Το «ου με εθέσπισεν» προέρχεται από την τραγωδία «Ελένη» του Ευριπίδη (στίχος 148), όπου ο Τεύκρος λέει ότι ο Απόλλων «τού όρισε να κατοικήσει» στην Κύπρο
Του Γιάννη Σχίζα
Οι δρόμοι ήταν φαρδείς, ήταν στην
αρχή τουλάχιστον χωρίς ρείθρα, οι
λεωφόροι που διέσχιζαν την πόλη μεγάλοι, πολλές περιοχές ήταν
ελεύθερες, με χαρακτηριστικά αλάνας –
που ήταν πραγματικά ευλογία για τις ποδοσφαιρικές
ασχολίες των παιδιών. Κάποια ρέματα σχημάτιζαν
τον χειμώνα μικρά ποτάμια που έτρεχαν αρδεύοντας επιτόπια χωράφια τον περισσότερο
χρόνο – ένα τέτοιο υπήρχε στη γειτονιά
μου.
Πολλές περιοχές της Αθήνας
είχαν απαλλοτριωθεί προς
όφελος των προσφύγων, οπότε
οι μεγαλο-ιδιοκτήτες της εποχής φρόντισαν να φυλάξουν το μπον φιλέ για τις
«εισπρακτικές» τους ανάγκες.
Το «προάστιο» ήταν έτοιμο, τα
χαρακτηριστικά του όμως δεν θύμιζαν κωμόπολη ή χωριό, αλλά περισσότερο
παρέπεμπαν στο μοντέλο της υπερεξαπλωμένης πόλης : Γιατί η Ηλιούπολη ήταν στην αρχή μια άτακτη συγκέντρωση σπιτιών,
που γνώρισε την επέκταση της συγκοινωνίας με βάση τον ρυθμό της αύξησης του
πληθυσμού. Το κέντρο της Αθήνας είχε για τους Ηλιουπολίτες κάτι το μαγικό, οι φωτισμοί των σηματοδοτών (ο
Γρηγόρης και ο Σταμάτης!) μπήκαν για πρώτη φορά στο τέλος της οδού
Βουλιαγμένης, η πρωτεύουσα εξέπεμπε στοιχεία συγκίνησης.
Η Ηλιούπολη είχε αγροτικές εκτάσεις, είχε το εγχείρημα μιας κτηνοτροφικής επιχείρησης στους πρόποδες του Υμηττού που χάρις στην προσφυγή στο ΣτΕ ματαιώθηκε. Είχε οργανωμένες καλλιέργειες σε μια επίπεδη περιοχή που ονομάζονταν κτήμα του Μαμάη : Περιοχή που μεταβιβάστηκε στον κτηματία Νάστο και προκάλεσε ουκ ολίγα επεισόδια από τη διεκδίκηση περισσότερου χώρου από αυτόν που αρχικά υπήρχε.
Οι γαλοπούλες τότε
ήταν ελληνικές, τις οδηγούσαν ειδικοί οδηγοί με κάτι μεγάλα καλάμια, τις
αγοράζαμε και τις φυλάγαμε για τα Χριστούγεννα, αφού τις ταΐζαμε δεόντως. Κοντά
μας βρισκόταν το κτήμα του Αναστασιάδη, που είχε μια λιμνούλα με χρυσόψαρα, που
είχε νούφαρα και όλων των ειδών τα φρούτα. Ήταν ένας μαγικός, παραδείσιος κήπος,
που κατελάμβανε ένα ολόκληρο οικιστικό τετράγωνο.
Τα κρασοβάρελα πλένονταν προσεκτικά τον Σεπτέμβρη κάθε
χρόνου, για τις ανάγκες του καινούργιου κρασιού, και πρόσφεραν στους καθαριστές για λίγο μια αίσθηση μέθης.
Στην Άνω Ηλιούπολη υπήρχε η κατοικία ενός Ιταλού ονόματι Τζουλιάνο, που έγινε
κρατική την περίοδο του Ελληνοϊταλικού πολέμου – εκεί ήταν ένας σημαντικός
παιχνιδοχώρος. Και φυσικά παίζαμε ποδόσφαιρο στις αλάνες – μία από αυτές
ονομάζονταν «του Ζούμπερη», από το όνομα του ιδιοκτήτη μιας κατοικίας.
Η βασιλική ίλη με δεκάδες άλογα έκανε προπόνηση στον
κενό σχετικά χώρο της Ηλιούπολης. Επίσης οι μοτοσυκλέτες της
ΕΣΑ – της Στρατιωτικής Αστυνομίας – που χρησιμοποιούσαν τον χώρο για ασκήσεις, με
τους μοτοσυκλετιστές να είναι πιασμένοι χέρι- χέρι.
Ο
Τάσος Ζωγράφος
Ο Τάσος
Ζωγράφος, ηλικίας περίπου 85 ετών, τον είχα συναντήσει μια φορά κι έναν καιρό
στο Μαρμάρι της
Εύβοιας, ήταν γιός του Κωνσταντίνου
Ζωγράφου, πρόεδρου της Ηλιούπολης στα 1955 – 60. Είχα θαυμάσει τότε πόσο
ευσταλής και «ανάλλακτος» ήταν, αυτός ο παλιός ποδοσφαιριστής του
Χαραυγιακού, που πέτυχε το 1962 το γκολ της ανόδου στην Α1 κατηγορία Αθηνών
εναντίον του Α.Ο. Αμαρουσίου!
Τα συνοικιακά σωματεία του
χώρου είχαν τότε μικρή πελατεία, οι
φίλαθλοι παρακολουθούσαν την εξέλιξη των
αγώνων των μεγάλων σωματείων με τρανζίστορ, και τέτοια ήταν η «Φλόγα Ηλιουπόλεως»,
ο «ΠΑΟ Ηλιουπόλεως»
και ο «Διγενής»,
που συγκρότησε αρχικά τον Χαραυγιακό,
για να διαδεχθεί τελικά τους περισσότερους η ομάδα Γ.Σ Ηλιούπολης.
Στο γήπεδο οι οπαδοί της Καλλιθέας, που εθεωρείτο
«πρωτευουσιάνικη» ομάδα σε σχέση με την Ηλιούπολη, κατέβαζαν το σύνθημα «Σκίστε τους Βλάχους της Ηλιούπολης»!
Να μην ξεχάσω βεβαίως και έναν οπαδό του Χαραυγιακού, που έβριζε τους λάινσμεν
με τη διακριτή ύβρη «ψωμόλυσσα»:
Ύβρη που ήταν χαρακτηριστική άλλων εποχών, όταν η κατοχή ψωμιού ήταν κανονικό
προνόμιο για τους πεινασμένους…
Η
υβριδική ζωή
Η ζωή εκείνα τα χρόνια
ήταν υβριδική, τη δεκαετία του 50, είχε στοιχεία αστικού αλλά και αγροτικού
χαρακτήρα. Οι πλούσιοι είχαν
τις κατοικίες τους που τις ονοματοδοτούσαν – Βίλα Αμαλία, Βίλα Ρίτα, στη
γειτονιά μου υπήρχε η Βίλα του Αναστασιάδη – ενώ οι φτωχοί την έβγαζαν όπως-
όπως, με κήπους διακοσμητικούς και εύοσμους, αλλά συνάμα
και παραγωγικούς.
Την άνοιξη το χαμομήλι κυριαρχούσε
στους ελεύθερους χώρους, τα δε σπερδούκλια –
οι ασφόδελοι, σε αφθονία κι αυτοί – απέδιδαν τη χαρακτηριστική οσμή τους, κάτι
μεταξύ φασκόμηλου και σπέρματος. Στην άνοιξη έδιναν το παρόν τους οι οικιακές
ευωδίες από τα γιασεμιά,
το αγιόκλημα, τους βασιλικούς, το νυχτολούλουδο, τον δυόσμο.
Όταν είχε μεγάλες ζέστες ακούγαμε
τους επίμονους ήχους των τζιτζικιών,
που ήταν σαν μια ηχητική θάλασσα, ενώ η γλυκιά και μελαγχολική φωνή του γκιώνη ερχόταν
σαν μια απαράμιλλη πινελιά σε ένα ήπιο ηχοτοπίο. Τον Ιούνιο μήνα είχαμε τις
φωτιές του Αϊ-Γιάννη, που εμείς οι μικροί δεν υποψιαζόμασταν ότι ήταν ένα
μέσο προληπτικής
αντιμετώπισης της φωτιάς, ενώ προς τον Αύγουστο έβγαιναν οι
πυγολαμπίδες – κι εγώ δεν ήξερα πώς είχαν αναπτυχθεί σε ένα παρτέρι του κήπου μας.Τα
βράδια του καλοκαιριού ήταν υπέροχα, τα περνάγαμε στην Ηλιούπολη στο πλαίσιο
μιας ζωής υποκινητικής, που δεν εμπεριείχε κάτι από τις σημερινές, εκτός τόπου,
διακοπές.
Στον περιαστικό χώρο της
Αττικής υπήρχε ακόμη ως έθιμο η σφαγή
ενός κόκορα για τη θεμελίωση των σπιτιών: Έθιμο που θύμιζε
μια πολύ παλιά υπόθεση, όπως ήταν η σφαγή της όμορφης γυναίκας του πρωτομάστορα, για τη
θεμελίωση ενός γεφυριού. Το κτίσιμο των σπιτιών ήταν μια διαδικασία αργή
τουλάχιστον ως τις αρχές της δεκαετίας του ’60, οι πρόκες που χρησιμοποιούσαν
για το καλούπωμα-ξεκαλούπωμα συλλέγονταν
από τους μάστορες και ευθυγραμμίζονταν με το σφυρί για να μπορέσουν να
επαναχρησιμοποιηθούν.
Με τα χρόνια οι μάντρες
που πουλούσαν υλικά οικοδομών αυξάνονταν, οι παραδοσιακοί μανάβηδες που
πουλούσαν τα προϊόντα τους πάνω στις σούστες άρχισαν να μπαίνουν σε
αναμνηστικές φωτογραφίες, εξέλιπαν οι παλιές δοξασίες για το «γούρι» στο φύτεμα
των φυτών με την άνοδο του φεγγαριού .
Στο βιβλίο μου «Ο κήπος
μου», έκδοση του 2014 με σκίτσα της Άννας Φιλίνη, ήταν γραμμένη σε μεγάλο βαθμό
η περιπέτεια του χώρου και η εξέλιξή του: Η αστικοποίηση που ερχόταν, με
περισσότερους κατοίκους, περισσότερα κτίσματα, περισσότερα αυτοκίνητα. Η παλιά
τάξη πραγμάτων εξέλιπε….
Ηλιουπολίτης
ομογενής
«Ομογενής» είναι κάποιος που ζει σε έναν άλλον χώρο από εκεί
όπου γεννήθηκε ή μεγάλωσε, αλλά διατηρεί κάποια σχέση με την τοποθεσία γέννησης
– με την ιδιαίτερη πατρίδα του, ούτως ειπείν… Εγώ περιόρισα αυτή τη γεωγραφική
απόσταση και τη χρησιμοποίησα για την περίπτωση της Ηλιούπολης και της Κυψέλης,
όπου ζω σήμερα. Επρόκειτο για μια απόπειρα χιούμορ….
Ξεκινάω από μια ευφυή κουβέντα που εκστόμισε ο Βάλτερ
Βελτρόνι, παλιός δήμαρχος της Ρώμης. Είπε ότι «πρέπει να ξανασκεφτούμε την πόλη
όπως φαίνεται μέσα από τα μάτια των παιδιών, από το ύψος του ενός μέτρου»… Εγώ
θα διαλέξω μια εποχή στην οποία είχα περίπου το ύψος του ενός μέτρου – λίγο πιο
κάτω, λίγο παραπάνω.
Η εποχή αυτή ήταν η δεκαετία του 1950. Ήταν μια δεκαετία
χωρίς εμφανή ίχνη πολυτέλειας και σπατάλης, όπου «πολλά από αυτά που σήμερα
κατέχει αυτονόητα ένας εργάτης της οδοποιίας ή μια κομμώτρια δεν τα είχε στη
διάθεσή του κανένας πρίγκιπας του παρελθόντος», καθώς λέει ο Hans Magnus
Enzensberger («Πολιτική και πολιτισμός»).
Τον καιρό εκείνο ζούσαν ακόμη επαγγέλματα που μετέπειτα
ξεχάστηκαν, ζούσε αυτός που ακόνιζε τα μαχαίρια, ο παπλωματάς, o γανωτής, ο
πωλητής λαχανικών με τη «σούστα» – δηλαδή ο μανάβης. Ζούσε ο στραγαλατζής και η
κυρία Λούλα με τη μαστίχα, που την έκοβε με ένα μαχαίρι, ανάλογα με τις δραχμές
που της έδινες.
Εμείς, που δεν σκεπτόμαστε τη «διερχόμενη» (όπως
αποδείχθηκε) τεχνολογία, είχαμε φτιάξει ένα σκάμμα στο διπλανό «συνοριακό»
οικόπεδο, όπου (αντ)αγωνιζόμασταν σε διάφορα αγωνίσματα. Και επειδή ο χώρος
ήταν στενάχωρος, αγωνιζόμασταν κυρίως στο άλμα εις ύψος: Πηδάγαμε 1 μέτρο,
1.10, ονειρευόμασταν το 1.50, ο παλμός μας λεγόταν «ψαλίδι», κι ήταν πολύ
πρωτόγονος.
Εκεί κοντά γίνονταν οι κινηματογραφικές προβολές της
κοινότητας. Όταν κάποιος έφερνε το μαντάτο – ποτέ δεν έμαθα ποιος (!) – τις υποδεχόμασταν με ενθουσιασμό, με
χειροκροτήματα ,και τότε τρέχοντας πηγαίναμε σε έναν μεγάλο άσπρο τοίχο και περιμέναμε,
καθισμένοι συνήθως σε σκαμνιά και ό,τι άλλο πρόχειρο. Η ταινία είχε κυρίως
γεωγραφικό ενδιαφέρον, ήταν επίκαιρα, και παιζόταν κοντά σε μια παλιά ταβέρνα –
από αυτήν θυμάμαι μόνο τα κρασοβάρελά της και τον Λευτέρη. Εμένα αυτές οι
προβολές τροφοδοτούσαν το ενδιαφέρον μου για άλλους χώρους, με είχαν οδηγήσει
να λατρέψω ένα άλμπουμ με ασπρόμαυρες φωτογραφίες από τη βορειοαμερικανική
ύπαιθρο, με τους απέραντους σιτοβολώνες και τους μεγαλειώδεις συννεφιασμένους
ουρανούς.
Το 1955 θυμάμαι τα γεγονότα στην Κύπρο, ακούγαμε προσεκτικά
κάθε βράδυ. Πάνω στο σκουπιδιάρικο της κοινότητας ανέβαινε ο κόσμος για να πάει
στις διαδηλώσεις της Αθήνας .
Στη μνήμη μου έρχεται μια στάση λεωφορείου, ούτε 100 μέτρα
μακριά απ’ το σπίτι μας, με ένα ουρητήριο από δίπλα – βρωμερό και τρισάθλιο. Το
λεωφορείο πέρναγε εκεί, μπροστά από μια πλατεία, που ήταν μάλλον ασυνάρτητη, με
τα όριά της απροσδιόριστα – το μόνο που βλέπαμε σ’ αυτήν ήταν το τεράστιο
μέγεθός της.
Όσες φορές γύριζα με το λεωφορείο στο σπίτι είχα εκπλαγεί
από ένα φαινόμενο: Καθώς το λεωφορείο έστριβε από τη συνοικία της Χαραυγής στην
Ηλιούπολη, το κλίμα άλλαζε εμφανώς – αν ήταν ζεστό, γινόταν πιο κρύο ! Τότε δεν
είχα ιδέα για τα χαρακτηριστικά του μικρο-κλίματος….
Τις Κυριακές πηγαίναμε στη Λεωφόρο Βουλιαγμένης, περιμένοντας
για μπάνιο, ο συνωστισμός στο λεωφορείο ήταν τρομερός - θεός φυλάξοι - ο προορισμός μας ήταν η Γλυφάδα. Στον δρόμο
αυτόν (στη Βουλιαγμένης) περνάγαμε από έναν χώρο απόθεσης παλιών
«στουκαρισμένων» αεροπλάνων, όπου τα συντρίμμια τους είχαν τις πιο απίθανες
στάσεις.
Οι χαρταετοί ήταν το μεγάλο σουξέ – τους φτιάχναμε με το
χέρι, τους κολλάγαμε με μια κόλλα που έβγαινε από έναν συνδυασμό αλευριού και
νερού. Ο αδελφός μου ο Μιχάλης, που τον λέγαμε Λάκη, ήταν πρώτος κατασκευαστής,
ήταν τρομερά επιδέξιος. «Πετάγαμε» αετούς για πολύ καιρό, μετά την Καθαρά
Δευτέρα.
Την άνοιξη, τη Μεγάλη Εβδομάδα, είχαμε τη συνάντηση των
επιταφίων, που γίνονταν έξω από τη σπιταρόνα του Πρωτοπαππά, με την όμορφη
γυναίκα του να συμμετέχει ολόψυχα. Ύστερα από δυο ημέρες είχαμε το Πάσχα με τα
μπουρλότα, με το θειάφι τοποθετημένο κάτω από μαρμάρινες πλάκες, που
προκαλούσαν την έκρηξή του – γινόταν χαμός. Τα καλοκαιρινά βράδια μαζευόμασταν
στις σκάλες κάποιου σπιτιού και συζητάγαμε για πολλά και διάφορα: Μέχρις ότου
ερχόταν ο ύπνος – ίσα που προλαβαίναμε να τρέξουμε και να βυθιστούμε στα
σκεπάσματά μας.
Δεν τα πηγαίναμε άσχημα με τα αυτοσχέδια γήπεδα που
αναπτύσσονταν εδώ κι εκεί. Το μόνο πρόβλημα ήταν τα παπούτσια, που σολιάζονταν
έναντι αδράς αμοιβής του τσαγκάρη. Πολύ πριν ο Hans Magnus Enzensberger γράψει
«Μια νεκρολογία για τη μόδα», όπου αναφερόταν στον προσωρινό της χαρακτήρα,
εμείς αλλάζαμε παπούτσια πολύ συχνά, οπότε ακούγαμε την γκρίνια της μητέρας.
Κατά τα άλλα – από τα πόδια και άνω! – νεμόμασταν τη φορεσιά της Κυριακής,
αυτήν που φοράγαμε σε κάθε επίσημη περίσταση και γιορτή.
Μεσόγεια
Ήμουνα 10 χρόνων όταν ξεκινήσαμε με τη μητέρα μου να πάμε
στα Μεσόγεια, στην Κερατέα. Το ταξίδι ήταν μεγάλο, ο ελαιώνας που συναντήσαμε
από την Αγία Παρασκευή μέχρι τα χωριά των Μεσογείων – το Λιόπεσι, το Κορωπί, το
Μαρκόπουλο – ήταν απέραντος.
Κατά τα άλλα τα σπίτια μας απείχαν πέντε λεπτά από την
Ομόνοια – καταπώς έλεγαν οι ρεκλάμες της εποχής για τα οικόπεδα – αλλά στην
πραγματικότητα απείχαν πολύ περισσότερο. Θυμάμαι μεταγενέστερα που το «πέντε
λεπτά από την Ομόνοια» ως σύνθημα άρχισε να γίνεται υπερβολικό, εν τέλει να
ψευτίζει, να γίνεται ανέκδοτο, που στο τέλος το πήρε το ποτάμι και ξεχάστηκε.
Στην ψυχή μου είχα συγκρατήσει πολλά τραγούδια, πολλές
μουσικές, μα εκεί, στη δεκαετία του 1950, ένα που έδινε τον τόνο, που παιζόταν
σε εθνικές επετείους και σε άλλα, παρεμφερή γεγονότα : Η μουσική αυτή ήταν κυρίαρχη στ’ αυτιά μου για
πολλά χρόνια, μέχρι που πήρα απόφαση να την αναζητήσω σε μεγάλη ηλικία.
Και έπειτα από αναζήτηση όχι μικρή βρήκα ότι είναι από τους
«Ελληνικούς χορούς» του Σκαλκώτα, ότι είχε διάρκεια μόλις 1΄ και 35’’, ότι ήταν
ο «Ηπειρώτικος» χορός. Κάθε φορά που σκεφτόμουν να την ακούσω, προετοιμαζόμουν
γι’ αυτήν τη μουσική, γι’ αυτήν την εμβάπτιση σε ένα λουτρό απροσδιόριστης ομορφιάς.
Διάβασα ένα βιβλίο, το «Χωρίς όρια», εκεί είδα μια άποψη του
Παύλου Λέφα, πως ζούσαμε σε ένα προάστιο, από αυτά που ήταν θνησιγενή:
«Υπάρχουν ακόμη προάστια;» αναρωτιόταν ο συγγραφέας. Το προάστιο είναι μια δομή
μεταβατική και πρόσκαιρη – λέει. Ο Γιάννης Τσαρούχης έφτασε να πει ότι η
ασχήμια της Αττικής αποτελεί λαϊκό αίτημα – όμως αυτό το αίτημα δεν το κατάλαβα
στα μικράτα μου.
Περάσαμε όμως κι από αυτό το στάτους. Ξεβλαχέψαμε, που λέει
ο Πέτρος Κωστόπουλος. Ή γίναμε ένας νέος ελληνικός πολιτισμός, που λέει κι ο
Θανάσης Μουτσόπουλος: «Με όριο την όμορφη γυναίκα, τα δυο παιδιά, το καθαρόαιμο
λυκόσκυλο, τα τρία αυτοκίνητα, τη μεζονέτα με κήπο, με τζάκι, home cinema,
μετοχές, εγγραφή στο Πολιτεία Τένις Κλαμπ, τρεις πιστωτικές κάρτες, διακοπές
στην Αράχωβα και σκι, το καλοκαίρι στη Μύκονο αλλά και σπίτι στις Σπέτσες για
ησυχία κ.λπ.».
Τελικά πήραμε ύψος
παραπάνω από ένα μέτρο – θα ’λεγε ο Βάλτερ Βελτρόνι…

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου