ΚΑΘΕΔΡΙΚΟΣ
ΝΑΟΣ στέκει στὴν πιὸ ἔρημη, τὴν πιὸ ἠλιόλουστη πλατεῖα. Ἐδῶ εἶναι
νέκρα, μόλο ποὺ νότια στὰ πόδια τοῦ ναοῦ εἶναι πολὺ κοντὰ τὸ
λιμάνι Λὰ Ζολιέτ, στὰ βόρεια μιὰ γειτονιὰ προλεταριακή. Σὰν
χῶρος μεταφόρτωσης μιᾶς ἄπιαστης ἀνεξιχνίαστης πραμάτειας
στέκει τὸ ἔρημο κτίσμα ἀνάμεσα στὸ μόλο καὶ τὴν ἀποθήκη. Τὸ
χτίζανε κάπου σαράντα χρόνια. Ὅταν ὅμως μετά, τὸ 1839, ἦταν
ἔτοιμα τὰ πάντα, ὁ τόπος κι ὁ χρόνος εἶχαν συνωμοτήσει
ἐπιτυχῶς ἐνάντια στοὺς ἀρχιτέκτονες καὶ τοὺς ἐντολοδόχους,
καὶ μὲ τὰ ἄφθονα μέσα τοῦ κλήρου φτιάχτηκε ἕνας τεράστιος
σιδηροδρομικὸς σταθμός, ποὺ δὲν μπόρεσε ποτὲ νὰ δοθεῖ στὴν
κυκλοφορία. Ἀπὸ τὴν πρόσοψη ξεχωρίζεις μέσα τὶς αἴθουσες
ἀναμονῆς τοὺς ταξιδιῶτες πρώτης μέχρι τετάρτης θέσης (μπρὸς
στὸν Θεὸ ὅμως εἶναι ὅλοι ἴσοι) ποὺ κάθονται, στριμωγμένοι σὰν
ἀνάμεσα σὲ ἀποσκευές, διαβάζοντας μὲ κατάνυξη τὰ ὑμνολόγια,
ποὺ μὲ τὶς κονκορντάντσες καὶ τὶς ἀνταποκρίσεις τους μοιάζουν
πολὺ μὲ τοὺς διεθνεῖς πίνακες δρομολογίων. Ἀποσπάσματα ἀπὸ
τὶς διατάξεις τῆς σιδηροδρομικής κυκλοφορίας κρέμονται
στοὺς τοίχους σὰν ποιμαντορικὲς ἐπιστολές, οἱ ἄνθρωποι
συμβουλεύονται ταρίφες γιὰ τὴν ἔκπτωση τιμῶν στὶς εἰδικὲς
διαδρομές μὲ τὸ τρένο πολυτελείας τοῦ Σατανᾶ, κι ἔχουν ἕτοιμες
στὴ διάθεση τους, σὰν ἐξομολογητήρια, τουαλέτες ὅπου ὁ
μακρινὸς ταξιδιώτης μπορεῖ νὰ πλυθεῖ διακριτικά. Αὐτὸς εἶναι
ὁ θρησκευτικὸς σιδηροδρομικὸς σταθμὸς τῆς Μασσαλίας.
Κλινάμαξες ποὺ ἀπευθύνονται στὴν αἰωνιότητα ξεκινοῦν ἀπὸ δῶ
τὴν ὥρα τῆς θείας λειτουργίας.
![]()
Πηγή: ἀπὸ τὴν ἔκδοση Walter Benjamin, Μονόδρομος.
Εἰσαγωγή-μετάφραση: Νέλλη Ἀνδρικοπούλου, Ἐπίμετρο: Th. W.
Adorno, Δ. Καρύδας – Σ. Σταυρίδης, Ἐπιμέλεια: Γιῶργος
Σαγκριώτης, Ἐκδόσεις Ἄγρα, 2016 [πρώτη ἔκδοση: Βερολῖνο 1928].
Γιὰ τὸ ἔργο Μονόδρομος (Einbahnstrasse):
Ὁ Μονόδρομος εἶναι ἕνα φιλοσοφικὸ-λογοτεχνικὸ
ἔργο τοῦ Βάλτερ Μπένγιαμιν, ποὺ δημοσιεύτηκε γιὰ πρώτη φορὰ τὸ
1928 ἀπὸ τὸν Rowohlt Verlag. Ἡ συλλογὴ μικρῶν κειμένων, ποὺ
περιλαμβάνει μόνο 80 περίπου ἔντυπες σελίδες, εἶναι γνωστὴ
κυρίως γιὰ τὶς πολλὲς ἀφοριστικές της διατυπώσεις. Εἶναι τὸ
μοναδικὸ λογοτεχνικὸ ἔργο τοῦ Μπένγιαμιν ποὺ ἐκδόθηκε ὅσο
ζοῦσε. Ἡ πρώτη ἔκδοση τοῦ Μονόδρομου κυκλοφόρησε τὸ
1928 ὄχι ὡς βιβλίο, ἀλλὰ ὡς μπροσούρα μὲ ἐξώφυλλο ποὺ σχεδίασε ὁ
Ρῶσος φωτογράφος Sasha Stone. Ὁ Μονόδρομος εἶναι
ἰδιαίτερα ἀξιοσημείωτο βιβλίο γιὰ τὴν ἀσυνήθιστη μορφή του:
περιέχει πάνω ἀπὸ 100 σύντομες, μερικὲς φορὲς ἀποσπασματικὲς
λογοτεχνικὲς μινιατοῦρες ποὺ διαδέχονται ἡ μία τὴν ἄλλη μὲ
ἕναν φαινομενικὰ ἀσύνδετο τρόπο. Αὐτὲς περιλαμβάνουν ἀρχεῖα
ὀνείρων καὶ ἀναμνήσεις, ρητὰ καὶ aperçus (ματιές), διατριβές,
ταξιδιωτικά, πορτρέτα, νεκρὲς φύσεις καὶ σκίτσα. Ὁρισμένα
κείμενα μοιάζουν ἐπίσης μὲ καταχωρήσεις ἡμερολογίου. Οἱ ἐπί
μέρους συνεισφορὲς δύσκολα μποροῦν νὰ συνοψιστοῦν σὲ ἕνα μόνο
λογοτεχνικὸ εἶδος, ἀλλὰ λόγῳ τῶν πολλῶν συνοπτικῶν
διατυπώσεών τους («Τὰ δῶρα πρέπει νὰ ἐπηρεάζουν τὸν
παραλήπτη τόσο βαθιὰ ὥστε νὰ φοβᾶται»), τὸ εἶδος τους ἔχει
συχνὰ ταξινομηθεῖ ὡς ἀφορισμός («Τὰ ἀποσπάσματα στὸ ἔργο μου
εἶναι σὰν ληστὲς στὸ δρόμο, ποὺ ξεσποῦν ὁπλισμένοι γιὰ ν’
ἀφαιρέσουν κάθε καθησυχαστικὴ βεβαιότητα»). Ὁ ἴδιος ὁ
Μπένγιαμιν ἐπινόησε ἀργότερα τὸν ὅρο «Denkbilder» («εἰκόνες
σκέψης») γιὰ τὴ μορφὴ τῆς λογοτεχνικῆς-φιλοσοφικῆς
μινιατούρας του. Σὲ ἕνα ἄρθρο στὸ Kindler's Literature Lexicon,
ἡ λογοτεχνικὴ μέθοδος τοῦ Μπένγιαμιν ἑρμηνεύτηκε
περαιτέρω ὡς ἀλληγορική.
Βάλτερ Μπένγιαμιν (Walter Bendix Schoenflies Benjamin)
(15 Ἰουλίου 1892, Βερολῖνο – 26 Σεπτεμβρίου 1940, Πορτμποῦ,
Ἱσπανία). Γερμανὸς φιλόσοφος, κριτικὸς πολιτισμοῦ καὶ
μεταφραστής. Ὡς ἀνεξάρτητος στοχαστής, θεωρεῖται ὅτι ἀνήκει
στὴν εὐρύτερη σφαῖρα ἐπιρροῆς τῆς Σχολῆς τῆς Φρανκφούρτης λόγῳ
τῆς στενῆς φιλίας του μὲ τὸν Theodor W. Adorno. Ἡ φιλία καὶ ἡ
συνεργασία του μὲ τὸν Μπέρτολτ Μπρὲχτ εἶχαν ἐπίσης
διαμορφωτικὴ ἐπίδραση στὴ σκέψη καὶ τὴ γραφή του . Θεωρεῖται ὁ
σημαντικότερος στοχαστὴς στὸν χῶρο τῶν πολιτιστικῶν
σπουδῶν. Τὰ γραπτά του σχετικὰ μὲ μιὰ κοινωνικὰ κατανοητὴ
αἰσθητικὴ γίνονται δεκτὰ σὲ μιὰ εὐρεῖα ποικιλία
ἐπιστημονικῶν κλάδων. Ἡ ἐπιρροή τους ἐκτείνεται πέρα ἀπὸ τοὺς
ἀκαδημαϊκοὺς τομεῖς στοὺς τομεῖς τῆς λογοτεχνίας, τῆς τέχνης,
τῶν μέσων (θεωρία) καὶ τῆς δημοσιογραφίας. Μετάφρασε ἔργα
των Ὀνορὲ ντὲ Μπαλζάκ, Σὰρλ Μπωντλαὶρ καὶ Μαρσὲλ Προύστ. Μὲ
καταγωγὴ ἀπὸ τὸ Βερολῖνο, ἀφοῦ ὁλοκλήρωσε τὶς σπουδές του καὶ
ἀπέτυχε στὴν ὑφηγεσία του, πρᾶγμα ποὺ τὸν ἐμπόδισε νὰ
συνεχίσει τὴν ἐπιθυμητὴ πανεπιστημιακή του καριέρα,
ἐπέστρεψε στὴ γενέτειρά του ὡς ἀνεξάρτητος συγγραφέας,
διακόπτοντας τὴν παρατεταμένη παραμονή του στὸ ἐξωτερικό.
Τὸ 1933, ὡς ἐκκοσμικευμένος Ἑβραῖος, διέφυγε ἀπὸ τὴ ναζιστικὴ
Γερμανία καὶ αὐτοεξορίστηκε στὸ Παρίσι. Μετὰ τὴν κατάληψη
τῆς Γαλλίας ἀπὸ τὰ γερμανικὰ στρατεύματα, αὐτοκτόνησε κατὰ
τὴ διάρκεια μιᾶς ἀποτυχημένης ἀπόδρασης στὴν ἱσπανικὴ
συνοριακὴ πόλη Πορτμποῦ.
[βλ. γερμανικὴ WiKi:
Μετάφραση ἀπὸ τὰ γερμανικά:
Νέλλη Ἀνδρικοπούλου (1921-2014). Ἑλληνίδα ζωγράφος,
μεταφράστρια καὶ συγγραφέας. Γεννήθηκε στὴν
Κωνσταντινούπολη καὶ ἐγκαταστάθηκε οἰκογενειακῶς στὴν
Ἀθήνα τὸ 1936. Τὸ 1939 γράφτηκε στὴν Ἀνωτάτη Σχολὴ Καλῶν Τεχνῶν,
ὅπου διδάχθηκε σχέδιο ἀπὸ τὸν Δημήτριο Μπισκίνη καὶ ἀργότερα
γλυπτικὴ μὲ καθηγητὴ τὸν Μιχάλη Τόμπρο. Τὰ Χριστούγεννα τοῦ
1945 ταξίδεψε μαζὶ μὲ πολλοὺς ἄλλους Ἕλληνες καλλιτέχνες καὶ
ἐπιστήμονες στὴ Γαλλία μέσῳ τοῦ πλοίου Ματαρόα, στὸ πρόγραμμα
μετάβασης στὴ Γαλλία τῶν Ἑλλήνων ὑποτρόφων τοῦ γαλλικοῦ
κράτους. Στὴ Γαλλία παρακολούθησε μαθήματα γλυπτικῆς στὸ
ἐργαστήριο τῆς Μαργκαρέτα Λαβριλλιὲ καὶ στὴν Ἀκαδημία τῆς
Γκρὰντ Σωμιὲρ μὲ καθηγητὴ τὸν Ὀσσὶπ Ζαντκίν. Τὸ 1947 ἐπέστρεψε
στὴν Ἑλλάδα καὶ ἔκτοτε ἀσχολήθηκε κυρίως μὲ τὴ ζωγραφικὴ καὶ
τὸ σχέδιο. Ἀπὸ τὸν Μάρτιο τοῦ 1950 μέχρι τὸ καλοκαίρι τοῦ 1954
ἦταν παντρεμένη μὲ τὸν καλλιτέχνη καὶ συγγραφέα Νῖκο
Ἐγγονόπουλο, μὲ τὸν ὁποῖο ἀπέκτησε ἕνα γιό. Ἀργότερα
ἐργάστηκε ὡς ξεναγὸς καὶ σὲ μεγάλη ἡλικία ἀσχολήθηκε μὲ τὴ
συγγραφὴ καὶ τὴ μετάφραση. Τὸ συγγραφικὸ ἔργο τῆς
Ἀνδρικοπούλου ἀποτελεῖται ἀπὸ μεταφράσεις ἔργων τῶν Βάλτερ
Μπένγιαμιν, Φρήντριχ Χαίλντερλιν, Ἔντουαρντ Μόργκαν Φόρστερ καὶ
ἄλλων. Ἄλλα βιβλία της εἶναι τὰ αὐτοβιογραφικὰ Τὸ ταξίδι τοῦ Ματαρόα (1945), Στὸν καθρέφτη τῆς μνήμης καὶ Ἐπὶ τὰ ἴχνη τοῦ Νίκου Ἐγγονόπουλου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου