸν νοσοκομεῖο, πῶς τὴν
ἀντιμετώπισαν ἐκεῖ, πῶς γνώρισε τὸν Γιάννη, τί ἔκανε μὲ τὴ
δουλειὰ καὶ τοὺς γονεῖς της. Ἡ μελαγχολία καὶ ἡ ὑπερευαισθησία
σὲ παλαβὴ ἐναλλαγὴ μὲ τὴν παραίσθηση καὶ τὴν ἀπόγνωση. Ἐγώ,
δίχως νὰ τὸ πάρω χαμπάρι, βάλθηκα νὰ τὴν ἐγκαρδιώνω καὶ νὰ τὴ
συμβουλεύω. Δὲν τὰ σήκωνε ὅμως αὐτά. Μοῦ ἀπαντοῦσε πάραυτα,
εἰρωνικὰ ἢ ἐπιθετικά. Σὲ λίγο μὲ εἶχε κλείσει ὁριστικὰ στὴν
ἄμυνα. Μποροῦσε πλέον νὰ μοῦ τὰ ψάλει ἐλεύθερα. Εἶχε ἔρθει ἡ
ὥρα τῆς ἀπόδοσης εὐθυνῶν. Δὲν τῆς ἄρεσε καθόλου ὁ οἶκτος καὶ ἡ
ὑποκρισία μου. Εἶχα τὶς ἀπαντήσεις ἕτοιμες πρὶν ἐκείνη πεῖ ὅ,τι
εἶχε νὰ μοῦ πεῖ. Αὐτὰ τὰ κάνουν οἱ γιατροί. Ἔτσι εἶναι οἱ φίλοι;
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου