9 Φεβρουαρίου ’26
Η α π ο δ ό μ η σ η τ ης Ε λ
λ η ν ι κ ή ς Γ λ ώ σ σ α ς
ΕΡΑΤΟΣΘΕΝΗΣ Γ. ΚΑΨΩΜΕΝΟΣ
Υπάρχει ένα αξίωμα
στη θεωρία του πολιτισμού. Αναγκαίος
όρος ύπαρξης για κάθε πολιτισμό είναι η φυσική του γλώσσα. Κανείς πολιτισμός
δεν μπορεί να υπάρξει, αν δεν έχει στο κέντρο του τη δομή μιας φυσικής γλώσσας.
Και καμιά φυσική γλώσσα δεν μπορεί να υπάρξει, αν δεν είναι βαθύτατα ενταγμένη
στο συγκεκριμένο πολιτισμικό περιβάλλον όπου γεννήθηκε και αναπτύχθηκε σε
πλήρες σύστημα. Με άλλα λόγια, γλώσσα και πολιτισμός συνδέονται στενά με
μια σχέση αλληλεξάρτησης και αμοιβαίου προσδιορισμού· όχι έτσι, στον αέρα, αλλά, όπως είναι ευνόητο, στη συνείδηση της
ανθρώπινης κοινότητας η οποία έχει αυτόν τον πολιτισμό και αυτήν τη φυσική
γλώσσα[1].
Η γλώσσα είναι πρότυπο πολιτισμικό φαινόμενο,
«σύστημα-πιλότος», όπως την ονόμασαν. Αυτό θέλει να πει ότι οι φυσικές γλώσσες
είναι το πληρέστερο σύστημα που διαμόρφωσαν οι ανθρώπινες κοινωνίες: σύστημα οργάνωσης, σύστημα σημασίας, σύστημα
επικοινωνίας. Και γίνεται φυσιολογικά το υπόδειγμα για τη συγκρότηση
ανάλογων δευτερογενών συστημάτων, πολιτισμικών δομών και θεσμών. Αυτό σημαίνει
ότι η δομή της γλώσσας επηρεάζει τη δομή του πολιτισμού. Καθορίζει τον τρόπο
που ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται, κατανοεί και ερμηνεύει τον κόσμο. H δομή της γλώσσας συναρτάται, λοιπόν,
με τη λειτουργία του εγκεφάλου. Και συνεπώς, φαινόμενα αποδόμησης της γλώσσας
έχουν αρνητικό αντίκτυπο στη λειτουργία της σκέψης.
Συχνά ερχόμαστε αντιμέτωποι με φαινόμενα που παραβιάζουν
ανεπίγνωστα τους κανόνες της γλώσσας στη φωνητική, μορφολογία, σύνταξη (από
παραδρομή, ανεπάρκεια, ημιμάθεια, κ.ά.π.), φαινόμενα που μας ενοχλούν μεν αλλά
τα προσπερνούμε με συγκατάβαση. «Με τα λάθη εξελίσσεται η γλώσσα», σύμφωνα με
ένα γνωστό στερεότυπο. – Όχι μόνο με τα λάθη, θα παρατηρούσαμε εμείς. Πρωτίστως
με τους «νόμους αυτορρύθμισης» και τους ιδιαίτερους «νόμους μετασχηματισμού»,
που ενυπάρχουν σε κάθε σύστημα ως δυνατότητες μετεξέλιξης προς διάφορες
κατευθύνσεις, συμβατές ωστόσο προς το πνεύμα
του συστήματος, όχι τυχαίες, όπως ένα σημαντικό μέρος από τα λάθη των ανθρώπων
που τη μιλούν, μάλιστα των αλλοδαπών «μετοίκων».
Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι τα συνήθη λάθη το πρόβλημα, παρ’ ότι τέτοια φαινόμενα μπορεί να έχουν, από γλωσσολογική, ψυχολογική ή γεωπολιτική σκοπιά, μικρό ή μεγάλο ενδιαφέρον. Το θέμα που αξίζει να μας απασχολήσει εδώ είναι η παραβίαση των γλωσσικών νόμων που προϋποθέτει γνώση και συνειδητή επιλογή. Τέτοια φαινόμενα καταγράφομε συστηματικά από τη δεκαετία του 1990, όταν εμφανίστηκαν μια σειρά παρεκκλίσεις που συνδέονται μεταξύ τους με μια κοινή λογική και μια κοινή στόχευση. Και δεν είναι η πρώτη φορά που τα καταγγέλλομε δημόσια[2]. Επανερχόμαστε σήμερα, πρώτα απ’ όλα γιατί τα φαινόμενα έχουν ενταθεί, έχουν επεκταθεί σε περισσότερα πεδία και έχουν αρχίσει να διαβρώνουν το γλωσσικό αίσθημα του μέσου ανθρώπου. Την αφορμή για να μιλήσομε γι’ αυτά μας δίνει η καθιέρωση της 9ης Φεβρουαρίου ως Παγκόσμιας ημέρας της ελληνικής γλώσσας. Μια πράξη που αποτελεί επίσημη διεθνή αναγνώριση ότι η ελληνική γλώσσα είναι μέρος της παγκόσμιας πολιτισμικής κληρονομιάς, κοινός πνευματικός θησαυρός της ανθρωπότητας, που οφείλομε να σεβαστούμε και να διασώσουμε. Μια συμβολή προς αυτή την κατεύθυνση είναι η σημερινή επικαιροποίηση του προβλήματος.
Το πρόβλημα είναι σύνθετο, με ποικίλες προεκτάσεις όχι μόνο
στο πεδίο της γλώσσας και του πολιτισμού. Και φυσικά δεν τίθεται θέμα να το
εξαντλήσομε στα όρια μιας ερευνητικής ανακοίνωσης. Θα αρκεστούμε να εκθέσομε
ενδεικτικά μια σειρά φαινόμενα, που περνούν στην κοινή γνώμη ως προτάσεις πολιτισμικής
αναβάθμισης.
α. Το πρώτο και πρωτοφανές είναι η εισαγωγή της αγγλικής
γραμματικής στην ελληνική γλώσσα ως προς το χειρισμό του λεξιλογίου ξένης
προέλευσης μέσα σε ελληνικά (προφορικά και γραπτά) κείμενα. Όλες οι λέξεις
ξένης προέλευσης παίρνουν την κατάληξη –ς,
χωρίς διάκριση, είτε είναι είτε δεν είναι αγγλικές:
το σουπερ-μάρκετ ― [πληθυντ.:]
τα σουπερ-μάρκετ-ς
το
κομπιούτερ ― ‘’ τα κομπιούτερ-ς
το σήριαλ ― ‘’ τα σήριαλ-ς
το σιντιρόμ ― ‘’ τα
σιντιρόμ-ς
το σόου ― ‘’ τα σόου-ς
το τεστ ― “ τα τεστ-ς
το σπορ ― “
τα σπορ-ς <όχι το σωστό αγγλ.: σπορτ-ς
>
το γκραν πρι ― “ τα
γκραν πρι-ς <όχι το σωστό
γαλλ. γκραν πρί>[3].
Το ανάλογο ισχύει για όλες τις ξένης προέλευσης ελληνικές
λέξεις που λήγουν σε -ώ: τα κανώ-ς, τα καπώ-ς,
τα πανώ-ς, τα ρολό-ς, τα ρεπώ-ς (όχι τα
ρεπά, όπως τα θέλει ο λαός μας).
Και
πρόσφατα, με αφορμή τις αγροτικές κινητοποιήσεις:
το μπλόκο ―
[πληθυντ.:] τα μπλόκο-ς
(όχι τα μπλόκα, όπως είναι
στα ελληνικά).
Όταν στο τρίτο Συνέδριο της Εταιρείας Παιδείας και Πολιτισμού Εντελέχεια, με θέμα «Μ.Μ.Ε. και
Πολιτισμός» (ό.π.), σχολιάζοντας αυτά τα φαινόμενα, εξέφρασα το φόβο ότι τα
εγγόνια μας θα λένε «Τα χωριό-ς» και «τα σπίτι-ς», δεν μπορούσα να φανταστώ ότι
το κακό θα προχωρούσε τόσο γρήγορα. Κι όμως, σήμερα, οι λέξεις που είναι ή
μοιάζουν να είναι ξένης προέλευσης κλίνονται από τους πλέον «πολιτισμένους»
Έλληνες, στον προφορικό και γραπτό λόγο, βάσει της αγγλικής γραμματικής. Παίρνουν
ένα –s σε όλες τις πτώσεις του πληθυντικού
και όχι την αντίστοιχη για κάθε πτώση ελληνική κατάληξη.
β. Την ίδια στιγμή, τα ελληνικά κύρια ονόματα βλέπομε ξαφνικά
να μεταβάλλονται σε άκλιτα (χρήση του πρώτου ενικού προσώπου σε όλες τις
περιπτώσεις), δηλαδή, να ακολουθούν την αγγλική γραμματική, όπου δεν υπάρχουν
πτώσεις, με την έννοια της διαφοροποίησης των καταληκτικών συλλαβών (η Ελένη –
της Ελένης, κλπ.). Έτσι ακούμε να λέγεται και να γράφεται όλο και πιο συχνά:
― μέσα από τα μάτια της Ελένη //η
φωνή της Δήμητρα
τα πλούτη της Αλάσκα // στην πόλη της Χερσώνα
― Ο χρήστης Α.Σ με τον χρήστη Κώστας Παπαδόπουλος
― δεν
μπορούν να ανταγωνιστούν τον στόλο των
Ηνωμένες Πολιτείες.
Και ύστερα, η επέκταση στα προσηγορικά: Το κελάηδημα ενός κουκουβάγια
το λευκό της ρόμπα // ανέλαβε το ρόλο της προστάτιδα.
γ. Ένα σημαντικό μέρος απ’ αυτούς τους βαρβαρισμούς έχει
καθιερωθεί μέσα από τις φόρμουλες του διαδικτύου (facebook, ιστοσελίδες, κ.τ.ό.), που για
ανεξήγητους λόγους θεωρούνται από τους χρήστες ιερές και απαραβίαστες. Ορισμένα
ακόμη τέτοια παραδείγματα. Το «προφίλ» του χρήστη περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τον
φορέα στον οποίο εργάζεται: Ιδιωτικό ή Δημόσιο Οργανισμό, Εκπαιδευτικό ή
Εκκλησιαστικό ΄Ιδρυμα, Δημόσια Υπηρεσία, Υπουργείο, κλπ. Όλοι αυτοί οι φορείς
μπαίνουν κάτω από τον τίτλο «Εταιρεία», ως εάν ο μόνος εργοδότης στον δημόσιο
και ιδιωτικό τομέα να ήταν οι «Εταιρείες». Έτσι υποβάλλεται έμμεσα η εντύπωση
ότι το μόνο νόμιμο εργασιακό καθεστώς είναι να είσαι υπάλληλος σε (πολυεθνική)
Εταιρεία. Απ’ αυτή την αυθαίρετη λογική προκύπτουν τερατουργήματα, όπως:
Εταιρεία: Ιερά
Μητρόπολις Κυδωνίας και Αποκορώνου
Εταιρεία: Ε.Κ.Π.Α. (Εθνικόν
Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον Αθηνών)
Εταιρεία: ΥΠ.ΕΞ. (Υπουργείο Εξωτερικών).
Άλλοτε γινόταν πολύς λόγος για το λεξιλόγιο ξένης προέλευσης
που αλλοιώνει το χαρακτήρα της ελληνικής γλώσσας. Το φαινόμενο της εισαγωγής
ξένων λέξεων για να εκφράσουν καινούριες έννοιες είναι φυσιολογικό, ισχύει για
όλες τις γλώσσες και δεν αποτελεί κίνδυνο. Ένα μέρος αποβάλλονται σταδιακά και
λησμονούνται, όπως οι διεθνείς μόδες και συρμοί, που είναι εξ ορισμού
περιορισμένης διάρκειας[4].
Άλλες, στο μέτρο που καλύπτουν πραγματικές ανάγκες, προσαρμόζονται μέσα από την
καθημερινή χρήση στη μορφολογία, τη φωνητική και την αισθητική της ελληνικής
γλώσσας και αφομοιώνονται πλουτίζοντας το λεξιλόγιό μας. Το παρόν πρόβλημα
προέκυψε όταν με αποφάσεις διοικητικών οργάνων(;) ορίστηκε ότι πρέπει να
διατηρούμε τη φωνητική των ξένων λέξεων και να τις χρησιμοποιούμε ως άκλιτα.
Αυτό ανέκοψε τη διαδικασία εξελληνισμού τους, που λειτούργησε με θαυμαστά
αποτελέσματα σ΄ όλη τη διάρκεια της νεότερης ιστορίας μας, τόσο από τον απλό
λαό όσο κι από τους λογίους, ιδιαίτερα κατά τον «αρσενικό 19ον αιώνα» και τις
αρχές του 20ού[5]. Το
πραγματικό πρόβλημα είναι η άκριτη αποδοχή της γραμματικής και της σύνταξης
μιας άλλης γλώσσας, που δημιουργεί σύγχυση σε χρήστες με μειωμένο το γλωσσικό
αίσθημα της ελληνικής και αποδυναμώνει τους κανόνες στους οποίους στηρίζεται το
ελληνικό γλωσσικό σύστημα. Θα ήταν, αλήθεια, πολύ ενδιαφέρον και διδακτικό να
μάθομε αν η μεταβολή των άκλιτων ξένων λέξεων σε κλιτές σύμφωνα με την αγγλική
γραμματική, έγινε κι αυτή με αποφάσεις «αρμόδιων οργάνων» ή λαθραία, από
ματαιοδοξία κάποιων «εγγραμμάτων», για να μην περάσει από το νου κανενός ότι δε
γνωρίζουν πώς σχηματίζεται ο πληθυντικός στα αγγλικά!.
δ. Παρόμοια φαινόμενα έχομε και στο συντακτικό, όπου
διαπιστώνομε αλλαγή της σύνταξης σε μια σειρά ρήματα, προκειμένου να
προσαρμοστούν στη σύνταξη των αντίστοιχων ρημάτων της αγγλικής. Το ρήμα επιχειρώ από αμετάβατο γίνεται
μεταβατικό και συντάσσεται με αιτιατική:
αναμένεται να επιχειρεί εκατόν είκοσι αεροσκάφη
να επιχειρεί μικρά υποβρύχια σκάφη μεγάλου βάθους
Το ρήμα επιτίθεμαι
(που συντάσσεται με εμπρόθετο προσδιορισμό: επιτίθεμαι
στην…) αλλάζει σύνταξη και συντάσσεται με αιτιατική:
για να επιτεθούν την πόλη Τορέσκ
Το ίδιο γίνεται και στο επόμενο
παράδειγμα με το ίδιο ρήμα, όπου παρατηρούμε και δεύτερη (εκτός από τη σύνταξη
με αιτιατ.) λαθροχειρία στο μορφολογικό πεδίο, με τον ανύπαρκτο τύπο επιτίθονται
(αντί του ορθού επιτίθενται), τύπος
που φαίνεται να έχει γίνει αποδεκτός στον ιδιότυπο κόσμο της τηλεοπτικής
δημοσιογραφίας :
Ρώσοι μαχητές
επιτίθονται την Αντρίεβκα.
ε. Ανάλογο φαινόμενο είναι η εισαγωγή ιδιωματικών εκφράσεων
και συντάξεων της αγγλικής μέσα στην ελληνική γλώσσα:
Είδα την κλίση του και τον
πήρα πίσω
– του χαμογέλασα πίσω!
– το κορίτσι τον κοιτούσε πίσω
– κι εγώ τον αγκάλιασα
πίσω.
ε. Αλλά η πιο συχνή και συνεπής στρέβλωση είναι η παραβίαση
του γλωσσικού κανόνα με κριτήρια τα οποία είχαν γίνει στο πρόσφατο παρελθόν αντικείμενο
διεθνούς ιδεολογικοπολιτικής
αντιπαράθεσης. Μιλούμε για το θέμα των ΛΟΑΤΚΙ, που στο πεδίο της γλώσσας
μεταγράφεται στη συστηματική χρήση αρσενικού άρθρου σε θηλυκά ανθρώπινα
υποκείμενα και θηλυκού άρθρου σε αρσενικά υποκείμενα:
Κυρία
μου, είστε πολύ ευγενικός //
Να
είσαι προσεκτικός, Αλεξάνδρα
Κυρία
Κωσταντίνε // με το Γιώργο και την Ελένη χαμογελαστές
Νίκο, της απάντησε εκείνη // Η πρόσωπο της Αλεξάνδρας παρέμεινε σοβαρό
Αυτή η
αντιστροφή των ρόλων μεταξύ αρσενικού και θηλυκού, που είναι ταυτόχρονα
ανατροπή του γλωσσικού και του φυσικού νόμου, άρχισε να κερδίζει έδαφος και
στον προφορικό λόγο, ακόμη και μεταξύ των «εξελιγμένων» γυναικών της επαρχίας,
όπου καταγράψαμε μία περίπτωση όπου μια κυρία σε φιλική συντροφιά χρησιμοποίησε
με καμάρι αρσενικό τύπο για τον εαυτό της (Είμαι
πολύ κουρασμένος).
στ) Το φαινόμενο στο γραπτό λόγο έχει επεκταθεί πέρα
από τα ανθρώπινα υποκείμενα, σε όλα τα ονόματα (ουσιαστικά και επίθετα) και σ’
όλα τα γένη (αρσενικό, θηλυκό και ουδέτερο) ωσάν ο στόχος να είναι η πλήρης
κατάργηση του γραμματικού κανόνα που αφορά τα γένη:
μια απόγευμα // ένα απλό χειραψία // μια αέρα αλλαγής
με παραδοσιακούς στολές // με βαθιές
μαύρες κύκλους
To σιωπή που ακολούθησε… // η
δύναμη της μικρής χαμόγελου
Αυτός η ιδέα είναι καταπληκτική // το χώμα της
μονοπάτης
ζ) Κοντά σ’ αυτά έχομε καταγράψει σε ορισμένες κατηγορίες
κειμένων του διαδικτύου (όπως αφηγήσεις παραλογοτεχνίας σε video ή ταινίες μικρού μήκους) 1] την κατάργηση του νόμου της τρισυλλαβίας
–και του εγκλιτικού τόνου (ένα μικρό πετσέτακι
// με το δάχτυλοτης)· 2]τον συστηματικό παρατονισμό των
λέξεων (: με σκόπο την κατάληψη…//Στη φορά νέο τεράστιο σκάνδαλο…// καρδιοχτύπωντας…)· 3] συχνή
υποκατάσταση της ορθής λέξης από άλλη με διαφορετική σημασία (ακυρολεξίες: οι
διαταραχές ξεκίνησαν λίγο μετά τις πρώτες εκρήξεις [αντί: οι ταραχές] // κι ο αέρας μυριζόταν ένα άρωμα [αντί: μύριζε] // να
αίρονται [αντί: να αιωρούνται] // ανέχεια
[αντί: ανοχή]). 4] Κατάργηση της συλλαβικής αύξησης με φωνήεν τονούμενο: ‘βγάλε όλα τα ρούχα της (αντί: έβγαλε) 5] Συγκοπές, συμφυρμοί,
παράλειψη φωνηέντων, συσσώρευση συμφωνικών συμπλεγμάτων, που επιφέρει αλλοίωση
της ευφωνίας της ελληνικής γλώσσας και προσομοίωση προς την αμερικάνικη προφορά
της αγγλικής. 6] Συχνά, σε γραπτά κείμενα ταινιών ή video παρατηρούμε μια τυχαία ή σκόπιμα
στρεβλή χρήση της στίξης στην ακολουθία του λόγου, με τρόπο που να διασπά και
να συσκοτίζει το νόημα.
Κλείνομε αυτή τη
συνοπτική έκθεση με ένα αξιοπερίεργο φαινόμενο, που προϋποθέτει ένα γραπτό
κείμενο που κάποιος εκφωνητής διαβάζει «prima vista”.
Παραδείγματα: Τη φράση: «Μεταδίδει ζωντανά ό,τι συμβαίνει στο πεδίο της
μάχης» ο «εκφωνητής» τη μεταφέρει ως εξής: «Μεταδίδει ζωντανά όμικρον με τόνο τι συμβαίνει στο πεδίο
της μάχης». Ανάλογα αποδίδει και τη φράση: «Αυτό έκανε σ’ όλη της τη ζωή». Ο
εκφωνητής διαβάζει: «Αυτό έκανε σίγμα
απόστροφος όλη της τη ζωή». Στην τελευταία περίπτωση, όπως και σε άλλες
προηγούμενες, είναι φανερό ότι έχομε να κάνομε με αυτόματη ηλεκτρονική μεταφορά
από γραπτό σε προφορικό λόγο ή με αυτόματη μετάφραση από μια γλώσσα σε άλλη.
Προφανώς εδώ το αποτέλεσμα δεν μπορεί να αποδοθεί σε σκόπιμη υπονόμευση της
ελληνικής γλώσσας.
Είναι αυτονόητο ότι ο σκοπός αυτής της έρευνας δεν είναι να
αναζητήσει ευθύνες, αλλά να επισημάνει προβλήματα προς λύση. Σκόπιμα ή μη, τα
προβλήματα είναι εκεί και απαιτούν άμεση αντιμετώπιση. Και το εκεί είναι ο
κόσμος του διαδικτύου: τηλεοπτικά κανάλια, ειδησεογραφία επικαιρότητας,
διαφημίσεις, κινηματογράφος, δημοφιλής παραφιλολογία, βιντεοπαραγωγή. Ο
πλασματικός κόσμος όπου περνούν τις περισσότερες ώρες τους τα παιδιά και τα
εγγόνια μας. Αυτό είναι το πραγματικό τους σχολείο, δεν πρέπει να το ξεχνούμε.
Και σ’ αυτό το σχολείο κινδυνεύουν να χάσουν την πρώτη και αληθινή τους
ταυτότητα, τη γλώσσα τους.
Η μητρική μας γλώσσα
δεν είναι κάτι έξω από μας, δε βρίσκεται κάπου αλλού, ας πούμε, στις βιβλιοθήκες,
στα λεξικά ή τα συγγράμματα των γλωσσολόγων. Είμαστε εμείς οι ίδιοι, ο καθένας
από μας, ο τρόπος που βλέπομε και καταλαβαίνομε τον κόσμο, που αισθανόμαστε,
που σκεφτόμαστε, που επικοινωνούμε, που υπάρχομε. Η φυσική μας γλώσσα είναι το
πολυτιμότερο από τα αγαθά που μοιραζόμαστε, αυτό που μας ενώνει σε μια
κοινωνία, σε μια εθνική ολότητα, σ’ έναν ενιαίο πολιτισμό. Μπορεί σήμερα η
ελληνική γλώσσα να κατατάσσεται στις «ολιγότερο ομιλούμενες γλώσσες», αλλά
είναι ταυτόχρονα μια από τις αρχαιότερες και μακροβιότερες γλώσσες που
δημιούργησαν οι άνθρωποι. Μιλιέται επί 4 σχεδόν χιλιετίες χωρίς διακοπή και
είναι αυτή που επηρέασε περισσότερο από κάθε άλλη τον ανθρώπινο πολιτισμό.
Είναι, λοιπόν, και η διασημότερη γλώσσα του κόσμου. Και κανείς δεν μπορεί να ασελγεί επάνω της.
Αλλά και κανείς δεν έχει περισσότερα δικαιώματα και
υποχρεώσεις απέναντί της. Είμαστε όλοι συνυπεύθυνοι. Και μάλιστα, στο βαθμό που
υιοθετούμε άκριτα τις υποβολιμαίες στρεβλώσεις αντί να αντιδρούμε, γινόμαστε
εμείς οι πρώτοι υπεύθυνοι για τον πραγματικό κίνδυνο που διατρέχει η ελληνική
γλώσσα να αφανιστεί επί των ημερών μας·
και μαζί της να συμπαρασύρει τον Ελληνισμό ως αυτόνομη ιστορική οντότητα.
Θα προσπαθήσομε να το
δείξομε αυτό, μέσα από την αναλυτική έκθεση ενός θέματος που αφήσαμε τελευταίο,
για να του αφιερώσομε το χρόνο που του αναλογεί. Φαινομενικά μοιάζει δευτερεύον,
σύμπτωμα της γενικής κρίσης, αλλά όπως θα δούμε, αποτελεί παράγοντα στρατηγικής
σημασίας. Μιλούμε για την ανατροπή του επικοινωνιακού κώδικα χαιρετισμών του
εικοσιτετραώρου, που στην παρούσα φάση μοιάζει
σα να παρακολουθούμε μια φαρσοκωμωδία. Και για λόγους που θα γίνουν φανεροί στη
συνέχεια, θα επιλέξομε στο εξής την άνεση του αφηγηματικού λόγου:
Βρίσκομαι στο Αμφιθέατρο του Πνευματικού Κέντρου Χανίων, 2
Σεπτεμβρίου 2023, ώρα οχτώμισυ το πρωί, περιμένοντας να υποδεχτώ τους συνέδρους
του Διεθνούς Συνεδρίου «Οι Νεοελληνικές
Σπουδές στην Ευρώπη και τον Κόσμο», που είχαμε οργανώσει στα Χανιά η Εταιρεία Κρητικών Σπουδών και η Περιφερειακή Ενότητα Χανίων, 1-3.09.2023.
Το Συνέδριο είχε συγκεντρώσει επιφανείς Νεοελληνιστές από τρεις ηπείρους[6]
– ανάμεσα στους οποίους οι αρχαιότεροι (Ομότιμοι καθηγητές σήμερα) συμβαίνει να
είναι από τους θεμελιωτές των Νεοελληνικών Σπουδών στη χώρα τους. Σκοπός του
Συνεδρίου ήτανε να εξετάσομε τις αιτίες και τους παράγοντες που οι Νεοελληνικές
Σπουδές (και το βασικό τους αντικείμενο, η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας και
λογοτεχνίας), ύστερα από μια υπερτριακονταετή περίοδο μεγάλης άνθισης,
οδηγήθηκαν αιφνίδια, από τη δεκαετία του 1990 και εξής, σε ραγδαία παρακμή.
Καθώς περίμενα, ακούω από την είσοδο του αμφιθεάτρου το
χαιρετισμό του πρώτου Συνέδρου, που έφτασε νωρίς το πρωί για να προεδρεύσει στην πρώτη πρωινή Συνεδρία, ν’
αντηχεί περιπαιχτικά στον άδειο χώρο: ― “Καλησπέρα σας, κύριε Καψωμένε!”
Στράφηκα προς τη φωνή και είδα να έρχεται προς το μέρος μου
φίλος βορειοευρωπαίος καθηγητής Βυζαντινής και Νεοελληνικής Φιλολογίας, κατευθείαν από το αεροδρόμιο, όπως ήταν
προφανές από τη σύγχυση που του είχαν προκαλέσει οι πρωινές «Καλησπέρες» με τις
οποίες τον υποδέχτηκαν οι υπάλληλοι των ελληνικών αεροδρομίων ή των αεροπορικών
Εταιρειών στην Αθήνα και στα Χανιά. Έσπευσα ν’ αγκαλιάσω μ’ ενθουσιασμό το
συνάδελφο και να τον συγχαρώ για την υγιή αντίδρασή του:
– “Επιτέλους, νά κι ένας άνθρωπος που αντιδρά
στην εκβαρβάρωση της ελληνικής γλώσσας!
Συμφωνήσαμε αμέσως ότι η στρεβλή χρήση των χαιρετισμών του
εικοσιτετραώρου αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικά συμπτώματα αποδόμησης της
ελληνικής γλώσσας, συνεπώς το φαινόμενο έχει τη θέση του στη θεματική του
Συνεδρίου μας. Και αποφασίσαμε να εισηγηθούμε να συζητηθεί στην καταληκτική
συνεδρία της Ολομέλειας. Πού θα βρίσκαμε αρμοδιότερο και εγκυρότερο σώμα κριτών
από τους Συνέδρους ενός διεθνούς Συνεδρίου Νεοελληνιστών, που έχουν αφιερώσει
ολόκληρη τη ζωή τους στη μελέτη και διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας και
πολιτισμού κι έχουν γράψει τόμους για τις μεθόδους διδασκαλίας της ελληνικής ως
ξένης γλώσσας.
Όταν ήρθε το θέμα στην Ολομέλεια του Συνεδρίου, η συζήτηση
άρχισε μέσα σ’ ένα κλίμα καλοπροαίρετης απορίας γιατί και πώς προέκυψε αυτό το παράδοξο, να ανατραπούν ξαφνικά οι
κανόνες που ρύθμιζαν εδώ κι αιώνες τους χαιρετισμούς του εικοσιτετραώρου· και το ακόμα παραδοξότερο (καθότι
αντίθετο προς τη νεοελληνική κουλτούρα) να πειθαρχήσει αδιαμαρτύρητα ολόκληρη η
ελληνική κοινωνία, ανεξάρτητα από κοινωνική τάξη, μόρφωση, θέση, αρμοδιότητα.
Και μάλιστα, σε συνδυασμό με δύο άκρως εντυπωσιακά και ασυνήθιστα φαινόμενα,
που και οι δυο εισηγητές – ο καθένας χωριστά –
είχαμε διαπιστώσει. Πρώτον, άπαντες οι συνομιλητές μας εγνώριζαν
επακριβώς το θέμα κι είχαν έτοιμη την οργίλη απάντηση στις αιχμηρές απορίες
μας: – «Μα είμαστε Ευρωπαίοι!» Ή –κατά περίπτωση - τη νηφάλια ενημέρωση: «Καλησπέρα λέμε από τις 12 και ένα λεπτό το μεσημέρι» – άλλο ζήτημα
τώρα (προσθέτομε εμείς) εάν, χάρη στον «υπερβάλλοντα ζήλο» των νεότερων (που
πολλοί ξυπνούν μετά τις 12), η «Καλησπέρα» επεκτάθηκε και στις πρωινές ώρες της
ημέρας! Δεύτερο: Ο θριαμβευτικός τόνος του χαιρετισμού μέρα μεσημέρι φανέρωνε
ότι οι συνομιλητές μας ανέμιζαν με καμάρι την «Καλησπέρα» τους ως αποδεικτικό
της πρόσφατα κατακτημένης ευρωπαϊκής τους ταυτότητας. Επιτέλους, και οι
καθυστερημένοι Έλληνες – ύστερα από δυο αιώνων εντατικές πιέσεις και άκαρπες
προσπάθειες (με σημαδιακή αφετηρία τη Βαυαρική Αντιβασιλεία, 1833-35) – γίναμε
κι εμείς Ευρωπαίοι! Έτσι, παίρνοντας, μέσα από άδηλες διεργασίες, εμβληματικό
χαρακτήρα, η “καλησπέρα” κατέληξε να αντικαταστήσει όλους περίπου τους
ημερήσιους χαιρετισμούς.
Έλα σου, όμως που κανείς Ευρωπαίος δεν παραδέχεται πως οι
λαοί της Δυτικής Ευρώπης λένε «Καλησπέρα» μεσημεριάτικα! Το προεδρείο ερώτησε
έναν ένα προσωπικά τους παρόντες εκπροσώπους των 15 χωρών εάν στην πατρίδα τους
ή σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα που τυχαίνει να γνωρίζουν, λένε «Καλησπέρα» μετά τις
12 το μεσημέρι. Όλοι βεβαίωσαν ότι σε καμία ευρωπαϊκή χώρα δεν ισχύει κάτι
παρόμοιο. Πολλοί μάλιστα επισήμαναν ότι οι χαιρετισμοί του ημερονυκτίου δε
συνδέονται με την ώρα του ρολογιού αλλά με την ανατολή και τη δύση του ηλίου,
που δεν είναι σταθερή. Στην Ελλάδα για παράδειγμα, τη μεγαλύτερη μέρα του
χρόνου ο ήλιος δύει λίγο μετά τις εννιά το βράδυ και τη μικρότερη μέρα του
χρόνου λίγο μετά τις πέντε το απόγευμα. Mε άλλα λόγια, η σωστή θερινή «Καλησπέρα» αρχίζει να
εκφωνείται περίπου τέσσερις ωρολογιακές ώρες αργότερα από την αντίστοιχη
χειμερινή. Συνεπώς, η αλλαγή των κριτηρίων, από τη μεταβλητή, που είναι η δύση του ηλίου, στη σταθερά, που είναι η ώρα 12.01΄ του ρολογιού, δεν έχει σχέση με την
προσαρμογή σε κάποιο καθιερωμένο ευρωπαϊκό σύστημα χαιρετισμών, που δεν
υπάρχει. Το συμπέρασμα της Ολομέλειας ήταν ότι η μεσημεριανή «Καλησπέρα» αποτελεί παγκοσμίως ελληνική
αποκλειστικότητα!
Την αμήχανη απορία διαδέχτηκε ο προβληματισμός πώς, γιατί, κάτω
από ποιους όρους προτάθηκε, εγκρίθηκε και εφαρμόστηκε ένα τέτοιο μέτρο σε μια
ολόκληρη χώρα – και μάλιστα στη “γενέτειρα του ευρωπαϊκού πολιτισμού”, όπως
έλεγαν άλλοτε οι παππούδες των νυν γνήσιων Ευρωπαίων! Και προπάντων πώς
επιβλήθηκε τόσο εύκολα και «αναίμακτα». Η προσπάθεια ερμηνείας και κατανόησης
του «παραδόξου» άφησε μια σειρά μετέωρα ερωτήματα, τα οποία θα παραθέσομε στη
συνέχεια με τη μορφή υποθέσεων, όπως περίπου διατυπώθηκαν κατά τη συζήτηση.
Το πρώτο ερώτημα ήταν σε ποιο θεσμικό πλαίσιο εντάσσεται ένα
τέτοιο «πρόγραμμα», δηλ., από πού αντλεί το κύρος που του εξασφάλισε την
αμέριστη υποστήριξη όλων των μηχανισμών προβολής και προώθησης του δημόσιου και
ιδιωτικού τομέα; Από τη συζήτηση προέκυψε η εύλογη υπόθεση ότι αυτό θα έγινε
μέσω κάποιου επιδοτούμενου Ευρωπαϊκού Προγράμματος. Και αν κρίνομε από το
δεδομένο ότι η «λαθροχειρία» άργησε να γίνει ευρύτερα αισθητή, η επέκταση στο
σύνολο του πληθυσμού πρέπει να έγινε σε δεύτερο στάδιο, όταν την «εργολαβία»
ανέλαβαν τα τηλεοπτικά κανάλια πανελλήνιας εμβέλειας. Υποθέτομε ότι η προσήλωση
της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού στην ευρωπαϊκή ιδέα εξηγεί εν μέρει το γιατί
δεν υπήρξε καμιά φανερή αντίδραση από τους ελληνικούς θεσμικούς και κοινωνικούς
φορείς. Αλλά αυτό που δεν έχει εξήγηση είναι πώς προέκυψε η «κραυγαλέα»
πρόκληση της κοινής νοημοσύνης, να οριστεί, με ακρίβεια λεπτοδείκτη, ως χρονική
αφετηρία του χαιρετισμού «Καλησπέρα» η ώρα δώδεκα και ένα λεπτό (12.01΄), όταν
ο ήλιος είναι στο μεσουράνημά του!
Εφόσον είμαστε αναγκασμένοι ν’ αποκλείσομε τη μόνη λογική
εξήγηση, πως ήταν μια κακόγουστη «φάρσα»,
η πιο καλόπιστη ερμηνεία, στην οποία
καταλήξαμε, είναι η λανθασμένη μετάφραση του αγγλικού «good afternoon», χαιρετισμού που κατά λέξη σημαίνει
«καλό απομεσήμερο», «καλό απόγευμα». Ωστόσο, προϋπόθεση για
ένα τόσο χονδροειδές μεταφραστικό λάθος («καλησπέρα» αντί για «καλό απόγευμα»)
είναι ασφαλώς μια δεύτερη ακόμη μεγαλύτερη σύγχυση, ανάμεσα στο «good afternoon» και στο «good evening», που είναι το ακριβές αντίστοιχο
του «καλησπέρα». Και αναρωτιέται κανείς:
Τί είδους γνώση της αγγλικής και της ελληνικής είχαν οι άνθρωποι που ανέλαβαν
να καταρτίσουν το πρόγραμμα εξευρωπαϊσμού των Ελλήνων; Η γενικότερη εικόνα της
εντός εισαγωγικών «αναδιοργάνωσης» του συστήματος των χαιρετισμών του
εικοσιτετραώρου που καθιέρωσε αυτό το «Πρόγραμμα» δείχνει πως δεν είχαν
στοιχειώδη γνώση της αντιστοιχίας μεταξύ των ελληνικών και των αγγλικών όρων μα
ούτε και των σχετικών πολιτισμικών κωδίκων στη μία και την άλλη γλώσσα.
Επιπλέον, δε φαίνεται να γνώριζαν ότι υπάρχει καθιερωμένη διάκριση μεταξύ των
χαιρετισμών συνάντησης και των χαιρετισμών αποχωρισμού, ή – να το πούμε αλλιώς
– έναρξης και λήξης μιας πράξης
επικοινωνίας.
Πριν από τριάντα χρόνια θα ήτανε κωμικό ακόμη και να
φανταστούμε αυτό που είμαστε αναγκασμένοι να υπενθυμίσομε σήμερα, ξέροντας ότι
για πολλούς Έλληνες κάτω των τριάντα ετών δεν είναι διόλου αυτονόητο. Οι
χαιρετισμοί «Καλημέρα» το πρωί, «Χαίρετε» το μεσημέρι, «Καλησπέρα» το βράδυ, μετά τη δύση του ηλίου, είναι κατά
παράδοση πανελλήνιοι χαιρετισμοί
συνάντησης, εναρκτικοί μιας πράξης
επικοινωνίας. Οι χαιρετισμοί «καλό μεσημέρι» (το πρωί), «καλό απόγευμα» (το
μεσημέρι), «καλό βράδυ» (το απόγευμα) και «καληνύχτα» (το βράδυ) είναι χαιρετισμοί αποχωρισμού, καταληκτικοί μιας
πράξης επικοινωνίας· και όχι εναρκτικοί, όπως με υποδειγματική επιμέλεια
τους χρησιμοποιούν οι εκφωνητές των μεγάλων τηλεοπτικών σταθμών, προκαλώντας
σύγχυση στους τηλεθεατές και αστείες κάποτε παρεξηγήσεις[7].
Είναι πραγματικά απίστευτο πώς γίνεται να ανατρέπονται ξαφνικά κανόνες μιας
προφορικής παράδοσης αιώνων η οποία μάλιστα δεν αποτελεί – αυτή τουλάχιστον –
ελληνική αποκλειστικότητα.
Μ’ αυτά τα δεδομένα, ακούγεται σαν παραδοξολογία ότι
θεωρήθηκε αναγκαίο να διατεθούν τα απαραίτητα οικονομικά κονδύλια για την
κατάρτιση και εφαρμογή ενός ειδικού «ευρωπαϊκού προγράμματος», που θα διδάξει
στους ολιγότερο πολιτισμένους λαούς της ευρωπαϊκής περιφέρειας (όπως οι
Έλληνες) τους σωστούς χαιρετισμούς του εικοσιτετραώρου. To γιατί ανάλογο πρόγραμμα δεν
εφαρμόστηκε – όσο μπορούμε να ξέρομε – σε καμιάν άλλη “υπανάπτυκτη” χώρα της
Ευρώπης πλην της Ελλάδας είναι ένα ερώτημα στο οποίο οι αρμόδιοι των Βρυξελλών
ή των Αθηνών οφείλουν να δώσουν μια απάντηση. Αλλά το κυριότερο, ο υποτιθέμενος
«κώδικας ευρωπαϊκών χαιρετισμών του εικοσιτετραώρου» έρχεται σε ευθεία σύγκρουση
όχι μόνο με το σημασιακό σύστημα της γλώσσας αλλά προπάντων με την εμπειρική
λογική. Για όσους τυχόν δεν έχουν επαρκή γνώση της ελληνικής, η παλαιότερη
διατύπωση του «Καλησπέρα» ήταν περιφραστική, όπως για παράδειγμα στα κάλαντα
των Χριστουγέννων: «Καλήν εσπέραν, άρχοντες!». Και η έννοια «εσπέρα» στην
ελληνική γλώσσα είναι – για όσους δεν το ξέρουν (κι αυτή την πιθανότητα είμαστε
πλέον υποχρεωμένοι να τη λογαριάζομε) – η «εσπέρα» είναι ταυτόσημη με την
έννοια «βράδυ». Πώς μπορείς, λοιπόν, να λες «Καλησπέρα» το μεσημέρι – ή ακόμα
και το πρωί – ενάντια στη φυσική
εμπειρία και αντίθετα προς τους κώδικες επικοινωνίας; Είναι πασίγνωστο πως οι χαιρετισμοί
«Καλημέρα» και «Καλησπέρα» καθορίζονται σε συνάρτηση και αντιστοιχία προς την
κίνηση των πλανητών και συγκεκριμένα προς τη μεταβαλλόμενη σχέση της γης με τον
ήλιο, που οφείλεται στην ελλειπτική τροχιά της γης γύρω από τον ήλιο και στην
περιστροφή της γης γύρω από τον άξονά της, που είναι κεκλιμένος (κατά 23,5 μοίρες:
«εκλειπτική»). Αυτή η διπλή συνάρτηση δημιουργεί την εναλλαγή μέρας και
νύχτας και την κυκλική εναλλαγή των εποχών του έτους. Κι αυτές οι αστρονομικές συναρτήσεις ρυθμίζουν την εναλλαγή των εποχών και την
παραγωγικότητα της γης. Και καθορίζουν σε όλη την υφήλιο τις γεωργικές
καλλιέργειες και άμεσα ή έμμεσα επηρεάζουν τη ζωή των ανθρώπων συνολικά κι όχι
μόνο το σύστημα χαιρετισμών.
Ας συγκρίνομε τις δύο επιλογές. Η πατροπαράδοτη, που
βασίζεται στην επιστημονική γνώση, είναι διεθνής και εντάσσεται σε μια πλήρη
και εσωτερικά συνεπή κοσμολογία. Η «μετανεωτερική» -να την πούμε έτσι, της
δεκαετίας του 1990, τί έχει να αντιπαραθέσει ως επιχείρημα; Το καταγέλαστο
μεταφραστικό λάθος; ή ότι επιχειρεί να υποκαταστήσει – στο μυαλό των Ελλήνων
ειδικά και όχι όλων των Ευρωπαίων – την αντικειμενική πραγματικότητα με την
υποκειμενική κρίση; Εκτός κι αν πρέπει να την εξηγήσομε ως πράξη τιμωρητική και
φρονηματιστική (για ποιο άραγε πλασματικό αδίκημα;) εις βάρος του ελληνικού
λαού ως συνόλου! Κάτι μας θυμίζει αυτή η αντίληψη συλλογικής ευθύνης από τη
σκοτεινή περίοδο της γερμανικής κατοχής.
― Υπάρχει στην προφορική μας παράδοση μια ειρωνική έκφραση,
με τη φόρμα ερωταπόκρισης: “ – Πετάει ο
γάιδαρος; – Πετάει!” Το πρώτο
σκέλος είναι φαινομενικά μια «ερώτηση γνώσεως». Στην πραγματικότητα όμως η
ερωτηματική φόρμα εμπεριέχει μια ισχυρή δόση επιβολής, που θα πει ότι εδώ
συλλειτουργεί η κατά Jakobson «αποπειρατική λειτουργία» (“fοnction conative”), που επιδιώκει να εκμαιεύσει
καταφατική απάντηση. Αν ωστόσο λογαριάσομε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η
εκμαίευση μιας καταφατικής απάντησης είναι σε κραυγαλέα αντίθετη προς την κοινή
εμπειρία, φυσική και λογική, τότε η ερώτηση μετατρέπεται σ’ ένα είδος «τεστ»
διανοητικής ικανότητας (αν μπορείς να ξεχωρίσεις το φυσιολογικό από το
τερατώδες) ή ηθικής ποιότητας (αν φτάνεις στο σημείο να εξευτελιστείς,
προκειμένου να επιβεβαιώσεις την άνευ όρων υποταγή σου στην έμμεση υπόδειξη του
ερωτώντος). Μ’ αυτή τη δεύτερη εκδοχή συνδέεται η χρήση της έκφρασης (– Πετάει ο γάιδαρος; – Πετάει!), καθώς
την επικαλούμαστε όταν θέλομε να στιγματίσομε τη δουλοπρεπή συμπεριφορά μερικών
ανθρώπων. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για έναν κώδικα κοινωνικής αποδοκιμασίας του δουλικού ήθους, με βάση ένα
διπλό κριτήριο: τη διάκριση μεταξύ φυσικού
και αφύσικου, ηθικού και ανήθικου.
Ώστε, το κλειδί για την ερμηνεία του κώδικα είναι το μέτρο που προσφέρει η
εμπειρία της φύσης, η οποία συνιστά ουσιώδη παράμετρο της αντίληψης του λογικού
και του αληθούς. Αυτό είναι που τροφοδοτεί την ειρωνική, κοροϊδευτική ή
χλευαστική απόχρωση που δίνομε, κατά περίπτωση, με τον τόνο και τη χροιά της
φωνής μας, στην παραπάνω διαλογική έκφραση.
Και προκειμένου για το «Πετάει
ο γάιδαρος», θα μπορούσε κανείς, στο τέλος τέλος, να το συγχωρήσει σ’ έναν
ημιμαθή, ως αποτέλεσμα σύγχυσης ανάμεσα στο συμπαθές υποζύγιο, το γαϊδούρι, και
στον μυθικό Πήγασο, το φτερωτό άλογο της αρχαίας μυθολογίας. Το «Καλησπέρα»
όμως πώς να το συγχωρήσει κανείς, όταν αυτός που το ξεστομίζει βλέπει την ίδια
εκείνη στιγμή τον ήλιο να μεσουρανεί. Πώς καταφέρνει να συνδέσει στο μυαλό του
την άμεση εμπειρία του γύρω κόσμου με έναν ασύμβατο προς αυτήν χαιρετισμό,
χωρίς να διαταραχθεί η ψυχοδιανοητική του ισορροπία;
Εδώ ακριβώς βρίσκεται το «πρόβλημα». Αυτό που διακρίνει το
επίμαχο «επιμορφωτικό» πρόγραμμα είναι ότι αγνοεί τα κριτήρια που ορίζουν τη
λογική και την εσωτερική συνέπεια των αντίστοιχων πολιτισμικών κωδίκων: τη
συνάρτηση του ανθρώπου με τη φύση και το σύμπαν. Ο τρόπος που ο ανθρώπινος
εγκέφαλος οργανώνει και κατανοεί το φαινομενολογικό συνεχές είναι συνειρμικός,
μέσω του συσχετισμού των στοιχείων του, στη βάση ομοιότητας – διαφοράς και ταυτότητας –
αντίθεσης. Χάρη σ’ αυτό τον τρόπο αντίληψης οι γνωστικές κατακτήσεις και τα
πάσης φύσεως δημιουργήματα του ανθρώπου βασίζονται σε δέσμες συναρτήσεων και
συγκροτούν συστήματα σχέσεων· μ’ ένα
λόγο, έχουν συστηματικό χαρακτήρα. Η
μη συνάρτηση είναι ασύμβατη προς τη λειτουργία του εγκεφάλου κι αυτός είναι ο
λόγος που η «ασυναρτησία» δεν παράγει
κάποιου είδους πληροφορία ή γνώση. Ό, τι καταργεί τις αντικειμενικές και
αναγνωρίσιμες συναρτήσεις, είναι ακατανόητο. Και στο πεδίο της φυσικής γλώσσας
ακυρώνει τη βασική λειτουργία της ως οργάνου επικοινωνίας.
Ένα καλό παράδειγμα για τα φαινόμενα που μας ενδιαφέρουν μας
προσφέρει η υπερρεαλιστική επανάσταση του 20ού αιώνα στην ποίηση και στις τέχνες.
Προκειμένου να καταγγείλουν, στα χρόνια μεταξύ των δύο παγκοσμίων πολέμων, τη
χρεωκοπία του κυρίαρχου Δυτικού πολιτισμού, οι υπερρεαλιστές ανατρέπουν τους
καθιερωμένους μηχανισμούς και κώδικες παραγωγής σημασίας, με στόχο να
δημιουργήσουν έργα ερμητικά, δυσνόητα, που το σημασιακό σύστημα της γλώσσας (ή
της τέχνης) δεν επαρκεί για την αποκωδικοποίησή τους. Η τεχνική της αυτόματης γραφής, λ.χ., δεν παράγει
σημαινόμενα σε επίπεδο καταδήλωσης. Ωστόσο, πίσω από τη φαινομενικά
μη-σημαίνουσα τέχνη υπάρχει, σε επίπεδο συνυποδήλωσης, ένα ηχηρό μήνυμα: «Αυτός
είναι ο κόσμος που σας προσφέρει το κυρίαρχο σύστημα, στρεβλός, ασυνάρτητος,
ακατανόητος: χρεωκοπημένος». Ανάμεσα στην ανατρεπτική
υπερρεαλιστική τέχνη του Μεσοπολέμου και στο σημερινό υπό μελέτη φαινόμενο
υφίσταται ένα είδος αντίστροφης αναλογίας. Η μεθοδολογία είναι ανάλογη: σκόπιμη
αποδιοργάνωση του καθιερωμένου συστήματος σημασίας· αλλά η στόχευση είναι αντίθετη. Οι υπερρεαλιστές ποιητές και
καλλιτέχνες επιδίωκαν, με μια «προσομοίωση» του προβλήματος στο καίριο πεδίο
της γλωσσικής και εικαστικής επικοινωνίας, να αφυπνίσουν την κοινή γνώμη, ώστε
να αντιδράσει στην ολέθρια παρέκκλιση του κυρίαρχου συστήματος. Το ερώτημα
είναι τί επιδιώκουν οι όψιμοι «αποδομιστές» της εποχής μας. Καθώς δεν υπάρχει,
όσο γνωρίζομε, σχετική επιχειρηματολογία (αιτιολογική έκθεση και σκοπιμότητα
του υπό συζήτηση προγράμματος) από αρμόδιο δημόσιο φορέα, θα καταφύγομε σε
υποθέσεις, τις οποίες τροφοδοτούν τα πραγματικά δεδομένα που έχομε στη διάθεσή
μας. Το ένα είναι η άποψη που έχει παγιωθεί μεταξύ των χρηστών, ότι οι Έλληνες
ως ευρωπαίοι πλέον πολίτες ακολουθούν τον κοινό ευρωπαϊκό κώδικα χαιρετισμών.
Ένας τέτοιος κώδικας όπως μας βεβαίωσαν οι ειδικοί Ευρωπαίοι συνάδελφοι, δεν
υπάρχει. Τί πρέπει, λοιπόν, να υποθέσομε, ότι οι δημόσιοι φορείς που διακινούν
το πρόγραμμα παραπλανούν συνειδητά τον ελληνικό λαό; και αν ναι, για ποιο λόγο, με ποιο σκοπό;
Γνωρίζουν άραγε ότι έτσι διαρρηγνύεται η σχέση υποκειμενικής αντίληψης και αντικειμενικής
πραγματικότητας, η μεταξύ τους φυσική και λογική συνάρτηση αναιρείται και
υποκαθίσταται από την ασυναρτησία; Και ότι αυτό
προκαλεί στον ανθρώπινο εγκέφαλο έναν επικίνδυνο ψυχοδιανοητικό διχασμό,
που οδηγεί στον προθάλαμο της σχιζοφρένειας;
Ο χαιρετισμός
«καλησπέρα» την ώρα που ο ήλιος μεσουρανεί συνδέει δυο ασύμβατα. Μ’ αυτό τον
τρόπο εισάγει και επιχειρεί να επιβάλει πλαγίως πλην σαφώς έναν κώδικα που
απορρίπτει εκ προοιμίου το κοινό κριτήριο αντικειμενικότητας, με το οποίο
διακρίνομε το ορθό από το λάθος, το λογικό από το παράλογο. Κι έτσι αναιρεί τη
δυνατότητα του διαλόγου ως μέσου συνεννόησης μεταξύ των ανθρώπων, ως ατομικών
και συλλογικών υποκειμένων και αποκλείει την υπέρβαση των μεταξύ τους
αντιθέσεων. Και στη θέση τους τί βάζει; Το αδιέξοδο σλόγκαν: «ένα αφήγημα
απέναντι σ’ ένα άλλο αφήγημα», «ο λόγος μου απέναντι στο λόγο σου»; που
αρνείται το διάλογο και υπονομεύει τη δυνατότητα επικοινωνίας και συλλογικής
δράσης!
Σ’ αυτή την ανατροπή
των καθιερωμένων σημασιακών κωδίκων αναγνωρίζομε ένα γνωστό στην ιστορία του
πολιτισμού φαινόμενο. Έχει διαπιστωθεί ότι σε περιόδους βίαιων κοινωνικών
αλλαγών παρατηρείται μια άνωθεν καθοδηγούμενη έξαρση της σημειωτικής
δραστηριότητας με στοχευμένους νεολογισμούς και ανασημασιοδοτήσεις σε
όρους-κλειδιά, που μαρτυρεί ότι μεθοδεύεται η ανατροπή του τύπου της
κουλτούρας. Αυτοί οι νεολογισμοί και ανασημασιοδοτήσεις επιλεγμένων εννοιών, οι
οποίες αφορούν πολιτισμικές αξίες και θεσμούς μείζονος σημασίας, έχουν όλα τα
συμπτώματα μιας πολιτισμικής ανατροπής, καθώς χρησιμοποιούνται συστηματικά και
αθόρυβα ως εργαλεία μιας στρατηγικής μετάβασης σε μιαν άλλη, ανοίκεια τάξη
πραγμάτων. Το ανάλογο φαινόμενο επανεμφανίζεται με επίταση στις αρχές της
δεκαετίας του 1990 και αναπτύσσεται αλματικά ως τις μέρες μας. Και μας
αναγκάζει να θυμηθούμε τα αυτονόητα. Η μητρική μας γλώσσα δεν είναι κάτι έξω
από μας, που βρίσκεται κάπου αλλού, ας πούμε, στις βιβλιοθήκες, τα λεξικά ή τα
συγγράμματα των γλωσσολόγων. Είμαστε εμείς οι ίδιοι, ο καθένας από μας, ο
τρόπος που βλέπομε και καταλαβαίνομε τον κόσμο, που σκεφτόμαστε, που
αισθανόμαστε, που επικοινωνούμε, που υπάρχομε. “Όπου γλώσσα πατρίς» (Οδυσσέας
Ελύτης). Όπως είδαμε, χωρίς φυσική γλώσσα δεν δικαιούμαστε να υπάρχομε ως
αυτόνομο εθνικό κράτος[8].
Δέκα τόσα χρόνια πριν εμφανιστεί επίσημα η λεγόμενη «Νέα
Τάξη» με το μπαϊράκι του «γκλομπαλισμού» και της «παγκόσμιας διακυβέρνησης», ο
ποιητής Οδυσσέας Ελύτης, σε
συνέντευξη που έδωσε μόλις είχε ανακοινωθεί ότι του απονέμεται το Βραβείο
Νόμπελ Λογοτεχνίας (19 Ὀκτωβρίου 1979), απαντά στο ερώτημα του δημοσιογράφου, Τί είναι αυτό που τον ανησυχεί περισσότερο
σήμερα:
― «Είναι η βαρβαρότητα. Την βλέπω να
έρχεται μεταμφιεσμένη κάτω από άνομες συμμαχίες και προσυμφωνημένες
υποδουλώσεις. Δεν θα πρόκειται για τους φούρνους του Χίτλερ ίσως, αλλά για
μεθοδευμένη και οιονεί επιστημονική καθυπόταξη του ανθρώπου. Για τον πλήρη
εξευτελισμό του. Για την ατίμωσή του».
Η προφητική ρήση του Ποιητή τα λέει όλα. Τί να προσθέσομε
εμείς ύστερα απ’ αυτό; Μόνο μια απλή επισήμανση. Κανείς δεν μπορεί να εξαφανίσει την ελληνική γλώσσα εκτός από τους
ίδιους τους Έλληνες. Θα επιτρέψομε αυτό να συμβεί επί των ημερών μας; Θα
δεχτούμε να φορτωθούμε τέτοιο συντριπτικό βάρος απέναντι στην Ιστορία;
Εμπιστευόμαστε την απάντηση αν
όχι στον πατριωτισμό,
στη
νοημοσύνη των Ελλήνων!
[1] Υπάρχει ένας διεθνής κανόνας που επιβεβαιώνει αυτή την αρχή. Για να αναγνωριστεί μια ανθρώπινη κοινότητα ως αυθύπαρκτη εθνοφυλετική οντότητα και να έχει το δικαίωμα να συγκροτηθεί σε κράτος, απαραίτητος όρος είναι να διαθέτει τη δική της διακριτή φυσική γλώσσα.
[2] Βλ.
Ερατοσθένης Γ. Καψωμένος, «Το δημοσιογραφικό ιδίωμα και η κοινή νέα ελληνική.
Προβλήματα γλώσσας και πολιτισμού», στον τόμο "Μ.Μ.Ε.
και πολιτισμός". 3ο Συνέδριο Εταιρείας Παιδείας και Πολιτισμού “Εντελέχεια”
- Εκπαιδευτήρια
Γείτονα (Αθήνα, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, 19-21.9.2003), Επιμ. Λαοκράτης
Βάσσης, Αθήνα, Εντελέχεια, 2004, σ. 225-235. Για δεύτερη φορά τα συζητήσαμε
διεξοδικά στο Διεθνές
Επιστημονικό Συνέδριο «Οι Νεοελληνικές Σπουδές στην Ευρώπη και τον Κόσμο» {Χανιά, Πνευματικό Κέντρο Χανίων, 1- 3 Σεπτεμβρίου 2023}. Βλ. σχετικά
παρακάτω.
[3] Σήμερα, κατά τη διαδικασία του τελικού ελέγχου του
κειμένου μας, έτυχε να ακούσομε σε τηλεοπτική συζήτηση με σοβαρούς ομιλητές, τη
φράση: «τα επόμενα δύο επεισόδια των νόταμ-ς»(!).
[4] Τι έχει μείνει σήμερα από το τουρκικό λεξιλόγιο του 19ου αι., που προσέβαλλε την αισθητική των λογίων μας;
[5] Βλ. σχετικά στη μελέτη μας «Το δημοσιογραφικό ιδίωμα και η κοινή νέα ελληνική», ό.π., 2004: 230-234.
[6] Συγκεκριμένα,
40 Σύνεδροι από Ευρώπη, Αμερική και Αυστραλία, που αντιπροσώπευαν 15
χώρες: Αυστραλία, Βουλγαρία, Βρετανία,
Γαλλία, Γερμανία, Ελλάδα, ΗΠΑ, Ισπανία, Ιταλία, Καναδά, Ολλανδία, Ρουμανία, Ρωσία, Σερβία και Σουηδία.
[7] Βλ. σχετικά
Ερατ. Γ. Καψωμένος, «Το δημοσιογραφικό ιδίωμα και η κοινή νέα ελληνική.
Προβλήματα γλώσσας και πολιτισμού», στον τόμο "Μ.Μ.Ε. και
πολιτισμός". 3ο Συνέδριο Εταιρείας Παιδείας και Πολιτισμού “Εντελέχεια” - Εκπαιδευτήρια Γείτονα (Αθήνα, Εθνικό Ίδρυμα
Ερευνών, 19-21.9.2003), Επιμ. Λαοκράτης Βάσσης, Αθήνα, Εντελέχεια, 2004, σ.
225-235: 230-231.
[8] Αυτό βολεύει – δε λέμε – το παλιό αγγλοαμερικάνικο σχέδιο Ελλάδα και Τουρκία να συγχωνευθούν σε ένα ενιαίο κράτος κι έτσι να λυθούν ως εκ θαύματος οι ελληνοτουρκικές διαφορές και να κλείσει το ρήγμα στη Ν.Α. πτέρυγα του ΝΑΤΟ, καθώς λένε. Τί σχέση να έχουν άραγε οι εκτεταμένες έρευνες στο DNA των Τούρκων πολιτών τα τελευταία χρόνια «από Κινέζους ερευνητές» (πρόσωπα εκτός πάσης υποψίας), που βγάζουν ότι οι Τούρκοι έχουν κατά 60% ελληνικό DNA (κι αυτό αναίμακτα, χωρίς να σπάσει κανένα κεφάλι!).
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου