Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2021

Ἀ­θα­να­σί­α Μαυ­ρομ­μά­τη: Μα­νώ­λης Μπι­κά­κης 1974

 




AΙΘΑΛΗ ΚΑΥΤΗ μέ­σα ἔ­ξω. «Τώ­ρα κα­τα­λα­βαί­νω». Δὲν τοῦ πῆ­ρε πο­λύ. Κά­ποι­α δευ­τε­ρό­λε­πτα. Πό­λε­μος. Κρή­τη-Κύ­προς, ἕ­να τσι­γά­ρο δρό­μος. Τὸν Ἰ­ού­λιο ξε­κί­νη­σε. Τώ­ρα εἶν’ Αὔ­γου­στος. «Εἶ­μαι ἐ­δῶ. Θὰ πο­λε­μή­σω.» Ὅ,τι μπο­ρεῖ νὰ σω­θεῖ. Μα­ζὶ μὲ τὸν Ἀν­τρέ­α, χω­ρὶς λό­για. Μιὰ-δυ­ὸ κου­βέν­τες, τὰ ση­μαν­τι­κά. Ἀ­να­γνώ­ρι­ση ἐ­δά­φους. Ὁ­πλι­σμὸς βα­ρύς. Ἀ­σή­κω­τος.

        Τὸ κορ­μὶ μα­θη­μέ­νο, ἀ­γρο­τό­παι­δο ἀ­πὸ κού­νια κι ἀ­πὲ κα­τα­δρο­μέ­ας. Ἐκ­παί­δευ­ση σκλη­ρή, σῶ­μα ἀ­τσά­λι. «Ἠ­θι­κὸν ἀκ­μαι­ό­τα­τον.» Ὅ­λα ζε­μα­τᾶ­νε. Μέ­σα κι ἔ­ξω. Κο­χλά­ζει ἡ προ­δο­σί­α. Ἀν­τρέ­α, κοί­τα μπρο­στά. Ἡ Λευ­κω­σί­α πί­σω. Δὲν θὰ πᾶ­νε πα­ρα­πέ­ρα. Ὣς ἐ­δῶ. Μὲ τί δυ­νά­μεις Μα­νώ­λη. Σκᾶ­νε οἱ ρου­κέ­τες δί­πλα, τ’ ἀ­ε­ρο­πλά­να βα­ρᾶ­νε ἀ­πὸ πά­νω, πό­σοι εἴ­μα­στε; Ἐ­σὺ κι ἐ­γώ. Σ’ἕνα δευ­τε­ρό­λε­πτο, ἡ ζω­ὴ ὁ­λά­κε­ρη ται­νί­α. «Θὰ ἀν­τέ­ξω. Ὄ­χι δὲν θὰ πᾶ­νε πα­ρα­πέ­ρα.»

Τὰ σω­θι­κὰ δύ­να­μη. Ἡ μά­να μὲ τὴ Νί­κη τὸν ση­κώ­νουν νὰ προ­σκυ­νή­σει. Στὴν Ἀ­σὴ-Γω­νιά, στὸν Ἀ­η-Γι­ώρ­γη. Τεσ­σά­ρω χρο­νῶ. Ἕ­να βλῆ­μα σκί­ζει τὴν ἀ­κο­ή. Φω­τιά. Σέρ­νε­ται χά­μω. Στὸ χῶ­μα. Τὸ γνω­ρί­ζει τὸ χῶ­μα καὶ τὸν γνω­ρί­ζει. Κα­λά. Ἀλ­λὰ τοῦ­το εἶ­ναι ἀλ­λι­ώ­τι­κο. Ξερ­νά­ει φλό­γα. Ἀν­τρέ­α πού ’­σαι. Μα­νώ­λη… Ὀ­κτὼ βλή­μα­τα καὶ τ’ ὅ­πλο. Σέρ­νε­ται καὶ ὁ­πλί­ζει. «Δὲ μπο­ρῶ θὰ τὸ χά­σω.» Ἡ μά­να τὸν ση­κώ­νει: «Ἔ­λα βα­σι­λά­κι μου, ἔ­λα στὴν Πα­να­γιά.» Τὸ χέ­ρι πά­ει μό­νο του. Δὲν ξέ­ρει τί γί­νε­ται ἀ­πέ­ναν­τι. Ἀ­κού­ει ἐ­κρή­ξεις. Σέρ­νε­ται σὰν τὸ φί­δι, γί­νε­ται ἕ­να μὲ τὸ χῶ­μα, ἀ­κού­ει ὁ­πλί­ζει πῦρ. Τὸ αἷ­μα στὶς φέ­βες κυ­λά­ει καυ­τό. Σέρ­νε­ται, ἀλ­λά­ζει θέ­σεις, ὁ­πλί­ζει πυ­ρο­βο­λεῖ. Ὧ­ρες, μέ­ρες, χρό­νια. Ὁ και­ρὸς ἀλ­λά­ζει, οἱ αἰ­ῶ­νες ἔ­φυ­γαν, ἀ­ε­τοὶ σε­λα­γί­ζουν στὸν κόρ­φο του, ἕ­να ἁρ­πα­κτι­κὸ πε­ρι­μέ­νει νὰ κα­τα­βρο­χθί­σει τὸ κου­φά­ρι του. Φύ­γε. Ποῦ νὰ πά­ω. Εἶ­μαι στὸν πά­το τῆς κό­λα­σης. Δὲν ἔ­χει πιὸ κά­τω. Δὲν ἔ­χει νε­ρό. Ἔ­ρη­μος, ἡ δί­ψα, δι­ψῶ. Ἔ­χει τέσ­σε­ρις μέ­ρες. Τὸ χῶ­μα τὸν δέ­χε­ται. Ἡ Κύ­προς πε­τᾶ. Ἡ Λευ­κω­σί­α εἶ­ναι πί­σω. Ὁ Ἅ­γιος Δο­μέ­τιος. Δὲν ὑ­πο­χώ­ρη­σε. Μπρο­στὰ χά­σκουν τέσ­σε­ρα ἅρ­μα­τα μά­χης. Ἔ­τσι λέ­νε. Αὐ­τὸς δὲν τὰ εἶ­δε. Αὐ­τὸς εἶ­δε τὸν θά­να­το στὰ μά­τια καὶ τὸ χῶ­μα νὰ καμ­πυ­λώ­νει ἡ­δο­νι­κά, νὰ γί­νε­ται γυ­ναί­κα, νὰ τὸν κα­λεῖ μέ­σα του. Οὔ­τε ἐ­κεῖ. Τὸν χαι­δεύ­ει τὸ χῶ­μα, τὸν ξε­λο­γιά­ζει ἡ ἀ­νά­σα του. Πύ­ρι­νη. Νὰ ξε­κου­ρα­στεῖ. «Μά­να, ποῦ εἶ­ναι τὸ τέρ­μα;» «Δὲν ἔ­χει τέρ­μα, που­λί μου.» Μέ­χρι ἐ­δῶ. «Μα­νώ­λη, ζεῖς;» «Στεῖλ­τε νε­ρὸ» Ἀ­πὸ τὴν μή­τρα τῆς βα­σά­νου, ἕ­νας Ἑλ­λη­νι­σμὸς μὲ τὰ χέ­ρια πί­σω ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι. Κι ὅ­μως. Ἀ­πὸ τὴν μή­τρα τῆς κραυ­γῆς στὰ Ἄ­δα­να. Ἀ­πὸ τὸν λάκ­κο τῶν αἰχ­μα­λώ­των ἱ­ε­ρέ­ων. Φω­νή. Ποὺ τρυ­πᾶ τὰ ἔγ­κα­τα. Ὣς πό­τε; Δὲν ἔ­χει τέρ­μα. Μα­νώ­λης Μπι­κά­κης.


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ

Ἀ­θα­να­σί­α Μαυ­ρομ­μά­τη (Ἀ­θή­να, 1967): Σπου­δὲς Ἱ­στο­ρί­ας στὴν Ἀ­θή­να καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς Λο­γο­τε­χνί­ας στὸ Πα­ρί­σι(DEA, PARIS IV-SORBONNE). Φι­λό­λο­γος στὸ Μου­σι­κὸ Σχο­λεῖ­ο Ἁ­λί­μου. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ συλ­λο­γι­κὸ τό­μο καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει ἕ­να βι­βλί­ο μὲ τί­τλο Ἄρ­χων Μι­χα­ὴλ(ἐκδ. Στα­μού­λη).

Εἰκόνα: Ὁ κα­τα­δρο­μέ­ας Μα­νώ­λης Μπι­κά­κης (1954-1994). Πλη­ρο­φο­ρί­ες γιὰ τὴ ζωή του ἐ­δῶ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου