
Ζήσης Σαρίκας
(Ἀφιέρωμα 10/22)
Ἡ κότα
ΤΟ
ΠΑΛΙΟ ΣΠΙΤΙ εἴχαμε κοτέτσι ἔξω στὴν αὐλή. Μιὰ κότα, κάθε πρωΐ,
μόλις καταλάβαινε πὼς εἴχαμε ξυπνήσει, ὁρμοῦσε μὲ μανία
πάνω στὴν πόρτα, ραμφίζοντάς την, κακαρίζοντας καὶ χτυπῶντας
τὰ φτερά της, γιὰ νὰ τῆς ρίξουμε τὸ καλαμπόκι. Ἦταν, ἡ
ἀφιλότιμη, πετσὶ καὶ κόκαλο, σὰν ξωτικό, ξεμαλλιασμένη
μάγισσα, μὲ κιτρινόασπρα φτερά. Τὴν λέγαμε Παρτάλω. Ἔτρωγε,
ἔτρωγε καὶ τίποτε δὲν ἔδινε. Ὅταν τέλος τὴν σφάξαμε, τὸ κρέας
της δὲν ἔβραζε. Ὅπως καὶ μερικοὶ ἐξ ἡμῶν, ἦταν μόνο γιὰ τὸ λαβεῖν
καὶ ὄχι γιὰ τὸ δοῦναι.
