
Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ
Τὰ πουλιὰ κλαῖνε
ΡΙΣΚΟΜΟΥΝ
σὲ ἀπόγνωση, γιατὶ παρὰ τὶς προσπάθειές μου δὲν κατάφερνα νὰ
βρῶ δουλειά. Κόντευε ἕνας ὁλόκληρος χρόνος ἀπὸ τὴν ἡμέρα ποὺ εἶχα
γυρίσει ἀπὸ τὶς σπουδές μου καὶ βρισκόμουν σὲ μαύρη ἀπελπισία.
Ὅπου καὶ νὰ πήγαινα, μὲ ἔβρισκαν εἴτε ἀκατάλληλο εἴτε
ἀνειδίκευτο. Τὸ ὄνομά μου, βέβαια, συμπεριλαμβανόταν στὶς
λίστες γιὰ διορισμὸ στὸ δημόσιο ἀλλά, σύμφωνα μὲ τοὺς
ὑπολογισμούς μου, μέχρι νὰ διοριστῶ θὰ περνοῦσαν σαράντα δύο
χρόνια. Ζῆσε Μάη μου νὰ φᾶς τριφύλλι, δηλαδή. Τὴν ἔβγαζα στὸ
κατάστημα ἑνὸς ξαδέλφου μου βοηθῶντας τὸν λίγο καὶ
παρατηρῶντας τὴν κίνηση στὴ λεωφόρο. Ἔτσι περνοῦσαν οἱ μέρες
μου.
Μίαν ὡραίαν πρωΐαν, καθὼς ἤμουνα στὴν εἴσοδο τοῦ
καταστήματος, σταμάτησε μπροστά μου, στὸ φαρδὺ πεζοδρόμιο,
ἕνα ἐμπορικὸ βὰν ἀπὸ τὸ ὁποῖο κατέβηκε κάποιος καὶ μπῆκε μέσα
στὸ κατάστημα. Παρατηροῦσα τὸ παράξενο σῆμα ποὺ ἦταν στὸ πλάϊ
καὶ προσπαθοῦσα νὰ κατανοήσω τί εἴδους ἐπιχείρηση ἦταν τὸ
«Πρότυπον Πτηνοσφαγεῖον». Ἐνῶ ἔκανα διάφορες ὑποθέσεις, ὁ
ὁδηγὸς εἶχε γυρίσει καὶ ἄκουσα τὸν ἐξάδελφό μου νὰ στέλνει
χαιρετισμοὺς στὸν κύριο Φώτη. Ὑπολόγισα ὅτι ὁ κύριος Φώτης
ἦταν ὁ κύριος «Φ», τῆς ἑταιρείας «Φ. Δ. Φωτίου καὶ Υἱός», ποὺ
ἔβλεπα στὸ αὐτοκίνητο. Τὸν ρώτησα γιὰ ἐπιβεβαίωση καὶ ἡ
ἀπάντηση ἦρθε καταπέλτης: «ξάδελφε, ἔχασες τὴ μνήμη σου; Δὲν
θυμᾶσαι τον Φώταρο; Τώρα εἶναι μεγάλος καὶ τρανός. Νὰ στὸ
ξαναπῶ; Μεγάλος καὶ τρανός» καὶ τόνισε μιὰ-μιὰ τὶς λέξεις.
Φυσικὰ δὲν χρειάστηκε ἄλλη ἐπεξήγηση. Ἕνας Φώταρος ὑπῆρχε
στὸν κόσμο.
Εἶχα ἤδη ἐπιστρέψει πολλὰ χρόνια πίσω στὸ παρελθόν. Ὁ
Φώταρος ἦταν τέσσερα μὲ πέντε χρόνια μεγαλύτερός μας. Δύο
χρόνια σὲ κάθε τάξη. Στὸ σχολεῖο ἐρχόταν γιὰ νὰ γλιτώνει ἀπὸ τὶς
σκληρὲς ἀγροτικὲς δουλειές, μὲ τὶς ὁποῖες καταγινόταν ἡ
οἰκογένειά του. Ἦταν ἥσυχος χωρὶς κανένα ἐνδιαφέρον γιὰ τὰ
μαθήματα, κάποτε ἐξαφανιζόταν γιὰ καμιὰ ἑβδομάδα καὶ τὸ
μόνο ποὺ ἔμαθε ἦταν νὰ γράφει τὸ ὄνομά του κι αὐτὸ ἀνορθόγραφα.
Οἱ δάσκαλοι δὲν τοῦ θύμωναν καὶ τὸν ἄφηναν νὰ περνᾶ τὸν καιρό του
εὐχάριστα στὸ σχολεῖο. Ἡ παραφθορὰ στὸ ὄνομά του ὀφειλόταν,
ἀσφαλῶς, στὸν ὄγκο του. Ἦταν τεράστιος, ἀλλὰ κανένας δὲν
κινδύνευε ἀπὸ αὐτόν. Ἦταν ἄκακος.
Κάποτε μᾶς εἶχε ἀνάγκη. Ὅταν ἑτοίμαζε τὰ ξόβεργά του, μᾶς
φώναζε γιὰ βοήθεια. Καὶ ἦταν μιὰ ἱεροτελεστία ποὺ ἐνδιέφερε
καὶ μᾶς. Ὁ Φώταρος γύριζε στὸ χωριό, στὰ μέρη ὅπου ὑπῆρχαν ἰξιές,
μάζευε τοὺς καρπούς, κάτι κίτρινες μπίλιες, τὶς ἔπλενε καὶ τὶς
ξανάπλενε καὶ τὶς ἄφηνε νὰ στεγνώσουν. Στὴ συνέχεια ἔβγαζε τὰ
σέπαλα μὲ ἐπιδέξιες κινήσεις τῶν χεριῶν, τὶς ἔβαζε μιὰ μιὰ στὸ
στόμα του καί, ἀφοῦ ἔσπαγε μὲ τὰ δόντια τὸ μαλακό τους
περίβλημα, τὶς ἔφτυνε σὲ μιὰ σκάφη, κουνῶντας μὲ ρυθμὸ
δεξὰ-ζερβὰ τὸ κεφάλι ἀγκομαχῶντας, μέχρι ποὺ ἔσπαγε καὶ τὴν
τελευταία μπίλια.
Ἄρχιζε τότε τὸ ζύμωμα. Ἔβαζε νερὸ στὴ σκάφη καὶ
χρησιμοποιοῦσε τὰ χέρια του σὰν μεγάλες κουτάλες καὶ χτυποῦσε
τοὺς σπασμένους καρπούς, ὅπως χτυποῦν τὰ αὐγὰ γιὰ τὴν
αὐγολέμονη σοῦπα. Ἦταν τὸ πιὸ δύσκολο σημεῖο ποὺ ἤθελε
ὑπομονή. Ἀνακάτευε ὥρα πολλή, μέχρι νὰ βγεῖ ὅλη ἡ κολλώδης
οὐσία καὶ νὰ μείνουν τὰ κουκούτσια καὶ οἱ φλοῦδες ποὺ τὶς πέταγε
προσεχτικὰ ἔξω ἀπὸ τὴ σκάφη. Ἦταν μεγάλος τεχνίτης. Γνώριζε
τὶς σωστὲς ἀναλογίες τῶν ὑλικῶν, ποὺ ἔδιναν τὸ καλύτερο
ἀποτέλεσμα. Ὁ Φώταρος ἦταν ἄσσος σ’ αὐτό. Μετὰ μᾶς ζητοῦσε τὸ
μέλι. Ἄνοιγε τὴ χούφτα καὶ τοῦ ρίχναμε ἀκριβῶς τὴν ποσότητα ποὺ
ζητοῦσε καὶ ἀνακάτευε γρήγορα τὸ ὑλικό του, ποὺ εἶχε ἤδη
ἀρχίσει νὰ ἀφρίζει. Κάθε τόσο ἔπαιρνε μιὰ χουφτιὰ ἀπὸ τὸ ὑλικὸ
καὶ τὸ ἄφηνε νὰ γλιστρᾶ ἀπὸ ψηλὰ γιὰ νὰ καταλάβει ἂν εἶχε δέσει.
Ἔδειχνε τὴν ἱκανοποίησή του ἀπὸ τὴν ἐργασία καὶ συνέχιζε
χωρὶς σταμάτημα τὸ ζύμωμα. Ὅταν διαπίστωνε ὅτι τὸ μῖγμα ἦταν
ἕτοιμο, ζητοῦσε τὰ ξυλίκια· ξυλίκια εὐλύγιστα καὶ μεγάλα ὅσο
τὸ χέρι του, διαλεγμένα μὲ ὑπομονὴ ἀπὸ ἀγριελιὲς καὶ
ἀγριόθαμνους, γιὰ νὰ ἔχουν πολλὰ ζαρώματα κι ἔτσι νὰ
συγκρατεῖται ἡ ὑγρὴ κόλλα.
Ἦταν ἡ κυριότερη βοήθεια ποὺ ἤθελε ἀπὸ μᾶς καὶ μᾶς ἔδειχνε
πρῶτα πῶς νὰ χειριζόμαστε τὰ ξυλίκια. Παίρναμε τὴ μιά τους ἄκρη
καὶ χρησιμοποιῶντας καὶ τὶς δύο μας παλάμες τὰ
στριφογυρνούσαμε τραβῶντας τα ταυτόχρονα πρὸς τὰ πάνω, ἐνῶ
αὐτὸς στὶς τεράστιες χοῦφτες του εἶχε τὸ κολλῶδες ὑλικό. Κάθε
ἕνα ποὺ τελείωνε τὸ τοποθετούσαμε σὲ εἰδικὲς θῆκες ἀπὸ
καλάμι ποὺ ἦταν στὴ σειρά. Ἀκολουθοῦσαν πολλὰ χέρια τὶς
ἑπόμενες μέρες, μέχρι ἡ κόλλα νὰ ἀποκτήσει ἱκανοποιητικὸ
πάχος καὶ νὰ πάρουν ἕνα σκοῦρο καφὲ χρῶμα. Ὅταν στέγνωναν,
μαζεύονταν ὅλα σ’ ἕνα μάτσο κι ἦταν ἕτοιμα γιὰ χρήση.
Ὁ Παντελῆς, ἕνας συμμαθητής μου, ποὺ βρισκόμαστε κάθε
μέρα στὴν αὐλὴ τῆς ἐκκλησίας γιὰ παιχνίδι, εἶπε ὅτι ὁ Φώταρος
δέχτηκε νὰ μᾶς πάει μαζί του στὸ στήσιμο. Τὴν Κυριακὴ πρωῒ-πρωῒ
πήγαμε στὸ συγκεκριμένο τόπο ποὺ μᾶς ὑπέδειξε. Αὐτὸς ἦταν ἤδη
ἐκεῖ καὶ μᾶς περίμενε. Χωρὶς χρονοτριβή, μὲ τὴ βοήθεια ἑνὸς
εἰδικοῦ ἐργαλείου ποὺ ἦταν στερεωμένο σὲ ἕνα μακρὺ καλάμι,
κατέβαζε ἐπιλεγμένα κλαδιὰ ἀπὸ τὶς χαρουπιὲς καὶ στὴν ἄκρη τους
στερέωνε ἕνα καλάμι δεκαπέντε-εἴκοσι πόντων μέσα στὸ ὁποῖο
ἔβαζε ἕνα ξόβεργο. Ἀφοῦ τὰ τοποθέτησε ὅλα, ἀποσυρθήκαμε πίσω
ἀπὸ τοὺς θάμνους.
Ἄρχισε μετὰ ἡ ἀγωνία. Θὰ ἔρθουν; Δὲν θὰ ἔρθουν; Κάθε τόσο
κοίταζε ἀνυπόμονα τὸν οὐρανὸ κι ἔστηνε αὐτὶ γιὰ νὰ τοὺς
ἀκούσει. Κοίταζε τὴν ἀποξηραμένη σβουνιά, ποὺ εἶχε ἀνάψει καὶ
πετάξει πρὸς τὸ μέρος τῶν δέντρων καὶ μὲ σμιχτὰ φρύδια τὸ
διερευνητικό του βλέμμα ἀκολουθοῦσε τὴν ἄσπρη γραμμὴ ποὺ
δημιουργοῦσε ὁ καπνὸς ἀνεβαίνοντας ψηλά, προσπαθῶντας νὰ
διακρίνει τὰ γαλάζια σημαδάκια. Αὐτὸ ἦταν ἕνα ἄλλο μυστικὸ
ποὺ ἤξεραν μόνο οἱ εἰδικοί. Αὐτὴ ἡ μυρωδιὰ τοῦ καπνοῦ τραβοῦσε
τοὺς μελισσοφάγους. Ὅλα ἦταν ἥσυχα, ὅπως αὐτὴ ἡ παράξενη
ἄπνοια ποὺ παρατηρεῖται πρὶν τὴν καταιγίδα. Κάποτε τὸ πρόσωπό
του ἔλαμψε κι ἕνα πλατὺ χαμόγελο χαράχτηκε στὰ χείλη του.
Ἀκοῦστε! Ἀκοῦστε! Ἦρθαν. Ἐπί τέλους ἦρθαν, εἶπε, κι ἀνάβοντας
ἕνα τσιγάρο τράβηξε μιὰ γερὴ ρουφηξιά. Τέντωσε τὸν λαιμό του
καὶ φύσηξε τὸν καπνὸ ψηλὰ βήχοντας καὶ μουρμουρίζοντας
δυσνόητες λέξεις ποὺ ἔβγαιναν ἀπὸ τὸ στόμα του τυλιγμένες μέσα
στὸν καπνό.
Τὰ πουλιὰ ἀκούγονταν καθαρὰ καὶ ὅσο πλησίαζαν στὴν
περιοχή, ἀκούγονταν ὅλο καὶ πιὸ δυνατά. Ἔδιναν μεγάλους
κύκλους πάνω ἀπὸ τὸν χαρουπιώνα μας καὶ ξαφνικά, μόλις ὁ
ἀρχηγός τους ἔδωσε τὸ παράδειγμα, ἔσκισαν σὰν καταδιωχτικὰ
πάνω στὶς χαρουπιές, μὲ τὸ χαρακτηριστικό τους κρώξιμο νὰ μᾶς
ξεκουφαίνει, σὰν ξέσπασμα ξαφνικῆς καταιγίδας· ἑκατοντάδες
μελισσοφάγοι, πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ὁποίους κάθονταν στὰ ξόβεργα τοῦ
Φώταρου καὶ τὸ κρώξιμό τους τότε γινόταν σπαρακτικό, καθὼς
ἀντιλαμβάνονταν ὅτι εἶχαν παγιδευτεῖ. Αὐτὸ ἦταν. Σὰν ἀστραπὴ
ξεχύθηκε τότε ὁ Φώταρος πρὸς τὶς χαρουπιὲς καὶ μὲ τὴ βοήθεια
τοῦ ἄγκιστρου κατέβαζε γρήγορα τὰ κλαδιά, ξεκολλοῦσε τους
μελισσοφάγους καὶ μὲ μιὰ ἐπιδέξια κίνηση τοῦ ἀντίχειρα
ξεχώριζε τὸ κεφάλι ἀπὸ τὸ σῶμα τους καὶ τοὺς πετοῦσε στὸ χῶμα.
Σὰν τρελὸς ἔκανε. Ἡ γρήγορη κίνηση ἐξυπηρετοῦσε πολλοὺς
σκοπούς: τὰ ξόβεργα δὲν θὰ καταστρέφονταν πέφτοντας στὸ χῶμα,
ἀπὸ τὴν προσπάθεια ποὺ ἔκαναν οἱ μελισσοφάγοι νὰ
ἀπελευθερωθοῦν, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη θὰ ἦταν ἕτοιμα νὰ δεχτοῦν τὰ
ἑπόμενα θύματα. Κάποτε κουραζόταν ὁ ἀντίχειρας καὶ ἄλλαζε
μέθοδο. Ἔφερνε τὸ πουλὶ στὸ στόμα καὶ ἐν ριπῇ ὀφθαλμοῦ
ἀποχώριζε τὸ κεφάλι ἀπὸ τὸ σῶμα του πετῶντας τὸ πρὸς τὰ πίσω
πάνω ἀπὸ τὸν ὦμο του. Οἱ μελισσοφάγοι ἀπομακρύνονταν, ὅσο ποὺ
ἀκούγονταν πιά, τὸ μακελειὸ τελείωσε καὶ ἀκολούθησε τὸ
μάζεμα τῶν πουλιῶν σὲ μιὰ μεγάλη τσάντα. Ἡ ἐπιχείρηση εἶχε
στεφθεῖ μὲ ἐπιτυχία κι ἐμεῖς ποὺ πρώτη φορὰ λαμβάναμε μέρος σὲ
στήσιμο ξόβεργων, μείναμε μὲ ἀνοιχτὸ τὸ στόμα πραγματικά.
Ἀργότερα, μάθαμε, ἔγινε ἀκόμα πιὸ εἰδικός: εἶχε προμηθευτεῖ
εἰδικὰ δίκτυα γιὰ ἀμπελοπούλια. Ἐκεῖ ἦταν ἡ μεγάλη σφαγή!
Ὁ Φώταρος, ὁ τέλειος πτηνοσφάκτης, ἦρθε σ’ αὐτὸ τὸν κόσμο
μὲ ἕναν καὶ μόνο προορισμό: νὰ σκοτώνει πουλιά. Δὲν ἦταν
τυχαῖο, λοιπόν, ποὺ εἶχε τὸ μεγαλύτερο πτηνοσφαγεῖο τῆς
πόλης.
Ἀπὸ τὴν ἡμέρα ποὺ εἴχαμε πάει μαζί του στὸ στήσιμο τῶν
ξόβεργων, εἴχαμε μάθει καὶ κάτι ἄλλο. Κάτι ποὺ γνωρίζουν μόνο
ὅσοι ζοῦν στὶς ἀγροτικὲς περιοχές: τὰ πουλιὰ δὲν κελαηδοῦν.
Κλαῖνε.

Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ 20 Διηγήματα, ἐκδόσεις Κάρβας, Λευκωσία 2014.
Ὁ Νῖκος Νικολάου-Χατζημιχαὴλ
γεννήθηκε στὸ Βασίλι τῆς Κύπρου. Μετὰ τὴν ἀποφοίτησή του ἀπὸ
τὸ Ἑλληνικὸ Γυμνάσιο Ἀμμοχώστου σπούδασε μαθηματικὰ στὸ
Πανεπιστήμιο Ἀθηνών. Ἐργασίες του —βιβλιογραφίες,
ἐργογραφίες, μεταφράσεις, δοκίμια, χρονογραφήματα— ἔχουν
δημοσιευτεῖ σὲ ἑλλαδικὰ καὶ κυπριακὰ περιοδικά, στὸν
κυπριακὸ τύπο, καθὼς καὶ σὲ ἀνθολογίες καὶ σὲ συλλογικὰ ἔργα
στὴν Κύπρο, τὴν Ἑλλάδα καὶ ἀλλοῦ. Ἔχει τέσσερις ποιητικὲς
συλλογές: Διθαλάσσου, Κάρβας 2012, Πικρόλιθος, Κάρβας 2014, Ὕδατα Ὑδάτων, Κάρβας 2016 καὶ Ὕλεμ, Κάρβας 2024. Δύο ποιητικές του συλλογὲς ἔχουν μεταφραστεῖ στὰ ἰταλικά. Ἔχει τρεῖς συλλογὲς διηγημάτων: Ἡ κόρη τοῦ δραγουμάνου, Μεταίχμιο, Ἀθήνα, 2003· 20 Διηγήματα, Κάρβας, Κύπρος, 2014· Φυσορρόος,
Βακχικόν, Ἀθήνα 2019. Διηγήματά του ἔχουν μεταφραστεῖ στὰ
ἀγγλικά, ὁλλανδικὰ καὶ ἀλβανικά. Τὸ τελευταῖο βιβλίο του
εἶναι τὸ μυθιστόρημα Ὅταν σωπᾶσαν τὰ πουλιά, Κάρβας
2024. Ἔχει διοργανώσει ἀτομικὲς ἐκθέσεις ζωγραφικῆς καὶ
συμμετεῖχε σὲ πολλὲς ὁμαδικές. Ὑπῆρξε μὲλος τῆς πνευματικῆς
ὀμάδας τῶν περιοδικῶν λόγου, τέχνης καὶ προβληματισμοῦ «Ὁ
Κύκλος» καὶ «Κυπριακὴ Βιβλιοφιλία-Φιλοτεχνία.» Ζεῖ στὴ
Λευκωσία.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου