Τὸ Λεξικὸ τῆς Μυκηναϊκῆς Ἑλληνικῆς τοῦ Ἰ. Προμπονᾶ (ἔκδοση τοῦ Συλλόγου πρὸς Διάδοσιν Ὠφελίμων βιβλίων, Ἀθήνα 2024), στὸ λῆμμα περκὸς «σκοτεινόχρωμος» (PY pe-ko: περκός), στὴν φρ. ma-ra-pi pe-ko: μάλαμφι περκὸς «στὶς μασχάλες σκοτεινόχρωμος» ποὺ χαρακτηρίζει ἕναν ταῦρο, ἀναφέρει: «Τὸ ἐπίθ. περκὸς εἶναι ἀμάρτυρο στὴν ἀλφ. Ἑλλ., στὴν ὁποία ἀπαντᾶ τὸ περκνὸς […] ΒΙΒΛ. […] Kölligan 2011, 212: πέρκοις “μὲ κηλίδες”» (σ. 377).
Ὁ R. Beekes, Etymological Dictionary of Greek, σ.λ. περκνός (= διάστικτος, μὲ μαῦρες κηλίδες, ἐπὶ σταφυλῶν ἢ ἐλαιῶν ὅταν ἀρχίζουν νὰ ὡριμάζουν || εἶδος ἀετοῦ, γερακιοῦ, φιδιοῦ) παραθέτει ὁμόρριζες λέξεις ὅπως πέρκος (= εἶδος ἀετοῦ), πέρκη (= τὸ γνωστὸ ψάρι, ἡ πέρκα), περκάς (= χαρακτηριστικὸ τῆς κίχλης), περκάζω, περκαίνω, ἀποπερκόομαι (= μαυρίζω, ἀρχίζω νὰ ὡριμάζω, ἐπὶ σταφυλῶν, ἐλαιῶν κ.λπ.), τὰ τοῦ Ἡσυχίου «περκώματα· τὰ ἐπὶ τοῦ προσώπου ποικίλματα», «πρακνόν· μέλανα», «πρεκνόν· ποικιλόχροον ἔλαφον», προκάς, πρόξ (= εἶδος δορκάδος ἢ ἐλάφου), τὸ ὄνομα Πρόκνη (= «ἀηδόνι» ἢ «χελιδόνι»), πρώξ (= σταγὼν δρόσου) κ.ἄ., ποὺ ἀνάγονται σὲ ἰνδοευρωπαϊκὴ ρίζα *perḱ– (= διάστικτος, ποικιλόχρωμος, παρδαλός).
Ἀπὸ τὶς διάφορες συσχετίσεις μὲ σανσκριτικές, ἰρλανδικές, γερμανικές, σουηδικὲς κ.λπ. λέξεις ἐλλείπει οἱαδήποτε ἀναφορὰ σὲ μαρτυρίες τῆς νεοελληνικῆς γλώσσας, οἱ ὁποῖες εἶναι ἱκανὲς νὰ μᾶς ἀναγάγουν σὲ βαθύτερα στρώματα ἐξελίξεων, φωνητικῶν καὶ σημασιολογικῶν, τῆς συγκεκριμένης ρίζας.
Ὁ Ἰ. Πανταζίδης, στὸ Λεξικὸν Ὁμηρικόν του (1872, σ. 525) ἀξιοποιεῖ κάποιες -εὐάριθμες- μαρτυρίες τῆς νέας ἑλληνικῆς γιὰ νὰ συναγάγῃ τὴν σημασία τοῦ περκνὸς ὡς «μελανόστικτος»: «… ἢ μᾶλλον ἴσως μελανόστικτος, ὅπως εἰκάζω ἐκ τῆς καὶ σήμ(ερον) ἐν τῇ καθομιλουμ(ένῃ) σωζομένης σημασίας “περκνός” (προφ. καὶ πρεκνός, ὃ ἐ. ἔφηλος ἢ ἐκ τοῦ ἡλίου ξανθόστικτος)».
Φυσικὰ ἡ νέα ἑλληνικὴ παρουσιάζει πλῆθος ὁμόρριζων πρὸς τὸ περκνὸς λέξεων ὅπως πέρκνα (= φακίδα) Ἤπ. | περκνιάρης -α -ικο (= μὲ φακίδες) Στερελλ. | πέρκνο τό (= φακίδα) Ὀθων. κ.λπ.
Ἄλλες μαρτυρίες, ἐπίσης νεοελληνικές, ἐμφανίζουν ταυτοσυλλαβικὴ μετάθεση τοῦ ὑγροῦ: πρέκνα (= στίγμα, σημάδι στὸ πρόσωπο, φακίδα) Θεσσ. Θράκ. Μακεδ. Στερελλ. μπρέκνα (= ἡ ἐφηλίδα) Ἤπ. (Ἰωάνν.) μπρέκνα (= φακίδα, τὰ στίγματα ποὺ ἔχουν φυσικὰ ἢ ἀποχτοῦν οἱ γυναῖκες ὅταν ἐκτεθοῦν στὸν ἥλιο ἢ κατὰ τὴν ἐγκυμοσύνη) Εὔβ. πρέχνα (= στίγμα στὸ πρόσωπο) Ἤπ., πρβλ. καὶ τὰ ποικίλα παράγωγα ὅπως πρέκναβος (= αὐτὸς ποὺ ἔχει σημάδια στὸ δέρμα) Ἀ. Ρουμελ. Ἤπ. Θράκ. Μακεδ. | πρεκνάδα (= σημάδι δέρματος) Μακεδ. | πρεκνάδι (= εἶδος σταφυλιοῦ) Θεσσ. (Ἐλασσ.) | πρεκνάρα (= αὐτὴ ποὺ ἔχει πρέκνες, ὑβριστικὸ ἐπίθετο γυναικῶν) Ἤπ. (Ζαγόρ.) | πρέκνια (= φακίδα) Ἀ. Ρουμελ. | πρεκνιάζω (= ἔχω φακίδες) Ἤπ. πρεχνιάζω (= γεμίζω σημάδια στὸ πρόσωπο) Ἤπ. Μετοχ. μπρικνιασμένους Ἤπ. (Ἰωάνν.) | πρεκνιάρης -άρα (= αὐτὸς ποὺ ἔχει σημάδια στὸ δέρμα ) Ἁλόνν. Ἤπ. Θράκ. Μακεδ. Στερελλ. | πρεκνιάρικο (= εἶδος σταφυλιοῦ) Μακεδ. | *πρεκνιάρω ἀμάρτ. πρικνιάρου (= αὐτὴ ποὺ ἔχει πρέκνες, κόκκινα στίγματα στὸ πρόσωπο: Ἄιντι μά, αὐτὴν ᾿μ πρικνιάρου θὰ πάρ’τι στοὺ πιδί σας Μακεδ. (Μικρόβαλτο) | πρεκνίδι (= φακίδες) Κύπρ. Ἐδῶ ἀνήκουν καὶ τὰ πιρικνάδα (= πρεκνάδα, φακίδα) Μακεδ. (Μελέν.) καὶ πραχνάδα (= πιρικνάδα, πρεκνάδα, φακίδα) Μακεδ. (Μελέν.).
Γιὰ τὴν πολυδιάσπαση τῆς ὑποκείμενης τοῦ πέρκνα / πρέκνα ρίζας ἐνδεικτικοὶ εἶναι οἱ τύποι ποὺ ἐμφανίζουν πτώση τοῦ ὑγροῦ: πέκνα (= μαῦρα στίγματα στὸ πρόσωπο) Ἤπ. Πληθ. πέκνες (= ἡλιακὰ ἐγκαύματα τοῦ προσώπου, ἐφηλίδες) Πόντ. (Ἰν.) | πεκνάδα (= μαῦρα στίγματα στὸ πρόσωπο) Θεσσ. | πεκνιάζω (= γεμίζω μαῦρα στίγματα) Ἤπ. | πεκνιάρης (= μὲ μαῦρα στίγματα) Ἤπ. Θεσσ. πεκνιάρης (= ὁ ἔχων εἰς τὸ πρόσωπον πέκνες) Πόντ. (Ἰν.) | πέκνο τό, Πληθ. πέκνα (= πανάδες, μικρὲς κουκκίδες στὸ πρόσωπο) Ἤπ. (Πολύτσανη). Ὁ Ἄνθιμος Παπαδόπουλος, σ. λ. πέκνες τοῦ Ἱστορικοῦ Λεξικοῦ τῆς Ποντικῆς Διαλέκτου, θεωρεῖ τὴν λέξη «ἀγνώστου ἐτύμου», καὶ τὴν ἴδια γνώμη ἐπαναλαμβάνει προκειμένου περὶ τοῦ πίκνα (= «μαῦρο στίγμα τοῦ προσώπου. Πβ. πέκνες») Πόντ. (Σιν.).
Εἶναι φανερὸ πὼς ἡ σχέση τοῦ πέκνα πρὸς τὸ πρέκνα / πέρκνα τοῦ διαφεύγει, ἂν καὶ ἡ (ὀρθή) συσχέτιση τοῦ πίκνα πρὸς τὸ πέκνα ἐπιτρέπει περαιτέρω ἀναγωγὲς πρὸς τὰ πικνάδα (= φακίδες) Κύπρ. καὶ πικνίδιν (= μικρὲς κηλίδες στὸ πρόσωπο) Κύπρ., λέξη τὴν ὁποία ὁ Κυριάκος Χατζηιωάννου (Ἐτυμολογικὸ Λεξικὸ τῆς ὁμιλούμενης Κυπριακῆς διαλέκτου) ὀρθογραφεῖ «πυκνίδιν» καὶ ἑρμηνεύει «οἱ μικρὲς καὶ πυκνὲς κηλίδες στὸ πρόσωπο», προφανῶς γιὰ νὰ μπορῇ νὰ τὴν συνδέσῃ ἀκολούθως ἐτυμολογικὰ μὲ τὸ ἐπίθετο πυκνός.[1]
Κι εἶναι αὐτὴ ἡ παρετυμολογικὴ συσχέτιση πρὸς τὸ πυκνὸς ποὺ συμπαρασύρει τύπους ὅπως πικνάδα (= φακίδα) Θεσσ. Κύπρ. Κωνπλ. Σκόπ. Λεξ. Βυζ. | πικινάδα Ἤπ. πικνιάδα Ἤπ. | πικνίδι (= ὄχι μόνο φακίδες ἀλλὰ καὶ ἀσθένεια τῶν φύλλων τῆς καρυδιᾶς, προφανῶς λόγῳ τῶν στιγμάτων ποὺ ἐμφανίζουν τὰ φύλλα) Οἰκονομ. Καρυδ. 420 | πικνιδκιάζω (= γεμίζω φακίδες, πρβλ. Μετοχ. Παρακ. πικνιδκιασμένη) Κύπρ. | πικνιδκιάρης (= φακιδιάρης) Κύπρ., ποὺ στὸ Ἀρχεῖο τοῦ ΚΕΝΔΙ – ΙΛΝΕ ὀρθογραφοῦνται μὲ ὕψιλον, ὡς ἐτυμολογούμενες δῆθεν ἐκ τοῦ πυκνός.[2]
Μὲ πτώση τοῦ ἐρρίνου μορφοποιοῦνται οἱ τύποι πέρκι τό, III (= φακίδες προσώπου) Μακεδ., πέρκα (= τὸ γνωστὸ ποικιλόχρωμο ψάρι) κοιν., πρβλ. περκούδι (= ὑποκορ. τοῦ πέρκα) Μακεδ., περκούλα (= ὑποκορ. τοῦ πέρκα) Παξ., πρεκί (= εἶδος ψαριοῦ) Μακεδ., περκαστός (= στικτός) Κύπρ., περκατζίμι (= παρδαλό) Κύπρ., κατὰ τὸν Ρόη Παπαγγέλου περκαζίμιν (= «διαποικιλμένο, παρδαλό»), περκάζω (= διαποικίλλω, κάνω παρδαλό, ὅ,τι καὶ τὸ ταυτόσημο ἀρχαῖο περκάζω) Κύπρ., Πληθ. περκάτα (= πρόβατα μὲ κόκκινες βοῦλες στὸ πρόσωπο καὶ καμμιὰ φορὰ καὶ στὰ πόδια) Λέσβ. (Ἐρεσ.), πρεγκιάρης (= αὐτὸς ποὺ ἔχει φακίδες στὸ πρόσωπο) Μακεδ., παρκάδι (= γίδι μὲ ἄσπρο τρίχωμα καὶ μὲ μαῦρες βοῦλες) Ψαρ. κ.ἄ.
Ὑπάρχουν ἐπὶ πλέον τύποι ποὺ παρουσιάζουν πτώση ὄχι μόνο τοῦ ὑγροῦ ἀλλὰ καὶ τοῦ ἐρρίνου, ποὺ ἡ σημασιολογική τους ταύτιση μὲ τὸ πρέκνα πείθει γιὰ τὸ ὅτι ἀνήκουν στὴν ἴδια, εὐρεῖα ἐτυμολογικὴ οἰκογένεια: πέγκα (= στίγμα, κηλίδα) Θράκ. Μακεδ. | πέγκαβος (= στικτός) Θράκ. Μακεδ., πρβλ. πρέκναβος, πιθ. καὶ μπλιάγκαβος (= ξανθοκόκκινος ἄνθρωπος μὲ φακίδες στὸ πρόσωπο) Μακεδ. | μπέγκα (= σημάδι τοῦ δέρματος) Θεσσ. | μπέγκαβος (= ἀσπρόμαυρος) Μακεδ. (Κοζ.) | μπέγγα (= βούλα στὸ πρόσωπο) Μακεδ. | μπέγγι (= κηλίς) Λυκ. (Λιβύσ.) | πίγκα (= βούλα, κηλίδα) Θεσσ. (Ἐλασσ.), πρβλ. πίκνα | πίκα (= στίγμα) Κέρκ. | πίκια (= στίγμα, σημάδι) Πελοπν. | πικίδα (= κουκίδα, φακίδα) Στερελλ.
Τέλος, ὑπάρχουν περιπτώσεις ὅπου ἔχει λάβει χώραν ἕνα εἶδος οὐράνωσης, «τσιτακισμοῦ», παραδόξως πρὸ τοῦ a: μπέτσα (= ζῶο μὲ σταρόχρωμα στίγματα στὸ κεφάλι) Μακεδ. | μπέτσαβος (= ζῶο μὲ σταρόχρωμα στίγματα στὸ κεφάλι) Μακεδ., πρβλ. πρέκναβος, πέγκαβος, μπέγκαβος | πιρτσοῦδις (< *περκοῦδες = πρέκνες) Λῆμν.
Ἡ βασικὴ σημασία τοῦ πρέκνα / πέρκνα «φακίδα, στίγμα στὸ πρόσωπο» παραπέμπει χωρὶς ἀμφιβολία στὸ ἀγγλ. freckle (= καφετιὰ κηλίδα στὸ δέρμα, πρβλ. ἐναλλακτικοὺς τύπους fracel, frakel, freken, fraken), μὲ τὰ σουηδ. fräkne, δαν. fregne, παλ. νορβ. freknur νὰ ἀποτελοῦν ἀδιάψευστους μάρτυρες μιᾶς ἐναλλαγῆς l/n, καί, βέβαια, μιᾶς ἀναμφισβήτητης σχέσης τῶν εὐρωπαϊκῶν λέξεων μὲ τὰ ν.ἑ. πρέκνα, πέρκνα, ἀ.ἑ. περκνὸς κ.λπ.
Ὑγρὸ λ ἀντὶ ἐρρίνου ν ἐντοπίζεται καὶ στὰ ν.ἑ. πικαλιάρης (= φακιδιάρης) Στερελλ., πικλόρος (= πολύχρωμος μὲ στίγματα) Πελοπν., τὰ ὁποῖα ἐνδεχομένως προέρχονται ἀπὸ τὸ ταυτόσημο ἀλβανικὸ pikëlor (= διάστικτος, πλουμιστός), ἂν καὶ οἱ παράπλευρες λεξιλογικές / σημασιολογικὲς συμφύσεις τῆς ἀλβανικῆς πρὸς τὴν συγκεκριμένη ρίζα συμφύρονται μὲ ἀντίστοιχες ἀρχαιοελληνικὲς καὶ νεοελληνικὲς ὅπως πίτυλος, πιτσυλίζω, ποικίλος κ.λπ.: pikakuq (= κοκκινόστικτος), pikalarm/ë (= φακιδιάρης), pikalor (= ἀσθένεια φυτῶν ποὺ παρουσιάζουν στίγματα στὰ φύλλα), pikalosh (= διάστικτος), pik/ë (= σταγόνα, στίγμα, φακίδα, πιτσυλιά), pik/ël (= σημαδάκι νεροῦ, βροχῆς || στίγμα), pikëlan (= φακιδιάρης), pikël/oj (= πιτσυλίζω, ραντίζω), pikëlohem (= πιτσυλίζομαι), pikëlor (= διάστικτος, πλουμιστός) κ.ἄ.
Ἡ πλούσια αὐτὴ (νεο)ελληνικὴ καὶ γενικώτερα εὐρωπαϊκὴ συγκομιδή, παραβαλλόμενη πρὸς τὸ σανσκριτικὸ pṛśni– (= διάστικτος, ποικίλος), ὑποβάλλει τὴν ἐντύπωση ὅτι ἔχουμε πρὸ ὀφθαλμῶν τὶς ἐνδείξεις μιᾶς παλαιότατης πρωτοϊνδοευρωπαϊκῆς πολυδιάσπασης.
Κι εἶναι ἐνδεικτικὸ τῆς πολυδιάσπασης αὐτῆς ὅτι, καὶ μόνο στὴν ἐνδοσυγκριτικὴ ἔρευνα στὸ ἐσωτερικὸ τῆς καθ’ ὅλου ἑλληνικῆς νὰ περιοριστῇ κανείς, ἐντοπίζει πολυποίκιλες φωνηεντικὲς ἐναλλαγὲς ὅπως a (πραχνάδα, παρκάδι, μεταγεν. πρακνόν) / e (περκνός, πρέκνα κ.λπ.) / i (πίκνα, πικνίδιν κ.λπ.) / o (προκάς, πρόξ, Πρόκνη), καθὼς ἐπίσης καὶ συμφωνικές, ὅπως π/b (πρέκνα / bρέκνα / bέgα), κ/χ (πρέκνα / πρέχνα / πραχνάδα), κ/g (πρέκνα / bέgα) κ.λπ. Ἡ ποικιλία αὐτή, ἂν δὲν ὑπῆρχε ὁ σανσκριτικὸς τύπος pṛśni–, θὰ ἀποδιδόταν σίγουρα στὴν λεγόμενη «προελληνική», ἡ ὁποία κατὰ τὴν ἀκαδημαϊκὴ γλωσσολογία χαρακτηρίζεται ἀπὸ μιὰ ἀδιανόητη γιὰ ἰνδοευρωπαϊκὲς γλῶσσες φωνητικὴ ποικιλία καὶ πολυτυπία.
Τώρα, ὅμως, ποὺ ἡ φωνητικὴ αὐτὴ ποικιλία ἐμφανίζεται σὲ μιὰ κατὰ τὰ φαινόμενα ἰνδοευρωπαϊκὴ λέξη, ἑπόμενο εἶναι νὰ συμπεράνουμε ὅτι εἶναι ἀπότοκο μιᾶς πρωτοϊνδοευρωπαϊκῆς πολυδιάσπασης ποὺ μάλιστα ἔλαβε χώραν σὲ εὐρωπαϊκὸ γλωσσικὸ ἔδαφος, καὶ δὴ στὸ ἐσωτερικὸ μιᾶς γλώσσας ποὺ καταχρηστικῶς ὀνομάζεται «νέα» ἑλληνική, ἀφοῦ, ὡς φαίνεται, συντηρεῖ πανάρχαιες πρωτοελληνικές / πρωτοϊνδοευρωπαϊκὲς μνῆμες. Ἀπὸ ᾿κεῖ προκύπτει καὶ ὁ προβληματισμὸς γιὰ τὸ κατὰ πόσον πρέπει νὰ μιλᾶμε γιὰ ἰνδοευρωπαϊκὲς ἢ εὐρωινδικὲς μνῆμες, καθὼς ἐπίσης καὶ γιὰ «προελληνικὸ» ἢ πρωτοελληνικὸ γλωσσικὸ ὑπόστρωμα, διαδεδομένο εὐρέως στὴν περιοχὴ τοῦ ἑλλαδικοῦ καὶ μικρασιατικοῦ χώρου πολὺ πρὸ τοῦ 2000 π.Χ.
Τὸ μόνο, πάντως, σίγουρο εἶναι ὅτι ἡ διερεύνηση τῆς φύσης καὶ τῶν ἰδιαιτεροτήτων τοῦ ὑποστρώματος αὐτοῦ δὲν μπορεῖ νὰ γίνῃ ἐρήμην τῆς καθ’ ὅλου ἑλληνικῆς, ἀρχαίας καὶ νέας, τῆς μόνης γλώσσας στὸν κόσμο ποὺ συντηρεῖ, καὶ μάλιστα ἐντονώτατα, τὰ χνάρια τῆς ἐξακριβωμένα ἀρχαιότερης γραπτῆς γλώσσας τῆς Εὐρώπης. Ἰδοὺ στάδιον δόξης λαμπρὸν γιὰ τοὺς νεοέλληνες θεράποντες τῶν ἀνθρωπιστικῶν σπουδῶν, καὶ δὴ τοὺς φιλολόγους καὶ γλωσσολόγους, οἱ ὁποῖοι εἶναι καιρὸς νὰ ἐγκαταλείψουν τὶς μικρόνοες, ἐπαρχιακοῦ χαρακτήρα διαμάχες, καὶ νὰ ἀνταποκριθοῦν στὶς πολιτισμικὲς προκλήσεις τῶν νέων καιρῶν, μακριὰ ἀπὸ «συντηρητικὲς» καὶ «προοδευτικὲς» προκαταλήψεις.
Στὴν τεράστιας σημασίας αὐτὴ πνευματικὴ προσπάθεια, ὁ ρόλος τῆς κυπριακῆς διαλέκτου καὶ τῆς ἐπιστημονικῆς της διερεύνησης, ἀναπόσπαστης πάντα ἀπὸ τὴν ἀχανῆ ἑλληνικὴ γλωσσικὴ συγχρονία καὶ διαχρονία, μέλλει, νομίζω, νὰ ἀποδειχθῇ μοναδικός.
[1] Τὸ ἴδιο καὶ ὁ Ξενοφῶν Φαρμακίδης, στὸ Γλωσσάριον Ξενοφῶντος Π. Φαρμακίδου, σ. 211: «πυκνίδιν, τό· ὄνομα περιληπτικόν, ἐλλειπτικὸν κατ’ ἀριθμόν· αἱ μικραὶ καὶ λεπταὶ ἐκεῖναι κηλῖδες, αἱ ἀπαντῶσαι ἐπὶ τοῦ προσώπου ἐν εἴδει στιγμάτων, ὡς τὰ ἐξ εὐλογίας στίγματα. Παράγεται ἐκ τοῦ πυκνός. Παράγ. ἐν τῇ παθ. φωνῇ ἀπαντᾷ ὁ παρακ. κατὰ θηλ. γένος πυκνιδκιασμένη.»
[2] Μὲ ὕψιλον καταγράφει καὶ ὁ Ρόης Παπαγγέλου στὸ λεξικό του Τὸ κυπριακὸ ἰδίωμα, Ἰωλκός, 2001, τὶς λέξεις πυκνίδιν (= «ἐφηλίς, περκνάδα, φακίδα, πιτσίλα, φακίδες»), πυκνίδκια («βλ. “πυκνίδιν”»), πυκνιδκιαρκά (= «φακιδωτή, μὲ φακίδες»), πυκνίθκια («βλ. “πυκνίδιν”»), πυκνίιν («βλ. “πυκνίδιν”»), πυκνίν («βλ. “πυκνίδιν”»).


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου