Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Τρίτη, 31 Μαΐου 2016

ΡΕΘΥΜΝΟ: ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΟ ΙΜΑΤΖ Ή ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ;



Σχετική άποψη τ. Δημάρχου Ρεθύμνου



της  Ελένης Καπετανάκη-Μπριασούλη*
Το Ρέθυμνο, στη διαδικασία μετάλλαξης του από μικρή, συμπαθητική, επαρχιακή πόλη, με πλούσια ιστορία και ζωή, σε τουριστική πόλη, δεν κατάφερε να μην υποκύψει στη φοινικολαγνεία. Το ίδιο και η ευρύτερη περιοχή του. Η εμβληματική αλλαγή συντελέστηκε κυρίως μετά το 2000 με πυκνές φυτεύσεις υπεράριθμων φοινίκων σε όλους τους δημόσιους χώρους προς ενίσχυση του τουριστικού ίματζ (image) της πόλης – ιδιαίτερα σε πάρκα, παραλιακά μέτωπα, ακόμα και πριν διαμορφωθούν οι χώροι τους, και μπροστά από ξενοδοχεία[1]. Οι δε ξενοδοχειακές μονάδες, με ελάχιστες αξιέπαινες εξαιρέσεις, επιδόθηκαν σε ένα αγώνα δρόμου να γεμίσουν ασφυκτικά τους χώρους πρασίνου με φοίνικες… αποκλειστικά. Το πρότυπο «τουρισμός = φοίνικες και γκαζόν» δυστυχώς έχει επιβληθεί σε όλες τις Ελληνικές πόλεις, όπως και αλλού, με αποτέλεσμα την ομογενοποίηση και ενσωμάτωση τους στην παγκοσμιοποιημένη, στερεότυπη και τυποποιημένη, μορφολογία των σύγχρονων τουριστικών προορισμών – το τουριστικό ίματζ – και την ταυτόχρονη απώλεια της ιδιαίτερης, αυθεντικής φυσιογνωμίας και ταυτότητας τους – της εικόνας τους, φορέα διαχρονικών αξιών και βιωμάτων.


Την περίοδο που αποφασίστηκε η μαζική φύτευση φοινίκων στην πόλη – στη δεκαετία 2000-10 – έρρεε ακόμα ζεστό, δανεικό χρήμα αλλά ήταν γνωστή και η σοβαρή επιδημία του κόκκινου σκαθαριού, στη χώρα και στην Κρήτη. Η επιδημία εξελίχθηκε σε πανδημία πλέον που αφανίζει σταθερά τους Κανάριους φοίνικες σ’ όλη την επικράτεια, μια που το σκαθάρι πολλαπλασιάζεται ταχύτατα (το καθένα γεννά 300 αυγά) και έχει αποδειχθεί παντοδύναμο και ανθεκτικό και στα πιο βαριά εντομοκτόνα που έχουν απαγορευθεί στην ΕΕ και αλλού[2]. Εντομολόγοι του Μπενάκειου Φυτοπαθολογικού Ινστιτούτου και άλλοι ειδικοί, όμως, θεωρούν πρακτικά αδύνατη την αντιμετώπιση του σκαθαριού με εντομοκτόνα.

Παρ’ όλα ταύτα, υπερχρεωμένοι δημόσιοι φορείς και ιδιώτες δεν εκάμφθησαν ούτε στην εποχή του μνημονίου, των μειούμενων πόρων και των αυξανόμενων κοινωνικών αναγκών, και δεδομένης της πανδημίας του σκαθαριού. Επίμονα συνέχισαν να φυτεύουν φοίνικες και να τους διατηρούν στη ζωή με συχνές και συστηματικές ‘θεραπείες’ με επικίνδυνα εντομοκτόνα που αναπόφευκτα χρησιμοποιούνται μέσα σε κατοικημένες περιοχές. Αρωγός στις προσπάθειες τους παραμένει το εκτεταμένο σύμπλεγμα παραγωγής, εμπορίας και διαχείρισης φοινικοειδών και εισαγωγών εντομοκτόνων που αναπτύχθηκε ταχύτατα από τα μέσα του 1990 με αφορμή την υψηλή ζήτηση και το επικερδές αυτών των δραστηριοτήτων.

Και τώρα πληρώνεται ο λογαριασμός … οι φοίνικες αποδεκατίζονται κι ο τόπος γέμισε με τα κουφάρια τους, παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες των υπεύθυνων να τους κρατήσουν ζωντανούς με συχνό ‘κούρεμα’ και ‘χημειοθεραπείες’ που δεν περνούν απαρατήρητα από τις μύτες (και τα μάτια) των κατοίκων και των επισκεπτών. Κι όλα αυτά για το ίματζ. Μια τουριστική περιοχή χωρίς φοίνικες φαίνεται να είναι αδιανόητη σήμερα. Πώς να εξηγηθεί το γεγονός ότι οι καταδικασμένοι φοίνικες έχουν επιπλέον καλλωπισθεί με καθάρισμα και διαμόρφωση ‘κιονόκρανου’ στους κορμούς τους προσθέτοντας μια θλιβερά θεατρική σοβαροπρέπεια, ξένη στην πολιτιστική ιδιαιτερότητα της πόλης; ‘Όμως, το τουριστικό ίματζ με φοίνικες έχει μεγάλο (αν μη τι άλλο λόγω του μεγάλου πλήθους τους) και πολυδιάστατο κόστος – οικονομικό, περιβαλλοντικό/υγειονομικό, αισθητικό και πολιτισμικό – που εγείρει σοβαρά ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν.

Οικονομικό κόστος – περιλαμβάνει το κόστος αγοράς, τοποθέτησης και συντήρησης/καλλωπισμού των φοινίκων, το κόστος αντιμετώπισης του κόκκινου σκαθαριού, το κόστος διαχείρισης/διάθεσης των νεκρών φοινίκων, καθώς και την οικονομική αξία του περιβαλλοντικού κόστους που αναφέρεται παρακάτω. Το κόστος ενός φοίνικα ποικίλλει με το μέγεθος του. Ενδεικτικά, το 2010, οι μεγάλοι φοίνικες κόστιζαν 1750 ευρώ/μέτρο ενώ ένα μικρό δενδρύλλιο 150 ευρώ περίπου. Ο καθαρισμός ενός φοίνικα, από φθηνά εργατικά χέρια, κόστιζε 30 Ευρώ το δένδρο το 2011. Για την αντιμετώπιση του κόκκινου σκαθαριού, η έγχυση εντομοκτόνων στον κορμό κόστιζε 300 Ευρώ/δένδρο/έτος το 2010-11. Το κόστος απομάκρυνσης/καταστροφής προσβεβλημένων φοινίκων με νόμιμες διαδικασίες κυμαινόταν από 350 έως 800 ευρώ/δένδρο το 2010-11. Συγκρίνονται αυτά τα μεγέθη με τα αντίστοιχα ενδημικών δένδρων της Κρήτης και της χώρας, περιοχών παγκόσμια γνωστών για την πολύ μεγάλη βιοποικιλότητα τους;

Περιβαλλοντικό/υγειονομικό κόστος – περιλαμβάνει τις σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις των εντομοκτόνων στον αέρα, το έδαφος, τα νερά, τις μέλισσες και τον άνθρωπο, την κατανάλωση νερού και ενέργειας για τη διαχείριση υγιών, προσβεβλημένων και νεκρών φοινίκων, και τις επιπτώσεις της πλημμελούς διαχείρισης των νεκρών φοινίκων.

Η αντιμετώπιση του κόκκινου σκαθαριού απαιτεί σημαντικές ποσότητες εντομοκτόνων. Ενδεικτικά, για τρεις εγχύσεις ανά δένδρο/χρόνο, απαιτούνται 210 ml εγκεκριμένων σκευασμάτων. Τα μεγέθη διαφοροποιούνται ανάλογα για ψεκασμούς ή λουσίματα. Αν ληφθούν υπόψη ανεξέλεγκτες εφαρμογές σκευασμάτων και υπερβάσεις στη δοσολογία, οι επίσημες εκτιμήσεις ίσως είναι συντηρητικές...[3]

Τα χρησιμοποιούμενα σκευάσματα περιέχουν δραστικές ουσίες (νεονικοτινοειδή –Thiamethoxam, Imidacloprid, Αbamectin, Clothianidin) που, σύμφωνα με τους κατασκευαστές και επιστημονικές πηγές, χαρακτηρίζονται επιβλαβείς για ανθρώπους, ζώα και πουλιά και εξαιρετικά τοξικά για μέλισσες και επωφελή έντομα, με πιθανές μακροχρόνιες επιπτώσεις στο υδάτινο περιβάλλον (κίνδυνος ρύπανσης/μόλυνσης επιφανειακών νερών, νερού άρδευσης και ύδρευσης και υπογείων υδάτων). Η ισχυρή σχέση της χρήσης νεονικοτινοειδών και της κατάρρευσης του πληθυσμού των μελισσών ήταν και ο κυριότερος λόγος που απαγορεύθηκαν σε πολλές χώρες (ΗΠΑ, ΕΕ, κ.ά.).

Η διαχείριση των νεκρών φοινίκων (καύση και κυρίως φυτοϋγειονομική ταφή σε ειδικούς χώρους) υπόκειται σε αυστηρές προδιαγραφές μια που έχουν υποστεί ‘χημειοθεραπείες’, άρα αποτελούν τοξικά στερεά απόβλητα. Εδώ εγείρονται σημαντικά ερωτήματα εφαρμογής της Ευρωπαϊκής και εθνικής νομοθεσίας που απαγορεύει ρητά την ανεξέλεγκτη καύση ή ταφή στερεών αποβλήτων καθώς και της ύπαρξης κατάλληλων (αδειοδοτημένων) τοποθεσιών ταφής σημαντικού όγκου νεκρών φοινίκων[4]. Σε ποιους χώρους θάβονται/έχουν ταφεί τόσοι φοίνικες που έχουν νεκρωθεί στο Ρέθυμνο και τα περίχωρα του;

Αισθητικό κόστος – ο αφύσικα μεγάλος αριθμός φοινίκων, είτε σε δενδροστοιχίες είτε σε συστάδες (φοινικοδάση στις παραλίες), αλλοιώνει την ιδιαίτερη φυσιογνωμία της πόλης (και των ξενοδοχειακών μονάδων που κάνουν αποκλειστική χρήση φοινίκων). Το ίδιο ισχύει και για τις πολύ συχνά απαντώμενες ‘συνθέσεις’ ακριβοπληρωμένων και εντυπωσιακών φοινίκων με κάδους σκουπιδιών, σταθμευμένα οχήματα και κάθε λογής αλλόκοτα αντικείμενα. Αισθητικές ατασθαλίες σημειώνονται επίσης γύρω από αγάλματα που ‘χάνονται’ από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό τους από πλήθος φοινίκων.

Πολιτισμικό κόστος – συναρτάται από το αισθητικό αλλά είναι ευρύτερο του μια που η αλλοίωση της φυσιογνωμίας του τόπου συνεπάγεται και αλλοίωση των βιωμάτων των κατοίκων και επισκεπτών, μετάδοση εισαγόμενων αξιών, ξένων στο ιστορικό γίγνεσθαι της πόλης, και πολιτισμική ασυνέχεια. Χάριν της άμετρης χρήσης εισαγόμενων φοινίκων και του σκαθαριού που τους συνόδευσε, χάνονται οι ιστορικοί φοίνικες (όπως οι ιστορικοί φοίνικες του δημοτικού κήπου, που γέμισε με φοίνικες-εισβολείς, και όσοι άλλοι απέμειναν) και αλλοιώνεται το ήδη αλλοιωμένο από κιόσκια και παραπήγματα παραλιακό μέτωπο της πόλης.

Η επιδίωξη ενός αλλότριου τουριστικού ίματζ γκλαμουριάς επέφερε σημαντικό πλήγμα στην ιδιαίτερη εικόνα του Ρεθύμνου, η διατήρηση και ανάδειξη της οποίας θα έπρεπε να είναι βασική επιδίωξη και μέλημα όσων διαμορφώνουν τους δημόσιους και ιδιωτικούς χώρους της.

Η εικόνα της πόλης και της ευρύτερης περιφέρειας της, θα αποκτήσει αίγλη, κι όχι φτηνή γκλαμουριά, όχι με συντήρηση ή/και εμπλουτισμό με φοίνικες αλλά με επεμβάσεις στους δημόσιους και ιδιωτικούς χώρους προσανατολισμένες στην αποκατάσταση της ιστορικής συνέχειας του κτιστού περιβάλλοντος της, στα πρότυπα πολλών Μεσογειακών πόλεων, στην απομάκρυνση των αντιαισθητικών κατασκευών, στην αντιμετώπιση των μηνυμάτων με σπρέυ στους τοίχους, στην ένταξη της στο Κρητικό τοπίο και στην ανάδειξη του με χρήση ενδημικών φυτών για τον καλλωπισμό της[5]. Έτσι θα παιδεύει κατοίκους και επισκέπτες δημιουργικά, μυώντας τους στην ιστορία, τον πολιτισμό και τη φύση της, και θα καινοτομεί διαφοροποιούμενη από άλλες, ‘ανταγωνίστριες’, πόλεις.

Σημαντικός παράγοντας σ’ αυτή την πορεία είναι η ανάπτυξη συνεργασίας και συμμετοχής όλων των εμπλεκομένων δημόσιων και ιδιωτικών φορέων, η ευαισθητοποίηση και η ενημέρωση του κοινού και η ενθάρρυνση των επαγγελματιών πρασίνου να πρωτοτυπήσουν συμβάλλοντας στην ανάδειξη της πλούσιας βιοποικιλότητας του ευλογημένου τόπου που ζούμε.



Ελένη Καπετανάκη-Μπριασούλη, καθηγήτρια

Τμήμα Γεωγραφίας, Πανεπιστήμιο Αιγαίου








[1] Μπριασούλη, Ε. «Η Φαραωνική διαμόρφωση της προκυμαίας του Ρεθύμνου», Κρητική Επιθεώρηση, 30/7/2009 και «Η Φαραωνική διαμόρφωση της προκυμαίας και του παραλιακού μετώπου του Ρεθύμνου, ένα χρόνο μετά» Κρητική Επιθεώρηση, 30/7/2010.
[2] Μπριασούλης, Δ. «Το τίμημα της αίγλης: Το πολυδιάστατο κόστος των φοινίκων στους ελεύθερους χώρους», Ecocrete, 23-8-2011.
http://www.ecocrete.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=7108&Itemid=82. Συντομότερη εκδοχή στα Χανιώτικα Νέα, 27/8/2011.
[3] Βλ. παραπάνω άρθρο
[4] «Για 1000 δένδρα μέσου ύψους 4 μέτρων και διαμέτρου 50 εκ., ο συνολικός όγκος των ʽαποβλήτωνʼ μπορεί να είναι 3170 κ.μ.» (Βλ. παραπάνω άρθρο)
[5] Θυμάκης, Ν. «Αριά, η ελληνική απάντηση στους φοίνικες», ΟΙΚΟ (Καθημερινής) http://www.kathimerini.gr/4Dcgi/4dcgi/_w_articles_oiko1_1_03/06/2011_1295416

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου