
Ἔρνεστ Χέμινγουεϊ (Ernest Hemingway)
Ὁ κύριος καί ἡ κυρία Ἔλλιοτ
( Mr. and Mrs. Elliot)
ΚΥΡΙΟΣ
ΚΑΙ Η ΚΥΡΙΑ ΕΛΛΙΟΤ προσπάθησαν πάρα πολύ ν’ ἀποκτήσουν παιδί.
Προσπάθησαν τόσο συχνά ὅσο ἄντεχε ἡ κυρία Ἔλλιοτ.
Προσπάθησαν στή Βοστώνη μετά τό γάμο τους κι ἐπίσης ἀφοῦ
ἐπιβιβάστηκαν στό πλοῖο. Δέν προσπάθησαν πολύ πάνω στό καράβι
ἐπειδή ἡ κυρία Ἔλλιοτ ἦταν ἀρκετά ἄρρωστη.
Ἦταν ἄρρωστη κι ὅταν ἦταν ἄρρωστη, ἦταν ἄρρωστη ὅπως ὅταν
εἶναι ἄρρωστες οἱ γυναῖκες τοῦ Νότου. Δηλαδή, οἱ γυναῖκες ἀπό
τό νότιο τμῆμα τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν. Ὅπως ὅλες οἱ γυναῖκες τοῦ
Νότου, ἡ κυρία Ἔλλιοτ καταρρακωνόταν πολύ γρήγορα ἀπό τή
ναυτία, τά νυχτερινά ταξίδια καί τό πολύ πρωϊνό ξύπνημα.
Πολλοί ἀπό τούς ἐπιβάτες στό καράβι τήν περνοῦσαν γιά μητέρα
τοῦ Ἔλλιοτ. Ἄλλοι, πού γνώριζαν ὅτι ἦσαν παντρεμένοι, πίστευαν
πώς ἦταν ἔγκυος. Στήν πραγματικότητα ἦταν σαράντα ἐτῶν. Ἡ
ἡλικία της ἐπισπεύστηκε αἰφνιδίως ὅταν ξεκίνησε τό ταξίδι.
Φαινόταν πολύ νεότερη, στήν πραγματικότητα ἔμοιαζε σάν
νά μήν ἔχει καθόλου ἡλικία, ὅταν ὁ Ἔλλιοτ τήν παντρεύτηκε μετά
μερικές βδομάδες πού τῆς ἔκανε ἔρωτα, ἀφοῦ τήν γνώριζε ἤδη πολύ
καιρό στήν τσαγερί της, προτοῦ ἕνα ἀπόγευμα τή φιλήσει.
Ὁ Χιοῦμπερτ Ἔλλιοτ ἔκανε μεταπτυχιακές σπουδές στή
Νομική τοῦ Χάρβαρντ ὅταν παντρεύτηκε. Ἦταν ποιητής μέ
εἰσόδημα σχεδόν δέκα χιλιάδων δολαρίων τόν χρόνο. Ἔγραφε
πολύ μεγάλα ποιήματα, πολύ γρήγορα. Ἦταν εἴκοσι πέντε ἐτῶν
καί δέν εἶχε πάει μέ γυναίκα ποτέ πρίν παντρευτεῖ τήν κυρία
Ἔλλιοτ. Ἤθελε νά διατηρήσει τήν ἁγνότητά του, ὥστε νά προσφέρει
στή γυναίκα του τήν ἴδια ἁγνότητα σώματος καί πνεύματος πού
περίμενε καί ἀπ’ ἐκείνη. Τό ὀνόμαζε νά ζεῖς καθωσπρέπει. Εἶχε
ἐρωτευτεῖ διάφορα κορίτσια πρίν φιλήσει τήν κυρία Ἔλλιοτ καί
πάντοτε, ἀργά ἤ γρήγορα, τούς ἔλεγε ὅτι εἶχε ζήσει μιά ἐνάρετη
ζωή. Σχεδόν ὅλα τά κορίτσια ἔχαναν τό ἐνδιαφέρον τους γι’
αὐτόν. Τόν σόκαρε καί πραγματικά τόν τρομοκρατοῦσε ὁ τρόπος
μέ τόν ὁποῖον τά κορίτσια ἀρραβωνιάζονταν καί παντρεύονταν
ἄντρες γιά τούς ὁποίους ἔπρεπε νά γνωρίζουν πώς εἶχαν συρθεῖ στή
λάσπη. Κάποια φορά προσπάθησε νά προειδοποιήσει ἕνα γνωστό
του κορίτσι γιά κάποιον ἄντρα γιά τόν ὁποῖον εἶχε ἀποδείξεις
σχεδόν πώς στό κολλέγιο ἦταν ἕνας ἀχρεῖος κι ὅτι τό περιστατικό
εἶχε ἄσχημη κατάληξη.
Τό ὄνομα τῆς κυρίας Ἔλλιοτ ἦταν Κορνήλια. Τόν εἶχε μάθει
νά τήν ἀποκαλεῖ Καλουτίνα, πού ἦταν τό οἰκογενειακό της
παρατσούκλι στόν Νότο. Ἡ μητέρα του ἔκλαψε ὅταν ἔφερε τήν
Κορνήλια σπίτι μετά τόν γάμο ἀλλά ἔλαμψε ἀπό χαρά ὅταν ἔμαθε
ὅτι ἐπρόκειτο νά ζήσουν στό ἐξωτερικό.
Ἡ Κορνήλια τοῦ εἶχε πεῖ, «ἀγαπημένο γλυκό μου ἀγόρι», καί
τόν ἀγκάλιασε πιό σφιχτά ἀπό ποτέ ὅταν τῆς εἶπε ὅτι εἶχε
παραμείνει ἁγνός γιά κείνη. Ἡ Κορνήλια ἦταν κι ἐκείνη ἁγνή.
«Φίλα με ἔτσι ξανά», τοῦ εἶπε. Ὁ Χιοῦμπερτ τῆς ἑξήγησε ὅτι εἶχε
μάθει αὐτόν τόν τρόπο φιλήματος ἀκούγοντας κάποτε ἕναν τύπο
νά λέει μιά ἱστορία. Ἦταν ἐνθουσιασμένος μέ τό πείραμά του, τό
ὁποῖο ἀνέπτυξαν ὅσο τούς ἦταν δυνατόν. Μερικές φορές, ἀφοῦ ὁ ἕνας
φιλοῦσε τόν ἄλλον πολλή ὥρα, ἡ Κορνήλια τοῦ ζητοῦσε νά τῆς
ξαναπεῖ ὅτι εἶχε κρατήσει τόν ἑαυτό του καθωσπρέπει γιά κείνη.
Ἡ δήλωση αὐτή τήν ἄναβε ξανά.
Ἀρχικά ὁ Χιοῦμπερτ δέν σκεφτόταν νά παντρευτεῖ τήν
Κορνήλια. Δέν εἶχε σκεφτεῖ γι’ αὐτήν μέ τέτοιο τρόπο. Ἦταν ἁπλῶς
μιά καλή του φίλη, κι ἔπειτα, μιά μέρα στό μικρό πίσω δωμάτιο
τοῦ μαγαζιοῦ χόρευαν μέ τή μουσική τοῦ γραμμοφώνου ἐνῷ ἡ φίλη
της ἦταν στό μπροστινό μέρος τῆς τσαγερί καί καθώς ἐκείνη τόν
κοίταζε στά μάτια τή φίλησε. Δέν μποροῦσε νά θυμηθεῖ πότε
ἀποφασίστηκε πώς θά παντρεύονταν. Ὡστόσο παντρεύτηκαν.
Πέρασαν τήν πρώτη γαμήλια νύχτα σ’ ἕνα ξενοδοχεῖο τῆς
Βοστώνης. Ἔνιωσαν ἀπογοητευμένοι καί οἱ δύο, ὅμως τελικῶς ἡ
Κορνήλια ἀποκοιμήθηκε. Ὁ Χιοῦμπερτ δέν μποροῦσε νά κοιμηθεῖ
καί βγῆκε ἀρκετές φορές καί περπάτησε πάνω-κάτω στόν διάδρομο
τοῦ ξενοδοχείου φορώντας τό καινούργιο του μπουρνούζι
Γιέγκερ, τό ὁποῖο εἶχε ἀγοράσει γιά τό γαμήλιο ταξίδι. Καθώς
περπατοῦσε ἔβλεπε ὅλα τά ζεύγη παπουτσιῶν, μικρά καί μεγάλα,
ἔξω ἀπό τίς πόρτες τῶν δωματίων. Αὐτό ἔκανε τήν καρδιά του νά
χτυπήσει δυνατά κι ἐπέστρεψε γρήγορα στό δωμάτιό του, ἀλλά ἡ
Κορνήλια κοιμόταν. Δέν ἤθελε νά τήν ξυπνήσει καί σύντομα ὅλα
πῆγαν καλά κι ἀποκοιμήθηκε ἥσυχα.
Τήν ἑπόμενη μέρα πέρασαν ἀπό τή μητέρα του καί τήν
μεθεπόμενη ἀπέπλευσαν γιά τήν Εὐρώπη. Ὑπῆρχε ἡ πιθανότητα
νά προσπαθήσουν ν’ ἀποκτήσουν παιδί, ἀλλά ἡ Κορνήλια δέν
μποροῦσε νά τό ἀντέξει συχνά, παρ’ ὅλο πού ἐπιθυμοῦσαν ἕνα
μωρό περισσότερο ἀπ’ ὁ,τιδήποτε ἄλλο στόν κόσμο.
Ἀποβιβάστηκαν στό Χερμπούργκ καί πῆγαν στό Παρίσι.
Προσπάθησαν γιά παιδί στό Παρίσι. Ὕστερα ἀποφάσισαν νά πᾶνε
στή Ντιζόν ὅπου ὑπῆρχε θερινό σχολεῖο στό ὁποῖο εἶχαν πάει
ἀρκετοί ἀπό τούς συνεπιβάτες τους. Διαπίστωσαν ὅτι δέν ὑπῆρχε
τίποτα νά κάνουν στήν Ντιζόν.
Ὁ Χιοῦμπερτ, ὡστόσο, ἔγραφε πλῆθος ποιημάτων κι ἡ
Κορνήλια τοῦ τά δακτυλογραφοῦσε. Ἦσαν ὅλα πολύ μεγάλα
ποιήματα. Ἦταν πολύ αὐστηρός μέ τά λάθη καί τήν ἀνάγκαζε νά
ξαναδακτυλογραφήσει ὁλόκληρη τή σελίδα, ἄν ὑπῆρχε ἔστω ἕνα
λάθος. Ἐκείνη ἔκλαιγε διαρκῶς καί προσπάθησαν ἀρκετές φορές νά
κάνουν παιδί πρίν φύγουν ἀπό τήν Ντιζόν.
Ἐπέστρεψαν στό Παρίσι ὅπως κι οἱ περισσότεροι φίλοι τους
ἀπό τό πλοῖο. Εἶχαν κουραστεῖ ἀπό τήν Ντιζόν κι ἐπιπλέον τώρα
μποροῦσαν νά λένε ὅτι ἀφοῦ ἔφυγαν ἀπό τό Χάρβαρντ ἤ τό Κολούμπια ἤ
τό Γουάμπας σπούδασαν στό Πανεπιστήμιο τῆς Ντιζόν, κάτω στήν
Κότ ντ’ Ὄρ. Πολλοί ἀπό αὐτούς θά προτιμοῦσαν νά εἶχαν πάει στό
Λανκεντόκ, στό Μονπελιέ ἤ στό Περπινιάν ἄν ὑπάρχουν
Πανεπιστήμια ἐκεῖ. Ὅμως ὅλα αὐτά τά μέρη εἶναι πολύ μακριά. Ἡ
Ντιζόν εἶναι μόνο τεσσερισήμισι ὧρες ἀπό τό Παρίσι καί
ὑπάρχει καί ἑστιατόριο στό τραῖνο.
Ἔτσι κάθονταν ὅλοι στό Καφέ ντύ Ντόμ, ἀποφεύγοντας τήν
Ροτόντ ἀπέναντι, ἐπειδή εἶναι πάντα τόσο γεμάτη ξένους, γιά
μερικές μέρες κι ἔπειτα οἱ Ἔλλιοτς νοίκιασαν ἕνα σατώ στήν
Τουραίν μέσω μιᾶς ἀγγελίας στήν Νιού Γιόρκ Χέραλντ. Ὁ
Ἔλλιοτ εἶχε πλέον ἀρκετούς φίλους πού ὅλοι τους θαύμαζαν τήν
ποίησή του καί ἡ κυρία Ἔλλιοτ τόν ἔπεισε νά στείλει πρόσκληση
στή Βοστώνη γιά τή φίλη της ἀπό τήν τσαγερί. Ἡ κυρία Ἔλλιοτ
ἔγινε πολύ χαρούμενη μετά τήν ἄφιξη τῆς φίλης της κι εἶχαν
πολλές καλές στιγμές πού ἔκλαιγαν μαζί. Ἡ φίλη ἦταν μερικά
χρόνια μεγαλύτερη ἀπό τήν Κορνήλια καί τήν ἀποκαλοῦσε Γλύκα.
Καταγόταν κι ἐκείνη ἀπό μιά πολύ παλιά Νότια οἰκογένεια.
Οἱ τρεῖς τους, μαζί μέ ἀρκετούς φίλους τοῦ Ἔλλιοτ πού τόν
φώναζαν Χιούμπι, κατέβηκαν στό σατώ τῆς Τουραίν. Ἀνακάλυψαν
ὅτι ἡ Τουραίν ἦταν μιά ἐπίπεδη ζεστή περιοχή πού ἔμοιαζε πολύ μέ
τό Κάνσας. Ὁ Ἔλιοτ εἶχε σχεδόν ἀρκετά ποιήματα τώρα γιά ἕνα
βιβλίο. Σκόπευε νά τά ἐκδώσει στή Βοστώνη, εἶχε ἤδη στείλει τήν
ἐπιταγή του, κι εἶχε ὑπογράψει συμβόλαιο μέ τόν ἐκδοτικό
οἶκο.
Σέ λίγο καιρό οἱ φίλοι ἄρχισαν νά ἐπιστρέφουν στό Παρίσι.
Ἡ Τουραίν ἀποδείχθηκε ὅτι δέν ἦταν ὅπως εἶχε φανεῖ ἀρχικά.
Σύντομα ὅλοι οἱ φίλοι εἶχαν φύγει μ’ ἕναν πλούσιο, νέο κι
ἀνύπαντρο ποιητή πρός ἕνα παραθαλάσσιο θέρετρο στήν Τρουβίλ.
Ἐκεῖ ὅλοι ἦσαν πολύ εὐτυχισμένοι.
Ὁ Ἔλλιοτ συνέχισε νά μένει στό σατώ τῆς Τουραίν ἐπειδή
τὄχε νοικιάσει γιά ὅλο τό καλοκαίρι. Αὐτός κι ἡ κυρία Ἔλλιοτ
προσπαθοῦσαν πολύ ν’ ἀποκτήσουν παιδί στό μεγάλο, ζεστό
ὑπνοδωμάτιο. Ἡ κυρία Ἔλλιοτ μάθαινε τυφλό σύστημα στή
γραφομηχανή, ὅμως ἀνακάλυψε πώς, ἐνῶ αὔξανε τήν ταχύτητα,
ἔκανε περισσότερα λάθη. Ἡ φίλη της ἦταν τώρα αὐτή πού σχεδόν
δακτυλογραφοῦσε ὅλα τά χειρόγραφα. Ἦταν πολύ τακτική καί
ἀποτελεσματική καί φαινόταν νά τό διασκεδάζει.
Ὅ Ἔλλιοτ εἶχε ξεκινήσει νά πίνει λευκό κρασί καί ζοῦσε
χωριστά, στό δικό του δωμάτιο. Ἔγραφε πολλή ποίηση κατά τή
διάρκεια τῆς νύχτας καί τό πρωί ἔδειχνε τελείως ἐξαντλημένος. Ἡ
κυρία Ἔλλιοτ καί ἡ φίλη της κοιμοῦνταν πλέον μαζί στό μεγάλο
μεσαιωνικό κρεβάτι. Ἔκλαιγαν μαζί συχνά μέ τήν καρδιά τους. Τό
βράδυ κάθονταν παρέα ὅλοι γιά δεῖπνο στόν κῆπο κάτω ἀπό ἕναν
πλάτανο καί ὁ ζεστός βραδινός ἄνεμος φυσοῦσε κι ὁ Ἔλλιοτ ἔπινε
λευκό κρασί καί ἡ κυρία Ἔλλιοτ καί ἡ φίλη της συζητοῦσαν καί
ἦσαν ὅλοι τους ἀρκετά εὐτυχισμένοι.

Πηγή: American Literature.com
Τό διήγημα «Mr. and Mrs Elliot» δημοσιεύθηκε πρώτη φορά τό 1924 στό The Little Review, κι ἐπανεκδόθηκε ἀπό τούς Boni & Liveright στόν τόμο In Our Time τό 1925.
Ἔρνεστ Χέμινγουέϊ (Ernest Hemingway, 1899-1961):
Ὁ Ἔρνεστ Χέμινγουέϊ ὑπῆρξε ἕνας ἀπό τούς σημαντικότερους
πεζογράφους τοῦ 20οῦ αἰώνα, βραβευμένος μέ τό βραβεῖο Νόμπελ
(1954). Τό ἔργο του ἐπηρέασε καί συνεχίζει νά ἐπηρεάζει
ἀναρίθμητους συγγραφεῖς τόσο στή γενέτειρά του, τίς ΗΠΑ, ὅσο
καί στόν ὑπόλοιπο κόσμο. Ὁρισμένα ἀπό τά γνωστότερα
μυθιστορήματά του εἶναι Ὁ Γέρος καί ἡ θάλασσα (The old man and the sea, 1951), Ἀποχαιρετισμός στά ὅπλα (A farewell to arms, 1929), Γιά ποιόν χτυπᾶ ἡ καμπάνα (For whom the bell tolls, 1940), Ὁ ἥλιος ἀνατέλλει ξανά (The sun also rises, 1926) κ.ἄ. Μεγάλο μέρος τοῦ ἔργου του ἔχει μεταφραστεῖ στά ἑλληνικά. Δεῖτε καί τό ἀφιέρωμα τοῦ ἱστολογίου μας στόν συγγραφέα πού ἐπιμελήθηκε ἡ Νατάσα Κεσμέτη.
Μετάφραση ἀπό τά ἀγγλικά:
Νατάσα Ζαχαροπούλου (1961): Σπούδασε Δημοσιογραφία. Πρωτοεμφανίστηκε μέ τή συλλογή ποιημάτων Νά σ’ ἔχω (1995) καί τή συλλογή διηγημάτων Κι ἄς μέ ταξιδεύεις ὅπου (1995). Τελευταῖα της βιβλία: Πρόσωπα στό Νερό (Μυθιστόρημα, 2013) & Πετώντας μ’ ἕνα drone
(Διηγήματα, 2019). Ποιήματα, διηγήματα καί μεταφράσεις
της δημοσιεύονται σέ ἔντυπα καί ἠλεκτρονικά περιοδικά.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου