Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ
Ὁ Μάξ
ΤΑ
ΠΙΟ ΒΟΡΕΙΑ ΑΚΡΟΓΙΑΛΙΑ τὰ νερά εἶναι πιὸ δροσερὰ ἀλλὰ κυρίως
εἶναι καθαρά, γι’ αὐτὸ τὰ προτιμῶ γιὰ τὶς διακοπές μου. Εἶναι
βέβαια καὶ ὁ Κόλπος τῶν Κοραλλίων ποὺ εἶναι πιὸ κοντά μας, μὰ
πάντα φυσάει ἐκεῖ καὶ τὸν ἀποφεύγω. Τὰ τελευταῖα χρόνια λοιπόν,
πάντα πηγαίνω στὰ ἥσυχα κεντράκια πρὸς τὸν Ἀκάμα. Τὴν ἀράζω
κάπου καὶ ξεχνιέμαι στὸ γαλάζιο τῆς θάλασσας ἀπολαμβάνοντας
τὸ φραπεδάκι μου διαβάζοντας μόνο ἐφημερίδες ἢ περιοδικά.
Σ’ ἕνα τέτοιο κεντράκι συνάντησα τὸν Μάξ. Ἔτσι,
ἀπροσδόκητα, μετὰ ἀπὸ σαράντα χρόνια. Ἡ τελευταία φορὰ ποὺ τὸν
εἶδα, ἦταν λίγους μῆνες μετὰ ποὺ τελειώσαμε τὸ Δημοτικὸ
Σχολεῖο. Ὑπήρξαμε καλοὶ φίλοι ἀλλὰ οἱ συγκυρίες τὸ ἔφεραν καὶ
δὲν μπορέσαμε νὰ συναντηθοῦμε ξανά. Ἐγὼ πῆγα σὲ γυμνάσιο στὴν
πόλη, κι αὐτὸς μετακόμισε μὲ ὅλη τὴν οἰκογένειά του
σὲ ἄλλη
ἐπαρχία γιὰ λίγα χρόνια, λόγῳ τῶν ἀσχολιῶν τοῦ πατέρα του. Μετά,
στὰ χρόνια τῆς στρατιωτικῆς θητείας, αὐτὸς εἶχε μετακομίσει
στὸ Λονδῖνο γιὰ ἄλλα δυὸ-τρία χρόνια. Ἀργότερα ἀκολούθησαν οἱ
σπουδές μου, ὁ πόλεμος καὶ τὰ χρόνια περνοῦσαν καὶ ἔγιναν
σαράντα ὁλοστρόγγυλα χωρὶς νὰ δεῖ ὁ ἕνας τὸν ἄλλο. Μάθαινα νέα
του ἀπὸ ἄλλους συμμαθητές.
Εἶχε περάσει σχεδὸν ἡ πρώτη βδομάδα τῶν διακοπῶν μου
καὶ τὴν ἄραζα στὸ ἴδιο κεντράκι.Το πρωὶ μὲ τὴν οἰκογένεια, τὰ
δειλινὰ μόνος τὶς πιὸ πολλὲς φορές. Ἕνα τέτοιο δειλινό,
ξαπλωμένος ὅπως ἤμουν στὴν ἀναπαυτική μου, ἀπολάμβανα τὴ δύση
τοῦ ἥλιου μέσα στὰ γαλήνια νερά. Κάποιοι φώναξαν τὸ γκαρσόνι
γιὰ νὰ παραγγείλουν κάτι καὶ ἔμεινα ἔτσι γιὰ λίγο νὰ τοὺς βλέπω.
Τὸ γκαρσόνι πλησίασε καὶ καθὼς ἦταν ἀπέναντί μου στὸν ἥλιο,
ἔβλεπα τὴ σιλουέττα του μόνο. Κρατοῦσε τὸ μπλοκάκι του καὶ
περίμενε τὴν παραγγελία. Μιὰ κίνηση ποὺ ἔκανε ἦταν ἀρκετὴ γιὰ
νὰ ἀναγνωρίσω τὸν Μάξ. Κούνησε τὸν δεξιό του ὦμο πάνω κάτω
δυὸ-τρεῖς φορὲς σὰν τὸν Μητσοτάκη καὶ συγχρόνως κούνησε καὶ τὸ
κεφάλι του μιὰ-δυὸ φορὲς ἀριστερὰ-δεξιὰ προτείνοντας τὸ
πηγούνι πρὸς τὰ πάνω. Αὐτὸ ἦταν τὸ τίκ του.
Ὅσο ποὺ κρατήθηκα νὰ μὴ φωνάξω «Μάξ». Εὐτυχῶς, γιατί
Μὰξ ἦταν παρατσούκλι καὶ θὰ λυπόταν ἂν τὸ ἄκουγε. Τὸ πραγματικό
του ὄνομα εἶναι Ἄβοιβος. Τὸ «βοὶ» μὲ ὄμικρον γιῶτα. Δὲν γνωρίζω
γιὰ ποιόν λόγο τοῦ δώσανε αὐτὸ τὸ ὄνομα. Οὔτε ὁ ἴδιος ἤξερε. Οἱ
νέοι δάσκαλοι ποὺ ἔρχονταν στὸ σχολεῖο μας, ὅταν ἄκουγαν γιὰ
πρώτη φορὰ τὸ ὄνομά του ρωτοῦσαν ἂν ἔχει στὴν περιοχὴ κανέναν
Ἅγιο μὲ τὸ ἴδιο ὄνομα. Τέτοιον Ἅγιο δὲν εἴχαμε βέβαια, ἀλλὰ οὔτε
ποὺ ἄκουσα ποτὲ νὰ ὑπάρχει σὲ ἄλλη περιοχή. Τὸν ρωτοῦσαν ἀκόμα,
γιατί μὲ «ὄμικρον γιῶτα.» Δὲν ἤξερε. Κανένας δὲν ἤξερε. Ποτέ
μου δὲν ἔμαθα. Οὔτε κι ὁ ἴδιος φαντάζομαι.
Ἄβοιβε, φώναξα καὶ ἀμέσως γύρισε καὶ ἔκανε μερικὰ
βήματα πρὸς τὸ μέρος μου μὲ φανερὴ ἀπορία, διότι στὸ πρόσωπό
μου δὲν ἀναγνώρισε κανέναν γνωστό του. Ἔτσι ὅπως ἤμουν ἄλλωστε
μαυρισμένος καὶ μὲ τὰ γιαλιὰ κι ἡ μάνα μου θὰ δυσκολευόταν νὰ μὲ
ἀναγνωρίσει. Ἔμεινε νὰ μὲ κοιτάει γιὰ λίγα δευτερόλεπτα. Μὲ
συγχωρεῖτε, προχώρησα ἐγώ, μήπως εἶσθε ὁ Ἄβοιβος Πασχαλίδης;
Ναί, ἐγὼ εἶμαι ἀκριβῶς, ἀπάντησε. Ἕνα λεπτὸ καὶ ἐπιστρέφω. Πῆρε
τὴν παραγγελία ἀπὸ τὸ τραπέζι καὶ ἦρθε ξανὰ κοντά μου. Δὲν
ἤθελα νὰ τὸν κρατήσω σὲ περισσότερη ἀγωνία, μόλις κατάλαβα
ὅτι δὲν μὲ ἀναγνώριζε εἶπα ἀμέσως ποιός ἤμουν. Ἀγκαλιαστήκαμε
καὶ δὲν ἔκρυβε τὴ χαρά του ποὺ συνάντησε ἕναν παλιὸ παιδικό του
φίλο μετὰ ἀπὸ τόσα χρόνια. Εἴπαμε πολὺ λίγες κουβέντες. Κάτσε
ἐδῶ μὴ φύγεις, μοῦ εἶπε, νὰ κανονίσω τὴν παραγγελία καὶ θὰ σὲ
δῶ μετὰ, κι ἀπομακρύνθηκε τρέχοντας.
Κι ἐγὼ χάρηκα ποὺ τὸν εἶδα καὶ μὲ πλημύρισαν οἱ
παιδικὲς ἀναμνήσεις. Ὁ Ἄβοιβος. Θεέ μου παραλίγο νὰ μοῦ
ξεφύγει καὶ νὰ τὸν πῶ «Μάξ». Εὐτυχῶς εἶχα κρατηθεῖ.
Μὰξ ἦταν ὁ σκύλος του γέρο Θεοχάρη τοῦ τσαγκάρη, στὴ
γειτονιά του Ἄβοιβου. Ἕνα ἀπόγευμα, ὁ γέρος εἶδε τον Ἄβοιβο ποὺ
περνοῦσε ἀπὸ τὸ σπίτι του καὶ τοῦ ζήτησε τὴ χάρη. Ἐκεῖνο τὸ
ἀπόγευμα ὅμως, φόρτωσε στὸ μικρό, χωρὶς βέβαια νὰ τὸ θέλει, ἕνα
βάρος ποὺ θὰ τὸ κρατοῦσε γιὰ ὅλη του τὴ ζωή.
Ἄβοιβε, τοῦ εἶπε, τὸν βλέπεις τὸν Μάξ; Γέρασε ὁ
καημένος, δὲν μπορεῖ νὰ τρέξει πιά. Οὔτε νὰ γαυγίσει μπορεῖ,
οὔτε νὰ φάει μπορεῖ. Ὅσο ποὺ κινεῖται λίγο, καὶ κοίταξε τὸν Μὰξ
μὲ λύπη. Ὅταν ἦταν νέος ἦταν ὁ καλύτερος σκύλος τοῦ χωριοῦ κι ὁ
πιὸ ὄμορφος. Καφετὴς μὲ ἄσπρες βοῦλες. Κοίτα τον τώρα, ζάρωσε ὁ
καημένος. Σκελετὸς ἔχει μείνει. Εἶναι πιὸ γέρος ἀπὸ μένα. Κι ἂν
μοῦ πεθάνει στὸ σπίτι τί νὰ τὸν κάνω. Πᾶρε τον σὲ παρακαλῶ ἐκεῖ
στὰ χωράφια ποὺ παίζετε καὶ ἄφησε τον. Αὐτὸς ξέρει τί θὰ κάνει.
Πῆρε ὁ Ἄβοιβος τὴν ἄκρη τοῦ σχοινιοῦ καὶ τὸν τραβοῦσε
μαζί του. Δὲν πειράζει, μπορεῖ ν’ ἀργοῦσε λίγο στὸ παιχνίδι
ἀλλὰ μιὰ φορὰ θὰ γινόταν αὐτὸ καὶ προχωροῦσε μαζὶ μὲ τὸ Μὰξ γιὰ
τὸ τελευταῖο του ταξίδι.
Ἔλα Μάξ, κάνε λιγάκι πιὸ γρήγορα, θὰ σὲ ἀφήσω ἐκεῖ
ἀπέναντι ἀπὸ τὸ γήπεδο νὰ μᾶς βλέπεις, ὅταν θὰ παίζουμε
ποδόσφαιρο. Καὶ προχωροῦσαν σιγὰ-σιγά. Θυμᾶσαι ποὺ μοῦ
γαύγιζες ὅταν περνοῦσα ἀπ’ τὸ σπίτι σου; Ξέρεις πόσο φοβόμουν;
Δὲν ξέρεις. Τώρα δὲν μπορεῖς νὰ κουνήσεις τὰ ποδαράκια σου,
καημένε. Ἔλα κουνήσου.
Εἶχαν φτάσει πολὺ κοντὰ καὶ συνάντησαν κι ἄλλα παιδιὰ
ποὺ πήγαιναν γιὰ παιχνίδι. Ἡ θέα του Ἄβοιβου μὲ τὸ σκύλο ἦταν
κάτι ἀσυνήθιστο. Στὴν ἀρχὴ ἄρχισαν τὰ πειράγματα, ρωτοῦσαν
νὰ μάθουν τὸ ὄνομα τοῦ σκύλου, μετὰ τὸν ἔσπρωχναν γιὰ νὰ
περπατήσει πιὸ γρήγορα, καὶ μετὰ ὅταν ἔφτασαν κάτω ἀπὸ τὴ
χαρουπιὰ στὸ γήπεδο, δὲν ἦταν ξεκάθαρο ποιόν φώναζαν Μάξ. Τὸ
σκυλὶ ἢ τὸ παιδί; Ἄρχισαν οἱ ἐρωτήσεις, τί θὰ τὸν κάνεις, ποῦ θὰ
τὸν πᾶς, καὶ τοῦ πῆραν τὸ σχοινὶ ἀπὸ τὸ χέρι.
Ὁ Ἄβοιβος συγχύστηκε, εἶχε δώσει τὸν λόγο του στὸ γέρο
ὅτι θὰ τὸν ἄφηνε κάπου ἐκεῖ, μὰ δὲν μποροῦσε πιὰ νὰ ἐλέγξει τὴν
κατάσταση. Τὰ παιδιὰ εἶναι πολὺ σκληρά. Ἄρχισαν νὰ χτυποῦν τὸ
σκυλί, νὰ τὸ τραβοῦν κι ὅταν προσπάθησε νὰ τοὺς πάρει τὸ σχοινὶ
τὰ πράγματα ἔγιναν δύσκολα καὶ γιὰ τοὺς δυό. Ἔτσι
μικροκαμωμένος ποὺ ἦταν τὸν ἔσπρωξαν, τὸν ἔριξαν κάτω καὶ τὸν
πάτησαν. Κάποιος ἔξυπνος εἶχε τὴν ἰδέα νὰ περάσει τὸ σχοινὶ
πάνω σ’ ἕνα κλαδὶ τῆς χαρουπιᾶς καὶ τραβῶντας το μαζὶ μὲ ἄλλους,
τὸ σκυλὶ βρέθηκε κρεμασμένο στὸν ἀέρα. Χτυποῦσαν τὸ καημένο
τὸ σκυλὶ μὲ ξύλα καὶ μὲ πέτρες ἀλλὰ ἦταν σὰν νὰ χτυποῦσαν τὸν
Ἄβοιβο. Κάποτε ὅμως, ὁ ἀρχηγὸς ἔδωσε ἄλλο πρόσταγμα: Στὸ
γήπεδο τώρα. Ἀφήνοντας τὸ σχοινὶ καὶ τρέχοντας ἐξαφανίστηκαν
πρὸς τὸ γήπεδό τους. Τὸ σκυλὶ ἔπεσε δίπλα του καὶ ὁ Ἄβοιβος
ἄκουσε τὸν ρόγχο του. Ἀνακάθησε δίπλα του μὰ δὲν μποροῦσε νὰ
κάνει τίποτα. Ὁ Μὰξ κουνοῦσε λίγο τὸ μπροστινό του πόδι καὶ
λίγο τὸ κεφάλι του πάνω-κάτω πεθαίνοντας. Αὐτὴ εἶναι ἡ
εἰκόνα ποὺ ἀποτυπώθηκε στὴν ἀθώα του ψυχή.
Δὲν πῆγε στὸ γήπεδο. Ἔτρεξε στὸ σπίτι του φοβισμένος
καὶ λυπημένος. Ἡ θέα τοῦ σκυλιοῦ ποὺ πέθαινε ἀποτυπώθηκε γιὰ
πάντα στὴ ψυχή του. Ἀπὸ τότε τοῦ ἔμεινε αὐτὸ τὸ τίκ. Ὅταν ἦταν
ἀφηρημένος ἔκανε αὐτὲς τὶς χαρακτηριστικὲς κινήσεις καὶ ἀπὸ
κεῖνες τὶς μέρες ἀπόκτησε καὶ τὸ νέο του ὄνομα: «Μάξ».
Ἀπορροφημένος ὅπως ἤμουν στὶς ἀναμνήσεις μου, σχεδὸν
δὲν τὸν πρόσεξα καθὼς πλησίαζε. Ἄργησα λίγο σήμερα εἶπε.
Εἴχαμε πολλὴ δουλειά, δὲν πᾶμε στὸ σπίτι μου νὰ τὰ ποῦμε;
Τελείωσα γιὰ σήμερα. Ἐδῶ κοντὰ μένουμε, μὲ τὰ πόδια θὰ πᾶμε.
Τηλεφώνησα ἤδη στὴ γυναῖκα μου καὶ μᾶς περιμένει. Μετὰ ἀπὸ
τόσα χρόνια ποὺ ἔχουμε νὰ βρεθοῦμε, νομίζω δὲν θὰ μοῦ ἀρνηθεῖς.
Δὲν ἀρνήθηκα, οὔτε εἶχα τὴ δυνατότητα νὰ ἀρνηθῶ.
Προχωρήσαμε πρὸς τὸ σπίτι του κι ἐνῶ ἄνοιγε τὸ κάγκελο γιὰ νὰ
μποῦμε, ἕνας καφετὴς σκύλος μὲ ἄσπρες βοῦλες πετάχτηκε ἀπὸ
δίπλα πάνω του βάζοντας τὰ μπροστινὰ πόδια στὸ στῆθος του,
κουνῶντας τὴν οὐρά του καὶ κάνοντας χαροῦλες. Ἀγάπη μου, εἶπε
καὶ τὸν ἀγκάλιασε κι αὐτὸς καὶ τὸν χάϊδεψε. Ἀγάπη μου,
ξαναμουρμούρισε καὶ μὲ σύστησε στὴ γυναῖκα του ποὺ στεκόταν
στὴν εἴσοδο τοῦ σπιτιοῦ ἀφήνοντας τὸ σκυλὶ κάτω.
Θεέ μου, τί ἀγάπη εἶναι αὐτὴ ποὺ ἔχει γιὰ τὰ σκυλιά, εἶπε
ἡ γυναῖκα του καὶ χαμογέλασε λέγοντάς μας «κοπιάστε.»
Ἀλήθεια, δὲ σὲ ρώτησα εἶπε ὁ Ἄβοιβος μπαίνοντας στὸ σπίτι, πῶς μὲ ἀνεγνώρισες μετὰ ἀπὸ σαράντα χρόνια;
Σαρανταδύο γιὰ τὴν ἀκρίβεια πρόσθεσα, ρίχνοντας μιὰ
λοξὴ ματιὰ στὸ σκυλί, ποὺ εἶχε ξαπλώσει στὴ βεράντα ἔχοντας
τεντώσει τὰ μπροστινά του πόδια, κουνοῦσε τὴν οὐρά του καὶ μᾶς
κοίταζε μὲ ἀπέραντη ἀγάπη μισοκλείνοντας τὰ μάτια.
![]()
Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Ἡ κόρη τοῦ δραγουμάνου, Μεταίχμιο, Ἀθήνα 2002.
Ὁ Νῖκος Νικολάου-Χατζημιχαὴλ γεννήθηκε στὸ
Βασίλι τῆς Κύπρου. Μετὰ τὴν ἀποφοίτησή του ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸ
Γυμνάσιο Ἀμμοχώστου σπούδασε μαθηματικὰ στὸ Πανεπιστήμιο
Ἀθηνών. Ἐργασίες του —βιβλιογραφίες, ἐργογραφίες,
μεταφράσεις, δοκίμια, χρονογραφήματα— ἔχουν δημοσιευτεῖ σὲ
ἑλλαδικὰ καὶ κυπριακὰ περιοδικά, στὸν κυπριακὸ τύπο, καθὼς
καὶ σὲ ἀνθολογίες καὶ σὲ συλλογικὰ ἔργα στὴν Κύπρο, τὴν
Ἑλλάδα καὶ ἀλλοῦ. Ἔχει τέσσερις ποιητικὲς συλλογές: Διθαλάσσου, Κάρβας 2012, Πικρόλιθος, Κάρβας 2014, Ὕδατα Ὑδάτων, Κάρβας 2016 καὶ Ὕλεμ, Κάρβας 2024. Δύο ποιητικές του συλλογὲς ἔχουν μεταφραστεῖ στὰ ἰταλικά. Ἔχει τρεῖς συλλογὲς διηγημάτων: Ἡ κόρη τοῦ δραγουμάνου, Μεταίχμιο, Ἀθήνα, 2003· 20 Διηγήματα, Κάρβας, Κύπρος, 2014· Φυσορρόος,
Βακχικόν, Ἀθήνα 2019. Διηγήματά του ἔχουν μεταφραστεῖ στὰ
ἀγγλικά, ὁλλανδικὰ καὶ ἀλβανικά. Τὸ τελευταῖο βιβλίο του
εἶναι τὸ μυθιστόρημα Ὅταν σωπᾶσαν τὰ πουλιά, Κάρβας
2024. Ἔχει διοργανώσει ἀτομικὲς ἐκθέσεις ζωγραφικῆς καὶ
συμμετεῖχε σὲ πολλὲς ὁμαδικές. Ὑπῆρξε μὲλος τῆς πνευματικῆς
ὀμάδας τῶν περιοδικῶν λόγου, τέχνης καὶ προβληματισμοῦ «Ὁ
Κύκλος» καὶ «Κυπριακὴ Βιβλιοφιλία-Φιλοτεχνία.» Ζεῖ στὴ
Λευκωσία.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου