«Ομογενής» είναι κάποιος που ζει σε έναν άλλον χώρο από εκεί
όπου γεννήθηκε ή μεγάλωσε, αλλά διατηρεί κάποια σχέση με την τοποθεσία γέννησης
– με την ιδιαίτερη πατρίδα του, ούτως ειπείν… Εγώ περιόρισα αυτή τη γεωγραφική
απόσταση και τη χρησιμοποίησα για την περίπτωση της Ηλιούπολης και της Κυψέλης,
όπου ζω σήμερα. Έκανα λάθος;
Στην παιδική ηλικία ο χρόνος είναι πολύ πυκνός, οι
αναμνήσεις πιο περιεκτικές, οι αναφορές στο παρελθόν πιο δυνατές. Στη συνέχεια
έρχεται η μέση ηλικία, με τις αναμνήσεις που «ξαλαφρώνουν», που πνίγονται μέσα
σε πολλά και διάφορα συμβάντα, και τέλος η μεγάλη ηλικία, όπου η μνήμη
φωτίζεται επιλεκτικά και κάποια γεγονότα ξαναγίνονται έντονα. Αυτό πιθανόν να
οδηγεί στην υπερμνησία – στην αύξηση ή επέκταση της μνημονικής ικανότητας, σε
ορισμένες περιστάσεις…
Ξεκινάω από μια ευφυή κουβέντα που εκστόμισε ο Βάλτερ
Βελτρόνι, παλιός δήμαρχος της Ρώμης. Είπε ότι «πρέπει να ξανασκεφτούμε την πόλη
όπως φαίνεται μέσα από τα μάτια των παιδιών, από το ύψος του ενός μέτρου»… Εγώ
θα διαλέξω μια εποχή στην οποία είχα περίπου το ύψος του ενός μέτρου – λίγο πιο
κάτω, λίγο παραπάνω.
Η εποχή αυτή ήταν η δεκαετία του 1950. Ήταν μια δεκαετία
χωρίς εμφανή ίχνη πολυτέλειας και σπατάλης, όπου «πολλά από αυτά που σήμερα
κατέχει αυτονόητα ένας εργάτης της οδοποιίας ή μια κομμώτρια δεν τα είχε στη
διάθεσή του κανένας πρίγκιπας του παρελθόντος», καθώς λέει ο Hans Magnus
Enzensberger («Πολιτική και πολιτισμός»).
Κατά τα άλλα τα σπίτια μας απείχαν πέντε λεπτά από την Ομόνοια – καταπώς έλεγαν οι ρεκλάμες της εποχής για τα οικόπεδα – αλλά στην πραγματικότητα απείχαν πολύ περισσότερο. Θυμάμαι μεταγενέστερα που το «πέντε λεπτά από την Ομόνοια» ως σύνθημα άρχισε να ψευτίζει, να γίνεται ανέκδοτο, που στο τέλος το πήρε το ποτάμι και ξεχάστηκε.
Ο Γιάννης Τσαρούχης έφτασε να πει ότι η ασχήμια της Αττικής
αποτελεί λαϊκό αίτημα – όμως αυτό το αίτημα δεν το κατάλαβα στα μικράτα μου.
Ζούσαμε στην εξοχή, αλλά ποτέ δεν καταλάβαμε ότι τα σπίτια μας ήταν εξοχικά,
προορισμένα να γίνουν κύριες κατοικίες – σε ένα άλλο στάτους πληθυσμού.
Όμως περάσαμε από αυτό το στάτους. Αλλάξαμε. Ξεβλαχέψαμε,
που λέει ο Πέτρος Κωστόπουλος. Ή γίναμε ένας νέος ελληνικός πολιτισμός, που
λέει κι ο Θανάσης Μουτσόπουλος: «Με όριο την όμορφη γυναίκα, τα δυο παιδιά, το
καθαρόαιμο λυκόσκυλο, τα τρία αυτοκίνητα, τη μεζονέτα με κήπο, με τζάκι, home
cinema, μετοχές, εγγραφή στο Πολιτεία Τένις Κλαμπ, τρεις πιστωτικές κάρτες,
διακοπές στην Αράχωβα και σκι, το καλοκαίρι στη Μύκονο αλλά και σπίτι στις
Σπέτσες για ησυχία κ.λπ.».
Τελικά πήραμε ύψος
παραπάνω από ένα μέτρο – θα ’λεγε ο Βάλτερ Βελτρόνι…
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου