
]
ΩΣ ΤΑ 1837, ὁ Ὄθωνας δὲν καταλάβαινε
καλὰ τὰ ἁπλᾶ Ἑλληνικά. Βρέθηκε στὸν Ἀκροκόρινθο ταξεῖδι κι' εἶχε ὁδηγό,
κατὰ καλὴ τύχη, ἕναν ἀνθυπολοχαγὸ τῆς Φάλαγγας ποὺ στὰ 1822 ἁπλὸς
στρατιώτης, ὅταν ὁ ψευτοήρωας Ἀχιλλέας παράτησε τὸ κάστρο ἐκεῖνο
τ' ἄπαρτο, ἀπὸ τοῦ Δράμαλη τὸ φόβο, κ' ἔφυγε, ὁ στρατιώτης συλλογίστηκε
πὼς φεύγοντας ἀφίναν πίσω ζωντανό, φυλακισμένο τὸν περίφημο Κιαμήλμπεη
τῆς Κόρινθος τὸ μεγαλόπλουτο, μὰ κ' ἐπίφοβο πολὺ ἐχτρὸ γιὰ τὸ Μωριᾶ,
ἂν θὰ τὸν ἔπαιρνε ὁ Δράμαλης ὁδηγὸ καὶ σύβουλό του· γύρισε λοιπὸν καὶ
σκότωσε τὸν Κιαμήλμπεη καὶ πρόλαβε τοῦ Ἀχιλλέα τὴν προδοσιὰ ἀπὸ
χειρότερα ἐπακόλουθα.
Αὐτὸς ὁ Ἀγωνιστὴς ἤτανε τώρα τοῦ Βασιλέα ὁδηγὸς στὸ κάστρο
μέσα, κι' ὁ γέρο-Νοταρᾶς ὁ στρατηγός, παρὼν ἐκεῖ, βεβαίωνε τὴν ἀλήθεια.
Τότε ὁ Ὄθωνας πῆρε τὸν ἀσημένιο σταυρὸ ἀπὸ ἕναν αὐλικό του καὶ τὸν
κρέμασε στοῦ Ἀγωνιστῆ τὰ στήθια.
Στὸ
γυρισμὸ ρώτησε τὸν ὑπασπιστή του τὸ Στάϊκο:
— Ἔπραξα καλῶς παρασημοφορήσας τὸν Ἀγωνιστὴν ἐκεῖνον;
— Τί νὰ τὰ κάμῃ αὐτὸς ὁ φτωχὸς αὐτὰ τὰ κολοκύθια; εἶπε ὁ Στάϊκος.
Ὁ Ὄθωνας ἔβγαλε τὸ σημειωματάρι
του καὶ σημείωσε colo-kitha, μὰ πειράχτηκε μὲ τοῦ Στάϊκου τὸ βρωμόλογο.
Στὴν Ἀθήνα φτάνοντας, ρώτησε τὸ Φίλ. Ἰωάννου, δάσκαλό του στὰ σοφὰ Ἑλληνικά,
τί σημαίνει ἡ λέξη colo-kitha. Ὁ δάσκαλος ἀπάντησε μ' ὅλη τὴ σοβαρότη,
ἀφοῦ διάβασε τὴ λέξη μὲ προσοχή:
— Ἐὰν ἡ λέξις εἶναι σύνθετος (κῶλο-κύτα) εἶναι λέξις ρυπαρά, ἐὰν
ὅμως ἡ λέξις εἶναι ἁπλῆ, σημαίνει τὸ γνωστὸν χορταρικόν, τὸ ὁποῖον
τρώγομεν.
— Οὐδεμία ἐκ τῶν δύο τούτων σημασιῶν ἁρμόζει εἰς τὴν λέξιν, εἶπε
ὁ Ὄθωνας.
— Οἱ Ἕλληνες ὀνομάζουν κολοκύθια
καὶ πᾶν πρᾶγμα μὴ ἔχον ἀξίαν τινά, πρόσθεσε ὁ δάσκαλος, μὰ
τοῦ κάκου.