Του Γιάννη Σχίζα
Η «άλλη» ύπαιθρος είναι «εδώ». Η παλιά, ύπαιθρος του 20ου
αιώνα, ύστερα από αλλεπάλληλα κύματα «εκσυγχρονισμών» ή αυθόρμητων αλλαγών,
διάγει πλέον μια περιθωριακή ζωή
και παρέχει τα ξεθωριασμένα υλικά της για νοσταλγίες κάθε είδους.
Ανατρέχω στα παλιά «αναγνωστικά» του δημοτικού
σχολείου αναδεύοντας τις στάχτες του χρόνου σε αναζήτηση
ξεχασμένων εικόνων : Είναι ο γεωργός που
σκορπίζει σπόρους στο φρεσκοοργωμένο χωράφι κάτω από τους φθινοπωρινούς ουρανούς, είναι τα
λιόδεντρα που λικνίζονται από τους
χειμωνιάτικους βοριάδες, είναι τα ασβεστωμένα
τζάκια με κάποια παιδόπουλα
«κουρνιασμένα» δίπλα στην παραμυθού
γιαγιά . Και μετά
έρχονται τα ανοιξιάτικα λιβάδια
με τα ιμπρεσιονιστικά χρώματα και ο χαρούμενος
τρύγος του ύστερου καλοκαιριού με την εργασιακή «πανστρατιά» όλων των ηλικιών -
με μεταφορείς γαϊδουράκια απαράμιλλης γλυκύτητας, αλλά και
υποπολλαπλάσιας ισχύος έναντι των
δεκάδων «ίππων» των σύγχρονων τρακτέρ....
Τότε, η πρωτοβάθμια εκπαίδευση
«κοινωνούσε» μια ορισμένη μορφή ελληνικής υπαίθρου . Σήμερα, στην πρώτη δεκαετία του 21ου
αιώνα, αυτή η μορφή αλλοιώνεται
και ο πειθαναγκασμός της νέας
εποχής γίνεται έκδηλος.
Η φυγή των κατοίκων στα μεγάλα αστικά κέντρα και ιδιαίτερα η αστικοποίηση στον ευρωπαϊκό χώρο,(1)σε συνδυασμό με την
απομάκρυνση του ενεργού πληθυσμού από την αγροτική παραγωγή , δρα παράλληλα ή
«συνεργιστικά» με εξελίξεις όπως η εκμηχάνιση της αγροτικής παραγωγής, ο σχηματισμός μεγάλων αγροβιομηχανικών
μονάδων, η έμφαση σε κλάδους με
συγκριτικά πλεονεκτήματα στη
διεθνή αγορά, η εγκατάλειψη παραδοσιακών τομέων και δραστηριοτήτων. Η αγροτική
οικονομία εξαρτάται περισσότερο από
την«ένταση» κεφαλαίου και πληροφορίας, ενώ παράλληλα το ποσοστό της αγροτικής παραγωγής στο ΑΕΠ μειώνεται(2).
Δημιουργούνται πλέον συνθήκες μείωσης του παραγωγικού πλουραλισμού ,
συνθήκες που θα μπορούσαμε να ονοματίσουμε
«ολιγοκαλλιέργεια» - κατά τα πρότυπα
αντίστοιχων «σημάνσεων» στο χώρο της οικονομίας της αγοράς :
«Ολιγοπώλιο», «Ολιγοψώνιο», κ.ά.. Οι
νέες παραγωγικές δομές βρίσκουν την αντίστοιχη έκφρασή τους στο χώρο,
διαμορφώνοντας νέα σκηνικά και τοπία, ενώ ο μόνιμος πληθυσμός της υπαίθρου αντικαθίσταται σε σημαντικό βαθμό από τον«ευκαιριακό
πληθυσμό» των εκδρομέων, των τουριστών, των χρηστών δεύτερης
κατοικίας. Η νέα κατάσταση
των διάσπαρτων οδικών αξόνων, των πυλώνων μεταφοράς ρεύματος, των
εξοχικών και των «ταβερνοχώρων» με τα ψευδο-παραδοσιακά στοιχεία, των γηπέδων
γκολφ και των «all inclusive ξενοδοχειακών
συγκροτημάτων, δεν είναι απλή προέκταση
τάσεων του προηγούμενου αιώνα.
Για την ακρίβεια φαίνεται να συνιστά ενσάρκωση μιας προφητείας της
«Καταστασιακής Διεθνούς» για την επερχόμενη, «ψυχαγωγική ψευτοϋπαιθρο»....
Η ΦΥΣΙΣ ΣΕ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ
«Ο αέρας των πόλεων απελευθερώνει», έλεγε ένα
παλιό γερμανικό γνωμικό της αναγέννησης, Όμως
στην ύστερη βιομηχανική περίοδο η
πόλη εμφανίζεται να βιώνει μια σοβαρή και πολυδιάστατη κρίση. Η ατμοσφαιρική ρύπανση, η συγκοινωνιακή
δυσλειτουργία, η στενότητα και ελλειμματικότητα ελεύθερων χώρων, η δυσμορφία
του αστικού τοπίου, η διάλυση των «κυττάρων συλλογικότητας» , το ανοίκειο
περιβάλλον και η ανασφάλεια, προξενούν
σημαντικές απώλειες στο αναδυόμενο «ουρμπανιστικό όνειρο». Δεν είναι καθόλου
τυχαίο ότι σε όλη τη διαδρομή της
αστικοποίησης, αναπτύσσεται δριμεία κριτική εναντίον των πολεοδομικών
σχηματισμών. Η κριτική του αστικού
υδροκεφαλισμού δεν θα πάψει να εκτοξεύει βολές εναντίον των «υπέρμετρων» και
δυσλειτουργικών αστικών μεγεθών, προσδίδοντας κατά κάποιο τρόπο συνέχεια στο
ρεύμα των «Απολεοδομιστών», που
εμφανίστηκε στη Σοβιετική Ένωση στις
δεκαετίες του 1920 και 30 (3). Τελευταία
αλλά καθόλου ασήμαντη, η
«αποκεντρωσιακή» ιδεολογία των οπαδών
της πληροφορικής επανάστασης, θα αναφερθεί στην τηλεεργασία, στην τηλειατρική και στις
τηλεδιευκολύνσεις γενικότερα, που μειώνουν τις μετακινήσεις και επιτρέπουν την χωρική αποστασιοποίηση του πληθυσμού, και
μέσω αυτών θα υπονοήσει τη δυνατότητα
ανακοπής του φαινομένου της αστικοποίησης.(4)
Όμως η βιομηχανική και μεταβιομηχανική πόλη θα συνεχίσει να διογκώνεται έστω και εάν
«εκκρίνει» τη νοσταλγία της φύσης, των ανοιχτών οριζόντων,
των ακανόνιστων φυτικών και γεωλογικών μορφών,
των ήπιων ήχων. Οι γλάστρες που εγκαθίστανται στα μπαλκόνια , οι υπαρκτές
αλλά και οι διεκδικούμενες φυτεύσεις των δημόσιων χώρων, η ζήτηση του
περιαστικού πράσινου, εκφράζουν την
συνειδητοποιημένη ανάγκη μιας υβριδικής
ζωής – με πόλη αλλά και ορισμένη «δοσολογία» φύσης. Το «απωθημένο» της υπαίθριας ζωής δεν θα εγκαταλείψει τον ψυχισμό της νέας εποχής..
ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ
Στον ελλαδικό χώρο η
νοσταλγία του «απολεσθέντος» χωριάτικου παραδείσου θα είναι αρκετά
ισχυρή . Ποιητές όπως ο Κώστας Κρυστάλλης ή
ο Κωστής Παλαμάς θα εκφράσουν
ένα διάχυτο αίσθημα
«αγροτισμού» στην αστική κοινωνία των πόλεων του πρώτου μισού του 20ου αιώνα. Η τραγουδίστρια Σοφία Βέμπο θα αναπολεί «χωριό μου,
χωριουδάκι μου- και πατρικό σπιτάκι μου – στη σκέψη μου σας έχω νύχτα-
μέρα»,ενώ πριν από αυτήν, στην
δεύτερη δεκαετία του ίδιου αιώνα, ένας αστός όπως ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου θα
πλέκει το εγκώμιο της παλιάς
«αγροκτηνοτροφικής τάξης πραγμάτων» με «Τα ψηλά βουνά» του, βιβλίο του 1918, με
σημαντικότατη απήχηση σε αρκετές γενιές ελληνοπαίδων.
Σε αυτή τη πρώϊμη περίοδο αστικοποίησης η εξοχική κατοικία είναι προνόμιο των «ελίτ» κοινωνικών ομάδων, ενώ ο τουρισμός και
η εκδρομική κινητικότητα στον περιαστικό και ευρύτερο υπαίθριο χώρο είναι μάλλον περιορισμένη .. Στην αντίστοιχη περίοδο η ψυχαγωγική χρήση
της υπαίθρου από τα μεγαλοαστικά στρώματα, με τις μεγάλες επαύλεις και τα
εξοχικά, επιχειρεί κυρίως να προσομοιώσει τον παλιό αγροτικό κόσμο. Παρ’ όλα αυτά όμως δεν
απουσιάζουν οι κατασκευαστικές νεοπλασίες και άλλα φαινόμενα «βολονταριστικής»
χρήσης του υπαίθριου χώρου. . Μια πρώϊμη
προσέγγιση αυτού του φαινομένου κάνει ο
Τζέϊμς Τζόϋς στον «Οδυσσέα»(1905).
Μια άλλη, μεταγενέστερη
προσέγγιση του βολονταριστικού και
«εντυπωσιοθηρικού» χαρακτήρα
της μεταμοντέρνας εξοχικής
κατοικίας δίνεται από τον Θανάση Μουτσόπουλο. Αυτός δανείζεται
από Θεσσαλονικιώτικο περιοδικό ένα
απόσπασμα που είναι δηλωτικό της
χλιδής και της «ετσιθελικής χρήσης» του
υπαίθριου χώρου: «Για κήπο ενός στρέμματος η σωστή υποδομή , που περιλαμβάνει
πρώτης τάξεως φυτόχωμα, σύστημα αυτόματου ποτίσματος και τα συμπαρομαρτούντα,
μεταφράζεται σε2,5 έως 4 εκατ. Δραχ.”
Η
διαχείριση του τοπίου και της υπαίθρου από τα μεγαλοαστικά στρώματα, που
είναι σημαντικοί «καταναλωτές υπαίθρου» στη βιομηχανική και μεταβιομηχανική
περίοδο, είναι συχνότατα άσχετη με τη
λογική της «ειρηνικής συνύπαρξης» κατασκευάσματος και τοπίου. Ο Σόλων
Ξενόπουλος αντιπαραθέτει τη Villa Savoie, που
κατασκευάστηκε το διάστημα 1929-1931 από τον Λε Κορμπυζιέ στο Poissy, προς την οικία
Κάουφμαν στην Πενσυλβάνια των ΗΠΑ, που κατασκευάστηκε το 1935-37 από τον Φρανκ
Λόϋντ Ράϊτ και έγινε γνωστή με το όνομα « Falling water».
Στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα το «χωροταξικό ντόμινο» ξεκινάει από την ύφεση των κοινοτήτων της περιφέρειας και
ειδικά των χωριών , για να περάσει στην άτακτη σώρευση πληθυσμών στην πόλη,
να τροφοδοτήσει εν συνεχεία ευρύτερες
τάσεις φυγής ..
«Πλήττουμε μέσα
στην πόλη, δεν υπάρχει πια βωμός του ήλιου»(5)
θα δηλώσει η «Καταστασιακή Διεθνής», στα πλαίσια μιας γενικότερης
κριτικής της αστικοποίησης στο
«φόρτε της βιομηχανικής κοινωνίας. Μια έντονη δήλωση της απελπισίας και
αγριότητας που προσλαμβάνει η φυγή των αστών με στόχο την αναψυχή, θα εκφραστεί
από το κινηματογραφικό “weekend” του Ζαν Λυκ Γκοντάρ: Εδώ οι «αναχωρητές» των
πόλεων κατά τη διάρκεια των σαββατοκύριακων διαπιστώνουν τη δυσκολία της
απόδρασης, την υποχώρηση όλων των ηθικών και συμβιωτικών αξιών, την εκτροπή της αστικής κατάστασης σε ένα καθεστώς «άνθρωπος
προς άνθρωπον λύκος».
Το φαινόμενο θα αποδειχθεί «κολλητικό»
στις ανερχόμενες πόλεις του ευρύτερου δυτικού χώρου, όπως η Αθήνα : Εδώ η φυγή προς την ύπαιθρο σε κρίσιμα σημεία του
χρόνου – κυρίως πριν από μεγάλες αργίες- θα προσλάβει «Γκονταρικά»
χαρακτηριστικά και θα οδηγήσει σε
εξωφρενικούς αριθμούς φυγάδων, της τάξεως των 2,5 εκατομμυρίων ! Ο θρίαμβος της αστικοποίησης είναι «λειψός», η ήττα της υπαίθρου όχι
ολοκληρωτική. Παρ’ όλα αυτά δεν παύει να είναι αντίστοιχα ένας θρίαμβος και μια
ήττα, που διεγείρουν την κοινωνική κριτική του ουρμπανισμού. Στον
ελλαδικό χώρο η «αμφί-βοια» κατάσταση
ανάμεσα στις πόλεις της εργασίας και
στην ύπαιθρο του ελεύθερου χρόνου, θα
ενταθεί ιδιαίτερα και θα προκαλέσει «δευτερογενή φαινόμενα». . Ο Έλληνας διανοούμενος με οικολογικές
επιδόσεις ή ανησυχίες θα καταγγείλει πλέον τη μεταφορά των αστικών
συνηθειών και δομών στην ύπαιθρο, θα αναφερθεί στον εξαστισμό της υπαίθρου , θα προχωρήσει πικρόχολα στην επανερμηνεία του Καβαφικού στίχου που απευθύνεται στον φυγάδα ενός ορισμένου ,
ψυχικού και πολιτικού περιβάλλοντος : «Η πόλις σε ακολουθεί»…
ΨΥΧΑΓΩΓΙΚΟΣ ΕΠΟΙΚΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΥΠΑΙΘΡΟΥ
Μετά το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα η
χωρική επέκταση των ψυχαγωγικών
δραστηριοτήτων παίρνει μεγάλες διαστάσεις, καθώς επικουρείται από βελτιώσεις
των συγκοινωνιακών μέσων , από αναβάθμιση της ασφάλειας των επισκεπτών, από αύξηση των εισοδημάτων
και του ελεύθερου χρόνου. Οι διεθνείς αφίξεις
τουριστών συνιστούν μια τεράστια δυναμική που προσεγγίζει το 1,5 δις (6)και
«ανασκηνοθετεί» το χώρο σε πολλά
γεωγραφικά μήκη και πλάτη, δίνοντας την εντύπωση μιας ακαταμάχητης δύναμης
με τελική έκβαση την κατάκτηση και
«εξημέρωση» των πλέον άθικτων περιοχών του πλανήτη. Υπό το κράτος αυτών των
αντιλήψεων ο κόσμος εμφανίζεται ως προορισμένος να χάσει τα μυστικά του και να
αλωθεί μέχρι τις εσχατιές του από έναν νέο εποικισμό. Όμως σε αντίθεση με αυτή
την μηχανιστική προέκταση των σημερινών
τάσεων προς το μέλλον, η
διαλεκτική προσέγγιση του φαινομένου φέρνει στην επιφάνεια μια
βασική σύγκρουση. Είναι η σύγκρουση
ανάμεσα στην «χωρική διαστολή»
της ψυχαγωγικής δραστηριότητας, που παίρνει
τη μορφή του τουρισμού, του εκδρομισμού και της εξοχικής κατοικίας, και στη «συστολή» που προέρχεται από την διαμόρφωση
ψυχαγωγικών δραστηριοτήτων κοντά στα
μεγάλα αστικά κέντρα. Τα Ιουράσια
Πάρκα, οι ντίσνεϋλαντ, τα «συνθετικά χωριά» που έχουν σκηνοθετηθεί για να
εκπέμψουν μια αίσθηση παρεμφερή με αυτή των αυθεντικών χωριών, που
«εξοικονομούν» μετακινήσεις και
προσφέρουν είτε κονσερβαρισμένες εμπειρίες με υποτιθέμενη φυσικότητα
, αλλοιώνουν το παραδοσιακό DNA του
τουρισμού, που εμπεριέχει την χωρική
μετακίνηση. (7) Ο Μαλαισιανός επενδυτής που εγκαθιστά ένα τεχνητό τροπικό
περιβάλλον στα περίχωρα του Βερολίνου καλώντας τους Γερμανούς να το απολαύσουν,
περιορίζει την κινητικότητα και την παρουσία του τουριστικού και εκδρομικού
ρεύματος στην περιφέρεια.(8)
Η ψυχαγωγική λειτουργία υπόκειται στη δράση όχι μόνο «κεντρόφυγων
αλλά και «κεντρομόλων» δυνάμεων. Η έκβαση
της διελκυνστίδας κεντρόφυγων και κεντρομόλων δυνάμεων, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις πολιτικές
συνθήκες στην περιφέρεια του πλανήτη,
από τη κατάσταση και ασφάλεια των συγκοινωνιακών δικτύων, από την επέκταση του
Κράτους – Δικαίου. κλπ. Σε μεγάλο επίσης βαθμό εξαρτάται από την επινοητικότητα
της βιομηχανίας της αναψυχής και από την δυνατότητά της να διαμορφώνει
τεχνητούς «διασκεδασοχώρους»,
ανταγωνιστικούς με τους αντίστοιχους χώρους φυσικής και πολιτιστικής αναψυχής.
Παρά την αρχική αποσύνδεση της πόλης από
την αναψυχή και την «συνήθη» πρόσληψη
αυτής της τελευταίας στον υπαίθριο χώρο, παρά την αρχική εξέλιξη διαφόρων αστικών σχηματισμών προς την κατεύθυνση της
«ολιγολειτουργικής» πόλης, της
«πόλης-υπνωτηρίου», υπάρχουν ενδείξεις
για μια τροχιά αντίθετης φοράς, που
«αντικειμενικά» οδηγεί στην επαναπροσέγγιση πόλης και ψυχαγωγικών δραστηριοτήτων.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1.
Worldwatsch
Institute, «Η κατάσταση του κόσμου 2007 – το αστικό μας μέλλον», συλλογικό
έργο, εκδόσεις «Ευώνυμος Οικολογική Βιβλιοθήκη», πρόλογος στην ελληνική έκδοση Γιάννης Σχίζας
2.
Ελένη
Πορτάλιου, «Κριτική Προσέγγιση του ‘Γενικού Χωροταξικού Σχεδίου’», 19.5.2008
3.
Anatole Kopp «Πόλη και επανάσταση», εκδόσεις «Νέα
Σύνορα», Αθήνα 1976
4.
Άλβιν
Τόφλερ, «Θέσεις και προβλέψεις» και «Νέες Δυνάμεις», εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ
5. International Situationiste , το ξεπέρασμα της τέχνης
«Συνταγές για μια καινούρια
πολεοδομία», ανθολογία κειμένων της καταστασιακής διεθνούς, εκδόσεις ΥΨΙΛΟΝ, Αθήνα 1999
6. Εκτιμήσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού
Τουρισμού .
7. Γιάννη Σχίζα, «Ο άλλος τουρισμός»,
«Εναλλακτικές εκδόσεις», Αθήνα 1998
8. Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 4.2.2005, αναφορά
σε Μαλαισιανό επενδυτή που
δημιούργησε στα περίχωρα του Βερολίνου τροπικό μικροπεριβάλλον κάτω από τεχνητό θόλο διαστάσεων 360Χ210μέτρων
και ύψους 107 μέτρων !

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου