Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Παρασκευή 13 Αυγούστου 2021

Μα­ρί­α Κου­γι­ουμ­τζῆ : Θυ­μός

 



Η ΜΑΝΑ τὸ ἔ­χει ἀ­κό­μα τὸ ση­μά­δι. Ἔ­χει ἀ­χνέ­ψει πο­λύ, μό­λις ποὺ τὸ δι­α­κρί­νεις. Ἂν δὲν τὸ ξέ­ρεις οὔ­τε ποὺ τὸ βλέ­πεις. Ὅ­μως ἐ­γὼ τὸ ξέ­ρω καὶ τὸ βλέ­πω πάν­τα ἐ­κεῖ, στὴ θέ­ση του. Ἐ­κεῖ ἀ­κρι­βῶς ποὺ τὸ ἔ­κα­να. Για­τί ἐ­γὼ τῆς τὸ ἔ­κα­να . Μὲ τὴ μα­σιά. Τὴν πυ­ρω­μέ­νη μα­σιά. Κοι­μό­ταν ὅ­ταν τὴν κα­τέ­βα­σα στὰ μοῦ­τρα της, ὄ­χι μὲ δύ­να­μη, ἁ­πα­λά, ἀρ­γὰ, ὄ­χι μὲ ἀ­πό­λαυ­ση, μὲ ἔ­ξαρ­ση, ὅ­τι ἐ­ξόρ­κι­ζα τὸ κα­κό, τὸ κα­κὸ ποὺ ἔ­κα­νε ἐ­κεί­νη, ἡ μά­να μου, ἡ εἰ­κό­να μου, ἐ­κεί­νη ἦ­ταν τὸ κα­κό, δὲν ἦ­ταν μό­νο του, δὲν τό ‘φε­ρε κα­νεὶς ξέ­νος καὶ τ’ ἀ­πό­θε­σε στὰ χέ­ρια της, ἐ­κεί­νη τὸ πε­ρι­εῖ­χε στὸ κα­κι­α­σμέ­νο βλέμ­μα της, μὲ τὴν πυ­ρω­μέ­νη τσιμ­πί­δα προ­σπά­θη­σα νὰ τ’ ἁρ­πά­ξω, νὰ τὸ κά­ψω, νὰ τὸ ἐ­ξα­φα­νί­σω, ὅ­πως ἐ­κεί­νη ἀ­φά­νι­σε μιὰ ψυ­χή, ὄ­χι τὴ δι­κή μου. Τὴν δι­κή μου τὴν ρο­κά­νι­ζε σι­γά-σι­γὰ μὲ λό­για μέ­λι, μὴ δί­νεις, μὴ χα­ϊ­δεύ­εις, μή… μή... καὶ χα­λοῦ­σε τὸ στο­μά­χι τῆς ψυ­χῆς μου, δὲν ἄν­τε­χα νὰ βλέ­πω τὴ μά­να μου φί­δι στὸν πα­ρά­δει­σο τῆς ἄ­γνοι­άς μου. Ὅ­ταν ἤ­μουν ἑ­φτὰ χρο­νῶν κα­τά­πια ντὶ τὶ ­τί, κοι­μό­μου­να τρί­α με­ρό­νυ­χτα, δὲν ἤ­ξε­ρε για­τί, τεμ­πέ­λα μ’ ἔ­λε­γε, νό­μι­ζε, ὅ­ταν τῆς τὸ εἶ­πα ἀλ­λη­θώ­ρι­σε τὸ μά­τι της, μ’ ἔ­δω­σε μιὰ σφα­λιά­ρα κι ἔ­κλα­ψε, πῆ­γε νὰ μ’ ἀγ­κα­λιά­σει μὰ τρα­βή­χτη­κα, ἔ­κλα­ψε πιὸ δυ­να­τά, σι­γὰ πού... Ἐ­νῶ τσι­τσί­ρι­σε τὸ δέρ­μα της, πε­ρί­ερ­γο ἄρ­γη­σε ν’ ἀν­τι­δρά­σει, κοι­μό­ταν, κι ὁ ἐγ­κέ­φα­λος κα­θυ­στέ­ρη­σε νὰ δώ­σει σῆ­μα, ἄ­νοι­ξε τὰ μά­τια της μᾶλ­λον ἥ­συ­χα, μὲ εἶ­δε μὲ τὴ μα­σιὰ στὰ χέ­ρια, δὲν ξέ­ρω πῶς τὴν κοι­τοῦ­σα, τί ψυ­χὴ εἶ­χε τὸ βλέμ­μα μου, πέ­ρα­σαν με­ρι­κὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα ὣς νὰ τι­νά­ξει τὸ σκέ­πα­σμα ἀ­πὸ πά­νω της τσι­ρί­ζον­τας κι ἄρ­χι­σε νὰ μὲ κυ­νη­γά­ει, ἐ­νῶ κα­θὼς αὐ­τό­μα­τα εἶ­χε φέ­ρει τὸ χέ­ρι στὸ μά­γου­λό της καὶ τό ‘συ­ρε πά­νω στὴν πλη­γή, ἀ­πό­μει­νε ἡ πέ­τσα του νὰ κρέ­με­ται, καὶ μ’ αὐ­τὸ τὸ χέ­ρι γύ­ρευ­ε νὰ μ’ ἁρ­πά­ξει, ἔ­τρε­χε ξω­πί­σω μου, μὰ ποῦ νὰ μὲ φτά­σει. Βγῆ­κα στὴν αὐ­λή, κα­τά­λα­βε ὅ­τι δὲ θὰ μ’ ἔ­πια­νε πο­τέ, κά­θι­σε στὸ πε­ζού­λι κι ἔ­κλαι­γε. Ὕ­στε­ρα ἔ­πα­ψε νὰ κλαί­ει καὶ κοί­τα­ζε ἴ­σα μπρο­στὰ μᾶλ­λον χω­ρὶς νὰ βλέ­πει. Τὴν πλη­σί­α­σα ἀρ­γά, ἔ­βγα­λε τὴν παν­τό­φλα της καὶ μοῦ τὴν πέ­τα­ξε. Δὲν μὲ πέ­τυ­χε.

Μέ­σα στὴ φτώ­χεια μας, μᾶς πε­ρίσ­σευ­ε ἕ­να δω­μα­τιά­κι, λί­γο με­γα­λύ­τε­ρο ἀ­πὸ κο­τέ­τσι, τὸ νοι­κι­ά­σα­με σ’ ἕ­ναν κα­κο­μοί­ρη με­τα­νά­στη ποὺ κα­θό­λου δὲ μᾶς κα­λο­φά­νη­κε. Κι­τρι­νιά­ρης, ρου­φηγ­μέ­νος σὰ φυ­μα­τι­κός, μὲ κα­φε­τιὰ ἀ­ραι­ὰ δόν­τια, φο­ροῦ­σε μο­νί­μως μιὰ λι­γδι­α­σμέ­νη καμ­παρ­ντί­να. Ὅ­μως δὲν ἦ­ταν αὐ­τό, ἦ­ταν τὸ βλέμ­μα του, δια­ρκῶς κα­τε­βα­σμέ­νο, λο­ξό, ἔ­νο­χο βλέμ­μα. Εἶ­χε ἕ­να κα­ρο­τσά­κι, που­λοῦ­σε ξη­ροὺς καρ­ποὺς ἔ­ξω ἀ­π’ τοὺς κι­νη­μα­το­γρά­φους, μα­ζευόν­ταν στὴν κα­μα­ρού­λα τὴ νύ­χτα, μου­λω­χτά, σι­γα­νο­πα­τών­τας κι ἔ­πε­φτε νὰ κοι­μη­θεῖ χω­ρὶς ν’ ἀ­νά­ψει τὸ φῶς. Τὰ ἑλ­λη­νι­κά του μι­σὰ καὶ στρα­βο­κά­νι­κα. Κά­τι μοῦ βρω­μά­ει σ’ αὐ­τὸν εἶ­πε ἡ μά­να μου στὴ νου­νά μου· ἐ­μεῖς τὰ παι­διὰ τὸ μυ­ρί­σα­με γρή­γο­ρα, ἀλ­λὰ δὲν ξέ­ρα­με τί εἴ­δους μυ­ρου­διὰ ἦ­ταν. Ἡ Βά­σω, ἡ με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­πὸ τὴν πα­ρέ­α μας, ψη­λή, ξε­ρα­κια­νή, στέ­κα τὴ φω­νά­ζα­με, ἄ­χα­ρη στὴν ἡ­λι­κί­α τῶν ἕν­τε­κα χρό­νων της, ἡ Βά­σω λοι­πόν, κα­θό­τα­νε καὶ τῆς χά­ι­δευ­ε τὸ μπρά­τσο, μᾶς ἔ­φερ­νε σα­κοῦ­λες τὰ σπό­ρια καὶ τρώ­γα­με ὅ­λες φτύ­νον­τας τὰ φλού­δια μὲ μα­νί­α σὰ νὰ φτύ­να­με ἐ­κεῖ­νον. Ἡ Βά­σω ὅ­λο καὶ πιὸ συ­χνὰ μᾶς ἔ­φερ­νε σπό­ρια καὶ κα­ρα­μέ­λες, ὥ­σπου ἔ­φτα­σαν στ’ αὐ­τιὰ τῆς μά­νας της τὰ κα­μώ­μα­τά της. Ἀ­φοῦ τὴν πά­τη­σε ἕ­να γε­ρὸ ξύ­λο, ἔ­στει­λε τὸν ἄν­τρα της ποὺ πα­ρα­φύ­λα­ξε τὸν νοι­κά­ρη μας καὶ μό­λις ἐ­κεῖ­νος ἐμ­φα­νί­στη­κε, σκυ­φτός, ὅρ­μη­σε καὶ τοῦ ΄ρι­ξε δυ­ὸ χα­στού­κια, μι­λιὰ δὲν ἔ­βγα­λε μό­νο σούρ­θη­κε, ὡς τὴν κα­μα­ρού­λα του, ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ κλει­σμέ­νος μέ­ρες, ἡ μά­να μου τὸν λυ­πή­θη­κε, τοῦ πῆ­γε ἕ­να πιά­το φα­γὶ μιὰ κα­νά­τα νε­ρό, τ’ ἄ­φη­σε ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα του. Με­τὰ ἄρ­χι­σε πά­λι νὰ πη­γαί­νει στὴ δου­λειὰ του ἀλ­λὰ ἐ­μεῖς δὲν εἴ­χα­με σπό­ρια νὰ τρῶ­με.

            Ἔ­τυ­χε νὰ πε­θά­νει κά­ποι­α συγ­γέ­νισ­σά μας κι ἡ μά­να μου ἔ­πρε­πε νὰ πά­ει στὸ ξε­νύ­χτι. Δὲν ἤ­θε­λα νὰ κοι­μη­θῶ στῆς νου­νᾶς μου, εἶ­χε ὅ­λο ἀ­γό­ρια ἐ­κεί­νη, κα­τὰ σύμ­πτω­ση ὁ νοι­κά­ρης μας ἦ­ταν στὴν κα­μα­ρού­λα του, ἡ μά­να μου κοί­τα­ξε κα­χύ­πο­πτα τὴν πόρ­τα του καὶ φώ­να­ξε ἀρ­κε­τὰ δυ­να­τὰ ὥ­στε νὰ τὴν ἀ­κού­σει: τὸ νοῦ σου μὴ σὲ πλη­σιά­σει ὁ χτι­κιά­ρης, μὴ σὲ ξε­μο­να­χιά­σει ὁ σι­χα­μέ­νος, μα­κριά του, ἔ­τσι καὶ σὲ σι­μώ­σει θὰ σᾶς πνί­ξω καὶ τοὺς δυ­ὸ μὲ τ’ ἄν­τε­ρά σας. Ἀ­κοῦς; Ἤ­ξε­ρα πὼς τὸ ἀ­κοῦς, τὸ ‘λέ­γε σ’ αὐ­τὸν κι ὄ­χι σὲ μέ­να. Ἔ­δε­σε τὸ μαν­τί­λι στὸ κε­φά­λι της καὶ βγῆ­κε στὸ δρό­μο.

            Σου­ρού­πω­νε ὅ­ταν ἔ­φυ­γε κι ἡ γει­το­νιὰ μα­ζώ­χτη­κε στὰ σπί­τια της. Ἄ­να­ψα τὸ φῶς κι ἅ­πλω­σα τὰ τε­τρά­διά μου στὸ τρα­πέ­ζι νὰ γρά­ψω τὰ μα­θή­μα­τά μου. Δὲν πρό­λα­βα νὰ πιά­σω τὸ μο­λύ­βι ὅ­ταν ἄ­κου­σα τὰ ἄ­η­χα βή­μα­τά του νὰ πλη­σιά­ζουν. Ἔ­τρι­ξε ἡ πόρ­τα του κα­θὼς ἄ­νοι­ξε κι ἔ­κλει­σε, τὸ σῶ­μα μου μα­ζεύ­τη­κε ἐ­νῶ τ’ αὐ­τιά μου τεν­τώ­θη­καν. Τί­πο­τα, ἡ­συ­χί­α.

            Εἶ­χα τε­λει­ώ­σει τὰ γρα­ψί­μα­τά μου, νύ­στα­ζα, ἀλ­λὰ δὲ μπο­ροῦ­σα νὰ χα­λα­ρώ­σω, ἤ­μουν σφιγ­μέ­νη. Δὲν ἤ­ξε­ρα τί φο­βό­μουν ἀ­π’ αὐ­τόν, ἀλ­λὰ φο­βό­μουν. Κά­ποι­α στιγ­μὴ ἄ­κου­σα ἕ­να χαρ­χά­λε­μα στὴν πόρ­τα, δὲ σκέ­φτη­κα τὴ μά­να μου, αὐ­τό­να σκέ­φτη­κα. Ζού­φω­ξα στὴ γω­νιά μου, μά­ζω­ξα τὰ πό­δια ὣς τὴν κοι­λιά, κα­τέ­βα­σα τὸ φό­ρε­μά μου ὣς τοὺς ἀ­στρα­γά­λους. Ἄ­κου­σα τὰ βή­μα­τά του νὰ γυ­ρί­ζουν πί­σω. Ἡ καρ­διά μου ταμ­ποῦρ­λο. Πέ­ρα­σε ὥ­ρα, μι­σο­ζα­λι­σμέ­νη ἀ­π’ τὴ νύ­στα, εἶ­δα τὴν πόρ­τα ν’ ἀ­νοί­γει κι αὐ­τὸν νὰ πλη­σιά­ζει πρὸς τὸ μέ­ρος μου. Ἡ γλώσ­σα μου κολ­λη­μέ­νη, τὸ λα­ρύγ­γι στε­γνό. Ἄ­φη­σε πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι ἕ­να πιά­το κι ἔ­φυ­γε πά­λι ἥ­συ­χα νυ­χο­πα­τών­τας. Ἀ­φοῦ ἦρ­θε ἡ ψυ­χή μου στὸν τό­πο της, ἅ­πλω­σα τὸ χέ­ρι στὸ πιά­το. Βρα­σμέ­να ζε­στὰ κά­στα­να, φι­στί­κια κι ἕ­να μαν­τα­ρί­νι τὸ γέ­μι­ζαν. Ἔ­φα­γα τὰ ζε­στὰ κά­στα­να ἀρ­γὰ ἀρ­γά, ξε­φλού­δι­σα μὲ τὰ δόν­τια τ’ ἁλ­μυ­ρὰ κι­κι­ρί­κια, ἀ­φή­νον­τας καὶ γιὰ τὴ μά­να, ξε­δί­ψα­σα μὲ τὸ μι­σὸ μαν­τα­ρί­νι μὲ τ’ αὐ­τιὰ τεν­τω­μέ­να.

            Νύ­στα­ξα, κοι­μή­θη­κα. Ὅ­ταν ἄ­νοι­ξα τὰ μά­τια μου τὸ δω­μά­τιο ἦ­ταν πλημ­μυ­ρι­σμέ­νο στὸ φῶς, αὐ­τὸς ὄρ­θιος ἀ­πὸ πά­νω μου. Τὰ μά­τια του πρώ­τη φο­ρὰ μὲ κοί­τα­ζαν καὶ τὰ ἔ­βλε­πα. Εἶ­χαν ἕ­να γλυ­κὸ κα­στα­νὸ χρῶ­μα, ἄ­χνι­ζαν ἀ­πὸ ζε­στα­σιὰ σὰν τὰ κά­στα­να πού μοῦ ‘φε­ρε ψὲς βρά­δυ. Τοῦ χα­μο­γέ­λα­σα.

            Σή­κω νὰ πᾶς σκο­λιό, μοῦ εἶ­πε καὶ μοῦ ‘δειξε δυ­ὸ φραν­τζο­λά­κια μὲ σα­λά­μι πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι. Ἔ­φυ­γε πη­γαί­νον­τας πί­σω-πί­σω, μοῦ χα­μο­γε­λοῦ­σε.

            Ἀ­φοῦ ἔ­φα­γα, πῆ­ρα τὴν πά­νι­νη τσάν­τα μου ἀλ­λὰ πρὶν φύ­γω ἄ­νοι­ξα τὴν πόρ­τα καὶ μπῆ­κα στὸ δω­μά­τιό του. Ἦ­ταν συμ­μα­ζε­μέ­νο, ὄ­χι κα­θα­ρό, ἁ­πλῶς τα­κτο­ποι­η­μέ­νο, πρώ­τη φο­ρὰ ἔμ­παι­να μέ­σα, τὸ κρε­βά­τι του μὲ τὸ λε­ρω­μέ­νο πά­πλω­μα, χά­μω σε μιὰ γω­νιὰ ἕ­να κα­λά­θι μ’ ἕ­να μπου­κά­λι λά­δι, ζυ­μα­ρι­κά, μιὰ κρε­μά­στρα μὲ δυ­ὸ που­κά­μι­σα κι ἕ­να παν­τε­λό­νι πε­ρα­σμέ­να στὸ χε­ρού­λι τοῦ πα­ρα­θυ­ριοῦ, στὸ τρα­πέ­ζι δυ­ὸ πιά­τα, ἕ­νας τέν­τζε­ρης, ἡ κορ­νι­ζα­ρι­σμέ­νη φω­το­γρα­φί­α ἑ­νὸς κο­ρι­τσιοῦ ἐν­νιὰ-δέ­κα χρο­νῶν μὲ τὰ ἴ­δια κα­στα­νὰ μά­τια αὐ­του­νοῦ. Ἕ­να καν­τη­λά­κι ἔ­και­γε πλά­ι της.

            Κα­θὼς μὲ εἶ­δε νὰ τὴν κοι­τά­ζω, ἡ κό­ρη μου, εἶ­πε. Σκο­τώ­θη­κε πρὶν ἕ­να χρό­νο μα­ζὶ μὲ τὴ μά­να της. Ἔ­πε­σε βόμ­βα στὸ σπί­τι, ἀ­να­τι­νά­χτη­καν. Τὸ χε­ρά­κι της κό­πη­κε ἀ­π’ τὸν ὦ­μο καὶ πε­τά­χτη­κε σὲ μί­αν αὐ­λή. Τὸ βρῆ­καν τὸ μπρα­τσά­κι της καὶ μοῦ τὸ φέ­ραν με­τὰ μιὰ ὥ­ρα. Τὸ πε­ρά­σα­με μέ­σα ἀ­π’ τὸ μα­νι­κά­κι της γιὰ νὰ τὴ θά­ψου­με. Ἔ­κλαι­γε, κι ἔ­κλαι­γα κι ἐ­γώ. Ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα ἄ­νοι­ξ’ ἡ πόρ­τα κι ὅρ­μη­σε ἡ μά­να μου ἔ­ξαλ­λη. Ἀ­φοῦ μὲ τράν­τα­ξε γιὰ τὰ κα­λά, τὸ στό­μα μου μύ­ρι­ζε σα­λά­μι, αὐ­τός σὲ τά­ι­σε οὔρ­λια­ξε κι ὅρ­μη­σε πά­νω του, τὸν ἔ­σου­ρε ἀ­π’ τὰ μαλ­λιά, μά­ται­α τσί­ρι­ζα ἐ­γὼ πὼς δὲν μὲ πεί­ρα­ξε πὼς ἤ­τα­νε κα­λὸς καὶ λυ­πη­μέ­νος, ἐ­κεί­νη τὸν ἔ­σου­ρε μὲ τὴ γει­το­νιὰ ξω­πί­σω της, τὸν ξε­μάλ­λια­σαν, τοῦ σκί­σα­νε τὰ ροῦ­χα καὶ τὸ πρό­σω­πο. Ταυ­τό­χρο­να ἡ νου­νά μου μὲ μιὰ γει­τό­νισ­σα μ’ ἅρ­πα­ξαν καὶ μὲ ξά­πλω­σαν στὸ κρε­βά­τι. Νὰ μὲ πα­ρη­γο­ρή­σουν νό­μι­ζα. Μὰ ἐ­κεῖ­νες μοῦ σή­κω­σαν τὸ φου­στά­νι μ’ ἄ­νοι­ξαν τὰ πό­δια, μοῦ κα­τέ­βα­σαν τὸ ἐ­σώ­ρου­χο. Ἐν­τά­ξει εἶ­ναι, δὲν τὴν πεί­ρα­ξε φώ­να­ξαν τῆς μά­νας μου κα­θὼς μὲ εἶ­χαν γυ­ρί­σει ἤ­δη μπρού­μυ­τα. Δὲν κα­τα­λά­βαι­να, αἰ­σθα­νό­μου­να. Δὲν ἦ­ταν ἀν­θρώ­πι­να δά­χτυ­λα αὐ­τά, ἦ­ταν νύ­χια ἁρ­πα­χτι­κῶν ποὺ σκά­λι­ζαν ὄ­χι τὸ σῶ­μα, τὴν ψυ­χή μου, κι ἀ­κό­μα πιὸ πο­λὺ αἰ­σθα­νό­μουν τὶς δι­κές τους ψυ­χὲς νὰ ἔ­χουν βγεῖ ἀ­πὸ τὸ σῶ­μα τους καὶ νὰ ἔχουν με­τα­φερ­θεῖ πά­νω σ’ αὐ­τὰ τὰ γαμ­ψὰ νύ­χια Κι αὐ­τὸ ποὺ ἔ­νι­ω­θα ἤ­τα­νε τό­σο ἀ­πε­χθές, τό­σο βάρ­βα­ρο, τό­σο σκο­τει­νό, σὰ νὰ μὲ εἶ­χαν πα­ρα­χώ­σει σ΄ ἕ­να βό­θρο καὶ μοῦ ‘ρι­χναν τό­νους ἀ­κα­θαρ­σί­ες πά­νω μου καὶ δὲ μπο­ροῦ­σα ν’ ἀ­να­σά­νω. Τὸ μό­νο ποὺ κα­τά­φε­ρα εἶ­ναι μό­λις μ’ ἄ­φη­σαν ἀ­π’ τὰ χέ­ρια τους νὰ τοὺς δώ­σω δυ­ὸ δυ­να­τὲς κλω­τσι­ὲς στὰ μοῦ­τρα. Ἡ μύ­τη τῆς νου­νᾶς μου μά­τω­σε, δὲν εἶ­πε τί­πο­τα.

            Ἔ­φυ­γε χω­ρὶς νὰ πά­ρει τὰ πράγ­μα­τά του, σὰ δαρ­μέ­νος σκύ­λος. Ὅρ­μη­σα στὴ μά­να μου, τὴ δάγ­κω­να, δὲ μπο­ροῦ­σαν νὰ μὲ ξε­κολ­λή­σουν ἀ­πὸ πά­νω της.

            Κά­πο­τε βρῆ­κα τὸ κου­ρά­γιο καὶ τοῦ ἔ­πλυ­να τὸ πά­πλω­μα. Μπρο­στά της. Πῆ­γε νὰ μὲ βο­η­θή­σει, τῆς τ΄ ἅρ­πα­ξα ἀ­π’ τὰ χέ­ρια. Δὲ μί­λη­σε. Μα­ζὶ μὲ τὴ Βά­σω τοῦ τὸ πή­γα­με ἐ­κεῖ ποὺ εἶ­χε τὸ κα­ρό­τσι του. Πῆ­ρε τὸ πά­πλω­μα, τὸ μύ­ρι­σε, μᾶς κοί­τα­ξε γλυ­κὰ καὶ γλί­στρη­σε τὸ χέ­ρι του στὸ μπρά­τσο τῆς Βά­σως κα­θυ­στε­ρών­τας ἀρ­κε­τὰ στὰ δι­κά μου μαλ­λιά.

Ὄ­χι, πο­τὲ δὲν κα­τέ­βα­σα τὴ μα­σιὰ πά­νω στὴ μά­να μου. Ἤ­θε­λα νὰ τὸ κά­νω. Τὸ φαν­τα­ζό­μου­να. Τὸ σχε­δί­α­ζα κά­θε βρά­δυ καὶ ἔ­σπα­ζε ὁ θυ­μός μου πά­νω στὴν κί­νη­ση τοῦ χε­ριοῦ μου. Κα­θὼς κα­τέ­βαι­νε ἡ μα­σιὰ καὶ τσί­ρω­νε τὸ πρό­σω­πό της, μα­ζεύ­ον­ταν ζα­ρω­μέ­νο τὸ δέρ­μα της, μά­ζευ­ε κι ὁ θυ­μός μου, γί­νον­ταν ἕ­να μόρ­φω­μα ἐ­κτρω­μα­τι­κό, στα­μα­τη­μέ­νο μό­νι­μα ἐ­κεῖ, στὸ δι­ά­φραγ­μά μου. Ἡ ἀ­να­πνο­ή μου ἦ­ταν ἀ­ναγ­κα­σμέ­νη νὰ σκα­λώ­νει πά­νω του, νὰ δι­α­σχί­ζει αὐ­τὴ τὴ σκο­τει­νὴ οὐ­λή, ὣς νὰ βγεῖ ξε­γδαρ­μέ­νη, μο­λυ­σμέ­νη, ποῦ;

            Γιὰ χρό­νια τῆς μι­λοῦ­σα ἐ­λά­χι­στα. Ἅ­πλω­νε τὸ χέ­ρι της νὰ μ’ ἀγ­γί­ξει κι ἐ­γὼ τρα­βι­ό­μου­να. Ἔ­βλε­πα τὸ ἀ­ό­ρα­το ση­μά­δι τῆς μα­σιᾶς πά­νω στὸ πρό­σω­πό της καὶ τὸ πε­ρί­ερ­γο εἶ­ναι πὼς τό ‘βλε­πε καὶ κεί­νη, για­τί κά­θε τό­σο σή­κω­νε τὸ χέ­ρι κι ἄγ­γι­ζε τὴν πλη­γή.

ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἄ­γριο βε­λοῦ­δο (ἔκδ. Κα­στα­νι­ώ­τη, 2009). Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: περ. Πα­ρέμ­βα­ση, τεῦ­χος 140, Ἰ­ούν.-Αὔγ. 2007.

Μα­ρί­α Κου­γι­ουμ­τζῆ (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1945). Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Ἐν­τευ­κτή­ριοἩ λέ­ξηΠαν­δώ­ραΠά­ρο­δοςΠα­ρέμ­βα­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Ἄ­γριο βε­λοῦ­δο (Κα­στα­νι­ώ­της, 2009) καὶ Για­τί κά­νει τό­σο κρύ­ο στὸ δω­μά­τιό σου; (Κα­στα­νι­ώ­της, 2011)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου