Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2026

Χρίστος Δάλκος: Ἡ ἐτυμολογία τοῦ δῆθεν «προελληνικοῦ» βουνός /ν.ἑ. βουνό, καὶ ἡ λεγόμενη «προελληνικὴ» γλῶσσα

 


Ἡ λέξη βουνός (= βουνό, ὕψωμα), μαρτυρούμενη ἤδη ἀπὸ τὸν 5ο αἰ. π.Χ. στὸν Ἡρόδοτο (4, 199: «… τούτων τε δὴ συγκεκομισμένων τὰ ὑπὲρ τῶν θαλασσιδίων χώρων [τὰ μέσα] ὀργᾷ συγκομίζεσθαι, τὰ βουνοὺς καλέουσι …»), πρβλ. καὶ βοῦνις (= βουνώδης) στὸν Αἰσχύλο (Ἱκέτιδες,117: «Ἀπίαν βοῦνιν» | 776: «ἰὼ γᾶ βοῦνι, πάνδικον σέβας…»),θεωρεῖται «προελληνικὴ» ἀπὸ τὸν Edzard Furnée, ὁ ὁποῖος ἐντοπίζει μιὰ ἐναλλαγὴ β/μ στὰ βουνιάς / μουνιάς, μουνιαδικόν, καὶ προσκομίζει περαιτέρω τὸ βασκικὸ muno,muño(= λόφος), τὰ ἱσπανικά (: «βασκικά – προρρωμανικά») τοπωνύμια Muñero,Buñero(= ὄνομα τοῦ, 6 χιλιόμετρα ἀπέχοντος ἀπὸ τὸ πρῶτο, βουνοῦ)κ.ἄ.[βλ. Die wichtigsten konsonantischen Erscheinungen des Vorgriechischen (Τὰ κυριώτερα συμφωνικὰ φαινόμενα τῆς προελληνικῆς), σ. 208, 213].
Προτοῦ περάσουμε στὴν ἐτυμολογικὴ διερεύνηση τῆς λέξης βουνός, γιὰ τὴν πάγκοινη χρήση τῆς ὁποίας στὴν σημερινὴ «νεο»ελληνικὴ οἱ ξένοι μελετητὲς δείχνουν μιὰ χαρακτηριστική -καὶ ἀπαράδεκτη ἀπὸ ἐπιστημονικὴ ἄποψη- ἀδιαφορία, καλὸ εἶναι νὰ ἐξετάσουμε τί νοεῖται μὲ τὸν ὅρο «προελληνικὴ» γλῶσσα.

Ἡ λεγόμενη «προελληνική»

Στὶς μέρες μας εἶναι κοινῶς ἀποδεκτὴ ἡ ἄποψη ὅτι πολλὲς ἀρχαιοελληνικὲς λέξεις ἀνήκουν σὲ ἕνα πρὸ τοῦ 2000 π.Χ. διαδεδομένο στὸν ἑλλαδικὸ καὶ μικρασιατικὸ χῶρο «προελληνικὸ» γλωσσικὸ ὑπόστρωμα, θεωρούμενο μὴ ἑλληνικὸ καὶ μὴ ἰνδοευρωπαϊκό.
Τὰ κριτήρια βάσει τῶν ὁποίων οἱ λέξεις αὐτὲς χαρακτηρίζονται «προελληνικὲς» εἶναι ἐν συντομίᾳ τὰ ἑξῆς: α) Ἡ ἀνυπαρξία, κατὰ τὴν γνώμη τῶν μελετητῶν, ἰνδοευρωπαϊκῆς ἐτυμολογίας β) Ἡ εὐρεῖα «φωνητικὴ ποικιλία» τὴν ὁποία παρουσιάζουν οἱ λέξεις αὐτές, ἡ ὁποία δὲν ἑρμηνεύεται μὲ βάση «ἰνδοευρωπαϊκοὺς» ὅρους γ) Ἡ παρουσία «μὴ ἰνδοευρωπαϊκῶν» ἐπιθημάτων.
Κοντὰ σ’ αὐτά, ἐπὶ πλέον ἐπιχειρήματα ἀντλοῦνται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ λέξεις αὐτὲς εἶναι ἀντιπροσωπευτικὲς τοῦ ἰδιάζοντος φυσικοῦ καὶ πολιτισμικοῦ περιβάλλοντος τοῦ μεσογειακοῦ γηγενοῦς πληθυσμοῦ, δηλ. ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ὀνόματα φυτῶν, δένδρων, καρπῶν, ζώων, πτηνῶν, ἐντόμων, ψαριῶν, ἐργαλείων, σκευῶν, ὅροι τῆς ἀγροτικῆς οἰκονομίας, τῆς μεταλλουργίας, τῆς ὑφαντουργίας, τῆς ἀμπελοκομίας, τῆς ἁλιείας κ.λπ.

Φυσικὰ ἔχουν ὑπάρξει στὸ παρελθὸν προσπάθειες νὰ δειχθῇ ὅτι ἡ λεγόμενη «προελληνικὴ» εἶναι ἰνδοευρωπαϊκὴ γλῶσσα, μόνο ποὺ αὐτὸ ἔγινε μὲ σεβασμὸ λίγο ὣς πολὺ στὰ ἐπιτεύγματα καὶ τὶς βασικὲς ἀρχὲς τῆς «νεογραμματικῆς» θεωρίας, ἡ ὁποία πρεσβεύει, ἤδη ἀπὸ τὸ 1878, ὅτι «κάθε φωνητικὴ μεταβολὴ εἶναι μιὰ μηχανικὴ διαδικασία ἡ ὁποία συντελεῖται σύμφωνα μὲ νόμους ποὺ δὲν ἐπιδέχονται ἐξαιρέσεις» καὶ ὅτι «ἴδιοι φθόγγοι στὸ ἴδιο περιβάλλον ἐξελίσσονται πάντοτε μὲ τὸν ἴδιο τρόπο».
Ἡ δικιά μας ἄποψη εἶναι ὅτι μεγάλο τμῆμα τῆς λεγόμενης «προελληνικῆς» εἶναι πρωτοελληνικῆς / πρωτοϊνδοευρωπαϊκῆς καταγωγῆς, κάτι ποὺ νομίζουμε ὅτι ἀποδεικνύεται κατὰ κύριο λόγο βάσει τῶν πλούσιων ἐνδείξεων τῆς περιφρονημένης «νέας» ἑλληνικῆς. Ὁ εἰθισμένος στὴν μηχανιστικὴ νεογραμματικὴ λογικὴ τῆς ὁμαλῆς, γραμμικῆς ἐξέλιξης θὰ ἀντιδράσῃ ἀρνητικά -καὶ ἐνδεχομένως ἔντονα- στὴν πρακτικὴ τῆς ἀξιοποίησης φαινομενικὰ νεώτερων μαρτυριῶν πρὸς ἑρμηνεία λέξεων καὶ φαινομένων ποὺ ἀνάγονται στὸ ἀπώτερο παρελθὸν τῆς γλώσσας, ὅμως ἡ ζῶσα πραγματικότητα δείχνει ὅτι σχεδὸν κατὰ κανόνα οἱ πρωτογενεῖς τύποι συνυπάρχουν μὲ τοὺς παραγόμενους στὸ πλαίσιο μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς γλώσσας.
Χαρακτηριστικὸ εἶναι τὸ παράδειγμα τῶν ν.ἑ. θέλω νά > θελά, θενά > θά, ποὺ δείχνει ὅτι τὸ πρωτογενὲς «θέλω νὰ»δὲν ἐξαφανίστηκε ἀπὸ προσώπου γῆς ἀλλὰ ἐξακολουθεῖ νὰ συνυπάρχῃ μὲ τὸ «θελά», τὸ «θενὰ» καὶ τὸ «θά».
Ἐπίσης, σὲ ὅλες τὶς περιπτώσεις μετάθεσης ἢ ἀντιμετάθεσης φθόγγων (π.χ. ν.ἑ. φούχτα > χούφτα, φαλακρός > καραφλός, κουτρουβάλα, κουρτουμπέλα > μπουρδουκέλα κ.λπ. ἢ ἀ.ἑ. τάγηνον / τήγανον, τανταλόομαι / ταλαντόομαι κ.ἄ.), ἀποδεικνύεται ὅτι ἡ ἐξέλιξη ἑνὸς τύπου δὲν συνεπάγεται ἀναγκαστικὰ τὴν ἐξαφάνιση αὐτοῦ ἀπὸ τὸν ὁποῖο προῆλθε, εἰδ’ ἄλλως τὸ φαινόμενο τῆς μετάθεσης καὶ ἀντιμετάθεσης φθόγγων δὲν θὰ μποροῦσε νὰ στοιχειοθετηθῇ.
Ἀπὸ τὴν διαπίστωση αὐτὴ προκύπτει ἡ ἀνάγκη γιὰ ἐφαρμογὴ τῆς ἱστορικοσυγκριτικῆς διερεύνησης ὄχι μόνο μεταξὺ τῶν διαφόρων γλωσσῶν ἀλλὰ καὶ στὸ ἐσωτερικὸ μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς γλώσσας, ἡ οὕτως εἰπεῖν «ἐνδοσυγκριτικὴ» προσέγγιση, ἡ ὁποία μπορεῖ σὲ ὡρισμένες περιπτώσεις νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ στὶς ρίζες τῆς γλωσσικῆς ὀντογένεσης.
Διότι ἀπ’ τὴν στιγμὴ ποὺ παραδεχόμαστε ὅτι οἱ πρωτογενεῖς τύποι μποροῦν νὰ συνυπάρχουν μὲ τοὺς παραγόμενους, παραδεχόμαστε στὴν οὐσία ὅτι εἶναι καθ’ ὅλα δυνατὸ καὶ ἀναμενόμενο νὰ σώζωνται στὴν νέα ἑλληνικὴ πρωτοελληνικοὶ τύποι ποὺ ἀνάγονται στὸ πανάρχαιο παρελθὸν τῆς γλωσσικῆς μας διαχρονίας.

Ἡ ὁμηρικὴ μυρίκη

Χαρακτηριστικὸ εἶναι τὸ παράδειγμα τῆςἤδη ὁμηρικῆς λέξηςμυρίκη (= Tamarix, ἁρμυρίκι, θάμνος ἢ δέντρο μὲ κυπαρισσοειδῆ φύλλα), ποὺ πιθανολογεῖται, λόγῳ τῆς κατάληξης -ίκη, ὡς «προελληνικῆς» ἀρχῆς, ἢ συνάπτεται πρὸς τὸ ἑβραϊκὸ mārar(= πικρίζω), λόγῳ, ὑποτίθεται, τοῦ πικροῦ φλοιοῦ της. Ἡ μυρίκη ἀντιπροσωπεύεται στὴν νεοελληνικὴ ἀπὸ τύπους ὅπως ἁρμυρίχα, ἁρμυρίτσα, ἁρμύριγγας, ἁρμυρίκι, ἁρμυρίγγι, ἀμεριχία, ἀμερουχία, ἀμερουϊχά,Πληθ. μέρικοι, μεριτσές, ἁρμυρίχια κ.λπ. ποὺ συνάπτουν ὄχι τυχαῖα τὴν λέξη μὲ τὸ ἤδη ὁμηρικὸ ἐπίθετο ἁλμυρός,ν.ἑ. ἁρμυρός,ἀφοῦ τὰ φύλλα της ἔχουν χαρακτηριστικὰ ἁλμυρὴ γεύση. Ἑπομένως ἡ ἐσωτερικὴ λογικὴ τῶν πραγμάτων ὑποβάλλει τὴν ἐντύπωση ὅτι τὸ ἁρμυρίκι προηγεῖται τῆς μυρίκης, καὶ ὅτι αὐτὴ ἡ τελευταία προῆλθε ἀπὸ ἀμάρτυρο *ἁλμυρίκη, κατὰ τὸ σχῆμα *ἁλμυρίκη > *ἁμυρίκη > μυρίκη.
Ὅμως, ἡ ἀναγωγὴ τῆς ὁμηρικῆς μυρίκης στὸ ἐπίσης ὁμηρικὸ ἁλμυρός, τὸ ὁποῖο παραπέμπει στὴν ἰνδοευρωπαϊκὴ ρίζα τῶν ὁμηρικῶν ἃλς ὁ, (= ἁλάτι), ἃλς ἡ, (= θάλασσα), ἀποδεικνύει ὅτι ἡ μυρίκη εἶναι λέξη ἑλληνικῆς / ἰνδοευρωπαϊκῆς ἀρχῆς, μόνο ποὺ ἔχει ὑποστῆ μιὰ τέτοιου εἴδους παραφθορά, ὥστε νὰ ἀποδίδεται ἐσφαλμένα στὴν λεγόμενη «προελληνική». Ἕνα ἐπὶ πλέον συμπέρασμα ποὺ συνάγεται ἀπὸ τὰ παραπάνω εἶναι ὅτι ἡ ἀποδιδόμενη στὴν «προελληνικὴ» φωνολογικὴ ποικιλία ἀποτελεῖ χαρακτηριστικὸ ἑνὸς πρώιμα διασπασμένου πρωτοελληνικοῦ ὑποστρώματος.

Σχέσεις τῆς λεγόμενης «προελληνικῆς» μὲ τὴν νεοελληνικὴ γλῶσσα

Δεδομένου ὅτι πολλὲς ἀπὸ τὶς θεωρούμενες «προελληνικῆς» καταγωγῆς λέξεις εἶναι πάγκοινες στὴν σημερινὴ «νεο»ελληνική, καὶ μάλιστα παρουσιάζουν πολὺ περισσότερες φωνητικὲς ἐναλλαγές, ἐπιθήματα, τύπους, παράγωγα, σύνθετα κ.λπ., αὐτονόητο προβάλλει τὸ συμπέρασμα ὅτι οἱ πλούσιες νεοελληνικὲς μαρτυρίες εἶναι σὲ θέση νὰ μᾶς δώσουν μιὰ κατὰ πολὺ σαφέστερη εἰκόνα τῆς φύσης καὶ τῶν καταβολῶν τῆς κατὰ κοινὴ ὁμολογία ἀρχαιότερης γνωστῆς γλώσσας τῆς Εὐρώπης, καὶ ἐνδεχομένως νὰ ἀποδείξουν ὅτι ἡ λεγόμενη «προελληνικὴ» εἶναι κατὰ μέγα μέρος μιὰ πρώιμη μορφὴ ἑλληνικῆς, ἕνα εἶδος πρωτοελληνικοῦ (καὶ πρωτοϊνδοευρωπαϊκοῦ) ὑποστρώματος.

α) Λεξιλογικὲς σχέσεις

Ὡς ἕνα ἐλάχιστο δεῖγμα τῆς ἰδιάζουσας σχέσης τῆς λεγόμενης «προελληνικῆς» μὲ τὴν νέα ἑλληνική, παραθέτουμε μερικὲς πάγκοινες σήμερα λέξεις, οἱ ὁποῖες μὲ ἀπόλυτη βεβαιότητα προσγράφονται ἀπὸ τοὺς ἐπιστήμονες στὸ «προελληνικὸ» ὑπόστρωμα. Ἡ ἐπιλογὴ τῶν «προελληνικῶν» λέξεων ἔγινε κυρίως βάσει τῶν ἐπισημάνσεων τοῦ EtymologicalDictionaryofGreek τοῦ RobertBeekes, Leiden, Brill, 2010: ἀκρίς / ν.ἑ. ἀκρίδα| ἄλοξ (αὖλαξ) / ν.ἑ. αὐλάκι| ἀμυγδάλη, ἀμύγδαλον /ν.ἑ. (ἀ)μυγδαλιά,(ἀ)μύγδαλο| ἀνδράχλη (ἀνδράχνη) /ν.ἑ.ἀντράκλα|ἄνηθον (ἄννησον) / ν.ἑ. ἄνηθος| ἄνθρωπος / ν.ἑ. ἄνθρωπος|ἄρακος / ν.ἑ. ἀρακᾶς|ἀστακός /ν.ἑ.ἀστακός|ἀσταφίς /ν.ἑ.σταφίδα| ἄσταχυς (στάχυς) /ν.ἑ.στάχυ(ἀστάχυ)| ἀστεροπή (ἀστραπή)/ν.ἑ. ἀστραπή| ἄτρακτος (ἄδρακτος, ἀτράκτιον)/ν.ἑ.ἀδράχτικ.λπ.| ἄχυρα (ἀχυρὸς ἢ ἄχυρος) /ν.ἑ. ἄχυρο(ἄχερο)| βασιλεύς /ν.ἑ. βασιλιάς| βάτραχος (βότραχος, βρόταχος κ.λπ.)/ν.ἑ. βάτραχοςκ.λπ. | βήξ /ν.ἑ. βήχας| βλέπω (ποτι-γλέποι, βλέφαρον, γλέφαρον) / ν.ἑ. βλέπω(γλέπω, γλιέπω, δλέπου, βλέφαρο, γλέφαρο κ.λπ.) | βλήχων (γλήχων, γλάχων, βληχώ, βληχός) /ν.ἑ. βληχούνι(γληχούνι, φλησκούνι κ.λπ.) | βύσταξ (μύσταξ),ν.ἑ. μουστάκι| βυτίνη (πυτίνη)/ν.ἑ.βυτίνα(φ’τίνα κ.λπ.)| γέφυρα (βέφυρα, δέφυρα, δίφουρα) /ν.ἑ. γέφυρα(γιοφύρι, δοχύρι κ.λπ.)| δάκτυλος / ν.ἑ. δάχτυλο| δάφνη (λάφνη)/ν.ἑ. δάφνη(λαφρία) | δίκτυον /ν.ἑ. δίχτυ| δίψα /ν.ἑ. δίψα(βούψα, βίσπα, γοῦψα, γροῦψα, γίψα)| δρόσος / ν.ἑ. δροσιά| ἐλαία / ν.ἑ. ἐλιά| ἑλλέβορος / ν.ἑ. ἀγλέουραςκ.λπ. | ἐρέβινθος /ν.ἑ. ρεβίθικ.λπ. | θάλαμος / ν.ἑ. θαλάμι| θάλασσα /ν.ἑ. θάλασσα| θάμβος / ν.ἑ. θάμπος(θαμπός)| θάμνος /ν.ἑ. θάμνος| καθαρός /ν.ἑ. καθαρός| καλύβη /ν.ἑ. καλύβα| κάμαξ /ν.ἑ. καμάκι| κάνθαρος /ν.ἑ. σκαθάρι| κανθύλη /ν.ἑ. καντύλα| κάρυον /ν.ἑ. καρύδι|καχλάζω (κοχλάζω)/ν.ἑ. κοχλάζω (χοχλάζω) | κάχληξ (κόχλαξ) /ν.ἑ. χαλίκι(χοχλάκι) | κηφήν /ν.ἑ. κηφήνας| κισσός /ν.ἑ. κισσός| κίχλη / ν.ἑ. τσίχλα| κλών /ν.ἑ. κλῶνος(κλωνάρι) | κόγχη (κόχλος) / ν.ἑ. κοχύλι | κολλύρα (κολλούρα) / ν.ἑ. κουλλούρα| κολοβός / ν.ἑ. κολοβός| κολοκύνθη / ν.ἑ. κολοκύθα (κολοκύθι κ.λπ.)| κολυμβάω / ν.ἑ. κολυμπάω| κόμβος /ν.ἑ. κόμπος| κορυφή /ν.ἑ. κορ(υ)φή| κόφινος /ν.ἑ. κοφίνι| κρύσταλλος /ν.ἑ. κρ(ο)ύσταλλο| κτύπος /ν.ἑ. χτύπος| κυλίνδω /ν.ἑ. κυλάω| κυπάρισσος /ν.ἑ. κυπαρίσσι| κύπελλον /ν.ἑ. κύπελλο| κυψέλη / ν.ἑ. κυψέλη| κώδων / ν.ἑ. κουδούνι| κώνωψ / ν.ἑ. κουνούπι| λάγυνος / ν.ἑ. λαγύνι(λαΰνα) | λαιμός /ν.ἑ. λαιμός| λάπαθον /ν.ἑ. λάπαθο(λάπατο) | λάρυγξ /ν.ἑ. λάρυγγας(λαρύγγι) | λεκάνη (λακάνη) / ν.ἑ. λεκάνη| λεπτός /ν.ἑ. λεπτός(λεφτός) | λύρα /ν.ἑ. λύρα| μάγγανον /ν.ἑ. μάγγανο (μαγγάνι) | μαλάχη (μολόχη) / ν.ἑ. μολόχα|μαστός /ν.ἑ. μαστάρι| μασχάλη /ν.ἑ. μασκάλη κ.λπ. | μάχαιρα /ν.ἑ. μαχαίρι| μῆνιγξ /ν.ἑ. μήλιγγας(μηλίγγι, μηνίγγι κ.λπ.)| μικρός (σμικρός, μικκός, μικός) / ν.ἑ. μικρός(μικιὸςκ.λπ.) | μισέω /ν.ἑ. μισῶ| μύρτος /ν.ἑ. μυρτιά| νῆσος /ν.ἑ. νησί| νύμφη /ν.ἑ. νύφη| πάσσαλος /ν.ἑ. πάσσαλος| πέλεκυς /ν.ἑ. πελέκι| πέρδιξ /ν.ἑ. πέρδικα| πέτρα /ν.ἑ. πέτρα| πήγανον /ν.ἑ. ἀπήγανος| πηλαμύς (παλαμίς) /ν.ἑ. παλαμίδα| πίθος /ν.ἑ. πιθάρι| πόλεμος / ν.ἑ. πόλεμος| πύργος / ν.ἑ. πύργος| ῥάβδος /ν.ἑ. ραβδί|ράφανος (ρέφανος) / ν.ἑ. ραπάνι(ρεπάνι)| ῥάχις /ν.ἑ. ράχη| σαλαγέω (σάλος) / ν.ἑ. σαλαγάω| σάνδαλον /ν.ἑ. σάνταλο(σαντάλι) | σαύρα / ν.ἑ. σαύρα| σιαγών /ν.ἑ. σαγόνα(σαγόνι) | σιωπάω (σωπάω) / ν.ἑ. σωπάω(σωπαίνω) | σκέπαρνος /ν.ἑ. σκεπάρνι | σκορπίος /ν.ἑ. σκορπιός(σκροπιός κ.λπ.) | σμαρίς / ν.ἑ. μαρίδα(σμαρίδα, σμαρία κ.λπ.) | σόγκος (σόγχος) / ν.ἑ. ζοχός(σοχός, ζογκὸς κ.λπ.) | σπανός /ν.ἑ. σπανός| σπάρος / ν.ἑ. σπάρος| σπήλαιον / ν.ἑ. σπηλιά| σταφυλή /ν.ἑ. σταφύλι| στρογγύλος /ν.ἑ. στρογγυλός|σῦκον /ν.ἑ. σῦκο|σφενδόνη / ν.ἑ. σφεντόνα| σφίγγω /ν.ἑ. σφίγγω |σφόνδυλος (σπόνδυλος) / ν.ἑ. σφοντύλι(σφόντυλας, σπόντυλαςκ.λπ.) | σχοῖνος (σχοινίον)/ν.ἑ. σκοῖνος(σκοινί) | τέρμινθος /ν.ἑ. τρέμιθθος(τερέμιθθος, ἀβράμιθ-θας, ἀγράμιτθας, ἀδράμιθθας, γκρέμιθας, κρέμιθας, φτερένισε κ.λπ.) | τεῦτλον (σεῦτλον) /ν.ἑ σέσκουλο(σέσκλο, σέφκλο κ.λπ.) | τολύπη /ν.ἑ. τουλούπα(στουλούπα, στρούμπα κ.λπ.) | τόξον /ν.ἑ. τόξο| τρέφω /ν.ἑ. τρέφω(θρέφω) | τρώγω /ν.ἑ. τρώω | τύμπανον / ν.ἑ. τ(ο)ύμπανο| τύραννος /ν.ἑ τύραννος(τύραγνος, τούραγνος, τούραχνος) | ὕαλος /ν.ἑ. γυαλί| ὕνις /ν.ἑ. ὑνί (γυνὶκ.λπ.) | φάγρος /ν.ἑ. φαγγρί| φαλακρός /ν.ἑ. φαλακρός(καραφλὸς κ.λπ.) | φάραγξ /ν.ἑ. φαράγγι| φάρμακον / ν.ἑ. φάρμακο(φαρμάκι) | φάτνη (πάθνη) / ν.ἑ. παχνί(παθνὶ κ.λπ.) | φλόμος /ν.ἑ. φλόμος| φύλαξ (φυλάσσω)/ ν.ἑ. φύλακας(φυλακή, φυλάω κ.λπ.) | φωλεός / ν.ἑ. φωλιά| χαλινός /ν.ἑ. χαλινάρι| χάννα /ν.ἑ. χάννος| χαράδρα /ν.ἑ. χαράδρα| χαράσσω /ν.ἑ. χαράζω| χελιδών /ν.ἑ. χελιδόνα (χελιδόνι) | χελύνη (χελώνη) / ν.ἑ. χελώνα| ψαλίς /ν.ἑ. ψαλίδα(ψαλίδι) | ψεύδομαι (ψεῦδος) / ν.ἑ. ψευδός(ψεύτης κ.ἄ.) |ψυχή /ν.ἑ. ψυχὴ κ.ἄ.
Ἂς σημειωθῇ ὅτι οἱ λέξεις αὐτὲς ἔχουν ἐπιλεγῆ ἀπὸ ἕνα σύνολο πάνω ἀπὸ 500 πάγκοινων λέξεων τῆς νέας ἑλληνικῆς ποὺ χαρακτηρίζονται «προελληνικές».

β) Ἡ φωνητική (φωνολογική) ποικιλία

Ἀπὸ τὰ κριτήρια βάσει τῶν ὁποίων πολλὲς ἀπ’ τὶς συγκεκριμένες αὐτὲς λέξεις χαρακτηρίζονται ὡς «προελληνικές», θὰ ἀσχοληθοῦμε ἐδῶ ἐκτενέστερα μὲ αὐτὸ τῆς «φωνητικῆς ποικιλίας», ποὺ θεωρεῖται οἱονεὶ «σῆμα κατατεθὲν» τῆς λεγόμενης «προελληνικῆς» καὶ ἀσφαλὲς τεκμήριο προσγραφῆς τῶν λέξεων ποὺ τὴν ἐμφανίζουν στὸ λεγόμενο «προελληνικὸ» ὑπόστρωμα.
Ἔτσι, γιὰ νὰ ἀναφερθοῦμε σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ πάμπολλα παραδείγματα, τὸ ὄνομα τοῦ φυτοῦ ἀσφόδελος(= Asphodelusramosa), ἐμφανίζεται στὴν ἀρχαία καὶ ὑπὸ τοὺς τύπους σφόδελος, σφοδελός, σποδελός, ἀσφοδελός, στοὺς ὁποίους ἐντοπίζεται ἐναλλαγὴ φ/π καὶ ἀφαίρεση «προθετικοῦ» ἀ-.
Βεβαίως οἱ μελετητὲς δὲν ἐπισημαίνουν ὅτι ἡ νέα ἑλληνικὴ παρουσιάζει στὴν συγκεκριμένη λέξη ὄχι μόνο αὐτὲς ἀλλὰ πολὺ περισσότερες ἐναλλαγὲς ὅπως: ἀσφόντιλας, ἀσφέdιλος, (ἀ)σφέρδουγλας, ἀσφέρδουκλας, ᾿σφούρδουκλας, ᾿σβούρδουκλος, ἀσπόδελος, ἀσπόδιλας, ἀσπόθιλ-λας, ἀσπότιλας, ἀσπόιλ-λας, ἀσπόρδουλας, ἀσπόρδιλας, ᾿σπούρτελος, ἀσπόφιλας, ἀσπέτιλος, ᾿σπέρδουκλας κ.λπ. (βλ. Ἱστορικὸν Λεξικὸν τῆς Νέας Ἑλληνικῆς, σ. λ. ἀσφόδελος).
Τὸ ἴδιο φαινόμενο τῆς φωνητικῆς ποικιλίας ἐμφανίζεται σὲ ὅλα τὰ ὀνόματα φυτῶν ποὺ θεωροῦνται «προελληνικά», ὅπως τὸ δείχνουν τὰ ἐλάχιστα παρακάτω παραδείγματα:
ἀρχ. ἀσπάλαθος, ν.ἑ. ἀσφάλαχτος, ἀσφαλαχτός, ἀσφάλαχτας, ἀσφέλαχτος, ἀσφελαχτός, ἀσπάλαχτρος, ἀσπαλαχτρός, σφαλαχτός,σφελαχτός, σφάλαχτους, σφαλαχτιάς, ἀσπάλαθ-θας, ἀσπάλατθας, ἀσπόλατθας, ἀσπόλατ-τας, ἀσπίλ-λαθ-θος Θηλ. ἀσπαλαχτιά, ἀσπαλαθ-θά, σπολασ-σουνία Οὐδ. ἀσπάλαχτ’, ἀσφέλαχτου, ἀσφάλαχτο, ἀσφάλαχτρο, σπάλαχτο, σφάλαχτο, σφαλαχτό, σφέλαχτο, σφελαχτό, σπάλαχτρου, σφάλαχτρο, σφαλάχτι, σφαλάχτι, σφελάχτι, σπαλάχτρι, σφαλάχτρι, σφαλάχτρ’, ἀσπολατθί, σπαλάθ-θιν, σπαλάσ-σι, σπολάσ-σι, σφαλάσ-σι, σπόλασ-σο, ἀσφαλαχτούλι κ.ἄ.
ἀρχ. βλήχων, γλήχων, γλάχων, βληχώ, βληχός, ν.ἑ. βληχούνι, βληχούν΄’, βλεχούνι, βλοχών’,βλουχούν΄᾿, γληφώνιν, γληφώνι, γληχούν΄᾿, γλεχούνι, βλησκούνι, βελησκούνι, βλουσκούνι, βηλσκούν΄᾿, βλητσούνι, γλησκούνι, κουλουσκούν΄᾿, λησκούν΄᾿, λουσκούνι, λιουσκούνι, λιουσκούν΄᾿, φλησκούνι, φλησκούν΄᾿, φιλησκούνι, φλησκίνι, φλεσκούνι, φλουσκούνι, φλουσκούν΄᾿, φρουσκούνι, φλασκούνι, φλασκούν΄᾿, φησκούνι, φουσκούνι, φουσκούν΄᾿, φ᾿σκούν΄᾿, φ᾿κούν᾿, φουσκίν΄᾿.
ἀρχ. ἑλλέβορος, ν.ἑ. λεβούρις, λούβερης, ἀβέρολας, ἀβούλαρους, βούλουρας, βόλιαρης, βούλιαρ᾿ς, βίλιουρας, ἀgλέγουρας, ἀgλέουρας, ἀgλέορας, ἀgλέουνας, ἀγλέουρας, ἀγλέορας, ἀχλέορας, ἀγρέουλας, ἀλέγουρας, ἀλέgαβρους, λέουρας, γούλιουρας, γούνιερας Θηλ. λούβερη, λιούβερη, λούβαρη, λίβερη, βούλιαρ᾿, γρήλαρη Οὐδ. λεβόριν, λιβόριν, λεβόρ᾿, λεβούρι, gλαούρι, ἀgλεούρι, ἀgλέουρο, ἀλιέγουρο, λέουρδο κ.ἄ.
Σπεύδουμε νὰ προλάβουμε μιὰ ἀντίρρηση, ὁμόλογη πρὸς τὴν παρατήρηση τοῦ Γ. Χατζιδάκι γιὰ τὴν πολυτυπία τῆς λέξης ἄνηθος (ἄνηθον, ἄννηθον, ἄνησον, ἄννησον, ἄνητον, ἄννηττον, ἄνισον) στὴν ἀρχαία ἑλληνική (Μεσαιωνικὰ καὶ Νέα Ἑλληνικά,2, 605): «… καὶ ἐπειδὴ ἡ ποικιλία αὕτη εἶναι παντελῶς ἀδιανόητος ἐν γνησίᾳ ἑλληνικῇ λέξει, εἰκάζω ὅτι πάντως ἡ λέξις ἢ αἱ λέξεις αὗται ἦσαν τὸ κατ’ ἀρχὰς ξέναι, ἐξ Ἀσίας ἢ Αἰγύπτου μετὰ τῶν φυτῶν κομισθεῖσαι εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ὡς ξέναι καὶ δὴ οὐκ αἰσθηταί, ἴσως δὲ καὶ δυσεκφώνητοι, ὑπέκυψαν πολλαῖς φωνητικαῖς ἀλλοιώσεσιν…».
Ἐν τούτοις, οἱ πολλὲς φωνητικὲς ἀλλοιώσεις κάνουν τὴν ἐμφάνισή τους ὄχι μόνο στὰ ὀνόματα φυτῶν, δένδρων κ.λπ., ἀλλὰ καὶ σὲ «προελληνικὲς» θεωρούμενες λέξεις τῆς νέας ἑλληνικῆς, εἰλημμένες ἀπὸ ἄλλες σημασιολογικὲς περιοχές. Περιοριζόμαστε σὲ τρία χαρακτηριστικὰ παραδείγματα:
ἀρχ. βάτραχος,βάθρακος, βότραχος, βρόταχος, βράταχος, βρούχετος, βύρθακος, βρύτιχος, βλίκανος, βλίκαρος, βλίταχος, βάβακος, ν. ἑ. –καὶ μόνο στὶς μαρτυρίες τοῦ Ἱστορικοῦ Λεξικοῦ τῆς Νέας Ἑλληνικῆς νὰ περιορισθοῦμε– 109 τύποι, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ οἱ ἑξῆς χαρακτηριστικοί: βατρακός, βαθρακός, βαρθακός, βαθαακός, βάρδακας, βάρτακας, βόδρακος, βρόταχος, βρούdακου, βρίτικο, βρόσακου, φορθακός, ἀφορδακός, ᾿όδρακος, βάτρακλος, ἀθρακλός, βάρθουκλας, φαρδακλός, ἀφρακλός, μαθρακᾶς, μαθρακός,bορδακλᾶς,bουρθακλᾶς,bίθλακας, σπορδακᾶς, σπουδακλᾶς, σφάρδακλος, σβάρδακλας, σφάρδακλας, σπρόφακοκ.ἄ.
ἀρχ. βδέλλα, ν.ἑ. βδέλλα, βdέλλα, βτέλ-λα, βιδέλλα, ἀβδέλλα, ἀβdέλλα, ἀβdέλ-λα, ἀβτέλ-λα, ἀβδέλτα, ἀβιδέλλα, ἀδέλλα,ἀβδέḍḍα,ἀφdέḍḍα,ἀρdέḍḍα, ἀdέḍḍα, ἀβδέα, ἐβδέλλα, ἰβδέλλα, ὀβδέλλα. Τὸ ὅτι ἡ λέξη ἀποτελεῖ ὀργανικὸ στοιχεῖο τῆς γλώσσας μας ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ τὴν σωρεία τῶν παραγώγων ἢ συνθέτων ποὺ ἀπουσιάζουν ἀπὸ τὴν ἀρχαία, ὅπως ἀβδελλάδικο, ἀβδελλᾶς, ἀβδελλιά, *ἀβδελλερὸ ἀμάρτ. ἀβτελ-λερόν, *ἀβδέλλι ἀμάρτ. ἀβδέλλ΄᾿, ἀβδελλιάζω, ἀβδελλιάρις, ἀβδέλλιασμα, ἀβδελλίστρα, ἀβδελλίτσα, ἀβδελλοκόκκαλο, ἀβδελλολίμνη, ἀβδελλόνερο, *ἀβδελλόπουλο ἀμάρτ. ἐβδελλόπον, ἀβδελλότοπος, *ἀβδελλούδα ἀμάρτ. ἀβτελ-λούδα, ἀβδελλοχόρταρο, ἀβδελλόχορτο, ἀβδέλλωμα, ἀβδελλώνω.
ἀρχ. μασχάλη, ν.ἑ. μασκάλη, μασκάλ΄᾿, ἀμασκάλη,ἀμασχάλεα,ἀμασκάλεα, ἀμασκάλα, ἀμασκάλ΄᾿, ἀbασκάλη, ἀbασκάλ΄᾿, ἀμοσκάλη, ἀμοσκάλ᾿, ἀμοσκάλα, ἀμοσκά, ἀμουσκάλη, ἀμουσκάλ΄᾿, μοσκάλη, μουσκάλη, βασκάλη, πασκάλη, ἀπασκάλη, ἀπουσκάλη. Κι ἐδῶ, ὅπως εἶναι ἀναμενόμενο, τὰ παράγωγα καὶ τὰ σύνθετα περισσεύουν: μασκάλα, μασκαλάρι, μασκαλᾶτος /ἀμασκαλᾶτος, μασκαλατόψαρος καὶ ψαρομάσκαλος,ἀμασκαλιά / ἀμοσκαλιά / ἀbασκαλέ, μασκαλετοῦ, μασκαλετούιν, μασκάλι, μασκαλιάρις, μασκαλιάς, *μασκαλίδι ἀμάρτ. μασκαλίδ᾿, ἀμασκαλίζω, *ἀμασκαλίστρα ἀμάρτ. ἀbασκαλίστρα, ἀμασκαλίτης / ἀμοσκαλίτης / μασκαλίτης Θηλ. μασκαλίτσα, ἀμασκαλίχτρα,
μασκαλοβύζα, bασκαλοβύζα, μασκαλομέρι, μασκαλόμερο Πληθ. μασκαλόμερα, *ἀμασκαλόπουλλο ἀμάρτ. ἀμασχαλόπον / μασκαλόπον, *ἀμασκαλούδι ἀμάρτ. ἀμοσκαλούδι, μασκαλωσιά / μασκαλωσία / μασκαλουχιά / μασκαλουχία / ἀμασκαλουσία, ἀμασκαλωτός.

Ἡ νεογραμματικὴ ἀντιμετώπιση τῆς φωνητικῆς ποικιλίας: ἡ «παράδοξη» ἐναλλαγὴ β/γ/δ

Ἡ φωνητικὴ αὐτὴ ποικιλία ἀντιμετωπίστηκε ἀπὸ τοὺς νεογραμματικούς, τοὺς συνηθισμένους στοὺς αὐστηροὺς ἰνδοευρωπαϊκοὺς φωνητικοὺς νόμους, τοὺς μὴ ἐπιδεχόμενους μάλιστα ἐξαιρέσεις, ὡς τεκμήριο μὴ ἑλληνικῆς καὶ μὴ ἰνδοευρωπαϊκῆς καταγωγῆς τῶν πολυτυπικῶν λέξεων.
Δὲν μποροῦμε βέβαια νὰ ἀναφερθοῦμε ἐδῶ σὲ ὅλες τὶς περιπτώσεις τῶν φωνητικῶν αὐτῶν ἐναλλαγῶν, μποροῦμε ὅμως νὰ ἐξετάσουμε λεπτομερέστερα τὸ φαινόμενο τῆς «παράδοξης» φωνητικῆς ἐναλλαγῆς β/γ/δ ποὺ ἐμφανίζεται σὲ δύο τοὐλάχιστον χαρακτηριστικὲς περιπτώσεις:ἀ.ἑ. γέφυρα /Βοιωτ. βέφυρα /Κρητ. δέφυρα /Λακων. δίφουρα καὶ ἀθέλβω (= στραγγίζω) / ἀθέλγω (= ἀμέλγω), ἀθέλγηται• θηλάζεται ἢ θλίβηται Ἡσύχ. / ἀθέλδω (= διηθῶ, στραγγίζω), πρβλ. ἀθελβάζειν (= διηθεῖν), ἀθελβεῖν (= ἕλκειν), ἀθέλγεται (= ἐξάγεται διὰ πιέσεως || διηθεῖται), ἀθέλδεται (= διηθεῖται) κ.λπ.
Γιὰ τὸ πρῶτο ὁ Beekes προσφεύγει δοκιμαστικὰ στὴν λύση ἑνὸς ὑποθετικοῦ χειλοϋπερωικοῦ φθόγγου *gw-, παραδέχεται ὅμως ὅτι ἔτσι εἶναι δύσκολο νὰ ἐξηγηθῇ ἡ παρουσία τοῦ γ-. Ἀπ’ τὴν ἄλλη μεριὰ κρίνει πὼς ἡ συσχέτιση μὲ τὸ προφανῶς συγγενὲς ἀρμενικὸ kamurǰ (= γέφυρα) συνεπάγεται ἀνυπέρβλητα προβλήματα, στὴν περίπτωση ποὺ ἡ λέξη θὰ θεωροῦνταν ἰνδοευρωπαϊκῆς προέλευσης. Τέλος, συνυπολογίζοντας καὶ τὴν παρουσία τῶν -ι- καὶ -ου- στὸ λακωνικὸ δίφουρα, καταλήγει στὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ γέφυρα εἶναι «προελληνικῆς» προελεύσεως.
Γιὰ τὸ δεύτερο, τὸ ἀθέλγειν,ἐνῷ ἀποδοκιμάζει τὴν προσφυγὴ τοῦ Solmsen στὴν λύση ἑνὸς ἰνδοευρωπαϊκοῦ χειλοϋπερωικοῦ φθόγγου, καταφεύγει στὸ συμπέρασμα ὅτι ἕνας «προελληνικὸς» χειλοϋπερωικὸς φθόγγος εὐθύνεται γιὰ τὴν ἐναλλαγὴ β/γ/δ στὰ ἀθέλβω / ἀθέλγω / ἀθέλδω. Βέβαια ὅλα αὐτὰ λέγονται ἐρήμην τῶν ποικίλων μαρτυριῶν τῆς νέας ἑλληνικῆς, τῆς μόνης ἱκανῆς νὰ ξεδιαλύνῃ τοὺς φωνητικοὺς γρίφους τῆς λεγόμενης «προελληνικῆς» καὶ νὰ συμβάλῃ ἀποφασιστικὰ στὴν θεαματικὴ αὔξηση τῶν γνώσεών μας γιὰ τὴν ἀρχαιότερη γνωστὴ γλῶσσα τῆς Εὐρώπης.
Μιὰ πρώτη ἔνδειξη γιὰ τὸ πῶς ἐξηγεῖται ἡ ἐναλλαγὴ τῶν φθόγγων β/γ/δ μᾶς παρέχει ὁ τσακωνικὸς τύπος τοῦ «γεφύρι» δοχύρι καὶ δοχύζ΄ι, ποὺ ὑποβάλλει τὴν βάσιμη ἐντύπωση ὅτι ἡ ἐναλλαγὴ γ/δ ὀφείλεται στὸ γεγονὸς ὅτι ἡ τσακωνικὴ διάλεκτος, ὅπως ἄλλωστε καὶ ἡ λοιπὴ κοινὴ νεοελληνική, διαθέτει ἠχηρὰ τριβόμενα β,γ,δ (καὶ ὄχι ἠχηρὰ κλειστὰ b,g,d), τὰ ὁποῖα ἐναλάσσονται μὲ χαρακτηριστικὴ εὐκολία. Κάτι ἀνάλογο συμβαίνει καὶ μὲ τὰ ἄηχα τριβόμενα χ,φ,θ,τὰ ὁποῖα ἐπίσης ἐναλλάσσονται συχνά, ὅπως ἀποδεικνύουν καὶ τὰ βρέφος / βρέχος / βρέθους, τὰτσακωνικὰ γεφύρι / γιοθύρι / γκιοθύρι / δοχύρι καὶ ἄλλα παρόμοια.
Ἀλλὰ δὲν πρόκειται μόνο γιὰ τὴν τσακωνική. Τὰ ἀρχαῖα βλέπω / *γλέπω (πρβλ. ποτιγλέποι, γλέφαρον, ἰογλέφαρος κ.λπ.) ἀντιστοιχοῦν φανερὰ πρὸς τὰ ν.ἑ. βλέπω (καὶ βλιέπου, βρέπου, φλέπω, βλέω κ.λπ.) / γλέπω (γλέπου, γλιέπου, γλέφω, γρέβω, ἐγλέπω κ.ἄ.), καὶ τέλος δλέπου Λέσβ. δλιέπου Μακεδ., μὲ τοὺς τελευταίους τύπους νὰ δείχνουν φανερὰ πῶς προέκυψε στὴν λεγόμενη «προελληνικὴ» ἡ ἐναλλαγὴ β/γ/δ. Ἐξ ἄλλου, τύποι στοὺς ὁποίους παρατηρεῖται ὁλοσχερὴς πτώση τοῦ ἀρκτικοῦ συμφώνου, ὅπως λέπω, ἐλέπω κ.λπ., δείχνουν πόσο εὔκολο εἶναι νὰ σιγηθοῦν τὰ ἠχηρὰ τριβόμενα σὲ ὡρισμένα περιβάλλοντα (πρὸ ὑγροῦ ἢ φωνήεντος ἢ μεταξὺ φωνηέντων, πρβλ. καρπαθιακὰ βακκῶ > ᾿ακκῶ (= δαγκώνω), βάκρυα > ᾿άκρυα (= δάκρυα), βάλα > ᾿άλα (= γάλα), *γαδαρόβηχας > γααρόηχας, *σιδεροπόδιν > σιεροπόιν, φοβέρα > φοέρα κ.ἄ.π.). Ἔχουμε ἐδῶ μιὰ ἁπλῆ ἐξήγηση τῆς σίγησης τοῦ μεσοφωνηεντικοῦ δ στὰ «προελληνικὰ» θεωρούμενα ἀσίδαρος / ἀσίαρος (= ὁ χωλός).
Κατωτέρω παραθέτουμε παραδείγματα ἀπὸ τὴν νέα ἑλληνική, ποὺ παρουσιάζουν ἐναλλαγὴ καὶ τῶν τριῶν ἠχηρῶν τριβομένων β, γ, δ,τῶν καλουμένων ἀπὸ τὴν παραδοσιακὴ γραμματικὴ «μέσων»: ἀγροικῶ / ἀδροικῶ, ᾿δροικῶ / ᾿βροικῶ (καὶ ἀθροικῶ, ἀροικῶ, ἀκούω, ἀντιλαμβάνομαι) | βάγγλα / γάγγλα / δάγγλα (καὶ γιάγγλα, διάγγλα, ζάγγλα, γκάγγλα, κάγγλα, στροφή, συστροφή, καμπὴ κ.λπ.) | βαφτίζω / γαφτίζω / δαφτίζω, δαφτίτζω, δαφτίν-νου (καὶ ᾿αφτίζω)| βάφω / γάφω / δάφω, δάβγω | βήσσαλο / γήσσαλον / δήσσαλο (καὶ φήσσαλο, μήσσαλο, μέσσαλον, τοῦβλο, κεραμίδι βλ. ΙΛΝΕ, σ.λ. βότσαλο) | βίω / γίω / δίω (= δίνω) | βλέπω / γλέπω / δλέπου | βωμός / γωμός / δωμός (= σωρὸς πραγμάτων || πρᾶγμα ὀγκῶδες) | δαγκάζω, δαγκῶ, δακῶ / γιακ-κῶ / βακ-κῶ (καὶ ᾿ακ-κῶ) | δαδί / γαδί, γαΐ(ν) / βαδί(ν), βαΐ, βάι(ν) (καὶ δαβί, βέι)| δάχτυλας / βάχτυλας / γάχτυλας (καὶ ᾿άχτυλας) | δέντρο / βέντρο, βέντρου / γέντρον, γεντρόν (καὶ ᾿έντρον, ᾿έντρο)| δίψα / βίσπα, βούψα / γίψα, γοῦψα, γροῦψα | διψῶ / βισ-σῶ, βισπάω / γρουψάζω, γιψῶ (καὶ ᾿ιψῶ)| ἱδρωτσίλι, ᾿δρωτσίλι / βρωτσίλι / γριτσίλι (= ἐξάνθημα ἀπὸ τὸν ἱδρῶτα) κ.ἄ.

Ἡ ἐναλλαγὴ β/γ στὰ βουνός / γουνός

Ἐπανερχόμενοι, μετὰ αὐτὴν τὴν ἐκτεταμένη ἀλλὰ ἀναγκαία παρέκβαση, στὴν ἐτυμολογία τῆς λέξης βουνός, νιώθουμε τὴν ἀνάγκη νὰ ἐπισημάνουμε ὅτι μᾶς προκαλεῖ ἐντύπωση τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ θεωρούμενη «προελληνικὴ» λέξη δὲν συνάπτεται ἀπὸ τοὺς ξένους μελετητὲς μὲ τὸ ἤδη ὁμηρικὸ γουνός (= λόφος, ὕψωμα, ὑψηλὴ χώρα, λ 323: «ἐς γουνὸν Ἀθηνάων», πρβλ. «τὸν γουνὸν τὸν Σουνιακόν»,Ἡρόδοτ. 4.99.18), πρᾶγμα ποὺ θὰ σήμαινε ὅτι ἔχει ἐπισυμβῆ ἐναλλαγὴ β/γ ἢ τροπὴ β > γ, χαρακτηριστικὴ ἄλλωστε τοῦ «προελληνικοῦ» θεωρούμενου ὑποστρώματος. Ἐνδεικτικὸ τῆς ὑπόγειας σχέσης τῆς «νέας» ἑλληνικῆς μὲ τὸ γλωσσικὸ αὐτὸ ὑπόστρωμα εἶναι ὄχι μόνο ὅτι ἡ λέξη βουνό, μὲ τὰ πάμπολλα σύνθετα καὶ παράγωγά της , εἶναι σήμερα πάγκοινη, ἀλλὰ καὶ ὅτιἐμφανίζει σποραδικὰ τὴν «προελληνικὴ» θεωρούμενη ἐναλλαγὴ β/γ σὲ κατὰ τόπους ἰδιώματα καὶ διαλέκτους: γουνάριν Κύπρ. γουνάρι Ρόδ. (= βουνάρι), βουναρούιν / γουναρούιν (= βουναρούδι) Κύπρ. σιτάριν βουναρωμένον / γουναρωμένον (= σωρωτό) Κύπρ. γουνί (= βουνί) Ἰων. (Κρήν.) Ρόδ. Χίος γουνὶν Κύπρ. τοπων. Γουνιά Κύπρ. (Πάφ.) γουνὸς Ρόδ. γουνὸν Κύπρ.
Ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον παρουσιάζει καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ σχετικὲς πρὸς τὸ βουνὸ λέξεις συχνὰ συνδέονται σημασιολογικὰ μὲ τὴν ἔννοια τοῦ σωροῦ: βουνάριν (= σωρὸς συνήθως μέγας Κύπρ. Μεγίστ. (Καστελλόρριζο) Ρόδ.: Τὰ σύναξεν τσαὶ τά ᾿καμεν βουνάριν Κύπρ. Παιδκιὰ βουνάριν (συγκεντρωμένα, μαζωμένα) Κύπρ. Δείχνει του μιὰν εἰς τὸν λαιμὸν τσ΄αὶ ρίχνει τον βουνάριν Κύπρ. | *βουναριὰ ἀμάρτ. βουναρκά (= σωρός: Ἡ βουναρκὰ τοῦ σιταρκοῦ) Κύπρ. | *βουναριάζω ἀμάρτ. βουναρκάζω (= κάμνω σωρόν, συσσωρεύω) Κύπρ. | βούναρος (= μέγας σωρός) Κύπρ. | *βουναρούδιν ἀμάρτ. βουναρούιν Κύπρ. γουναρούιν Κύπρ. (= μικρὸς σωρός) | βουνάρωμαν (= μέγας σωρός) Κύπρ. | *βουναρών-νω ἀμάρτ. Μετοχ. βουναρωμένον Κύπρ. γουναρωμένον Κύπρ. (= μαζεύω εἰς μέγαν σωρόν, σχηματίζω μέγαν σωρόν: Γνωμ. Χωράφιν νιασμένον, διωλισμένον τσ΄’ ἀνακομμένον, σιτάριν βουναρωμένον ἢ γουναρωμένον (ὅτι ἡ καλὴ καὶ ἄφθονος παραγωγὴ προϋποθέτει καλὴν καλλιέργειαν) | (β)ουνέα (= μικρὸς σωρὸς ἀπὸ κομμένα ἀγκάθια) Κάρπ. | βουνός (= σωρός, π.χ. χώματος, ἀκανθῶν κ.ἄ.τ.: Ἐμάεψετ τὸ χῶμα καὶ τό ᾿καμεν ἕναβ βουνό) Κάρπ. ᾿ουνός (= σωρός: Τάν εἶν’ αὐτοσεὰ ὁ ᾿ουνὸς τὰ σταφύλια;) Κάρπ. βουνός (= μέγας σωρός) Ρόδ. κ.ἀ. – Λεξ. Δημητρ.: Βουνοὶ καλαμποκιοῦ Λεξ. Δημητρ. Ἕνας βουνὸς σιτάρι Ρόδ.
Ἔχει λοιπὸν δίκιο τὸ Ἱστορικὸν Λεξικὸν τῆς Νέας Ἑλληνικῆς ποὺ παρατηρεῖ γιὰ τὴν σημασία «σωρὸς» τοῦ ν.ἑ. βουνός: «Ἡ σημ. καὶ παρ’ Ἡσυχ. “βουνός• στιβάς, Κύπριοι”». Ἄλλωστε ἡ εἰδικὴ σημασία «σωρὸς» ἐπιβεβαιώνεται τόσο ἀπὸ τὸ τοῦ Ἡσυχίου σωρεύει• βουνίζει, ὅσο καὶ ἀπὸ τὸ παλαιοδιαθηκικὸ βουνίζω (= ἐπισωρεύω), πρβλ. «καί γε παραβάλλοντες παραβαλεῖτε αὐτῇ ἐκ τῶν βεβουνισμένων, καὶ ἄφετε καὶ συλλέξει, καὶ οὐκ ἐπιτιμήσετε αὐτῇ», Ρούθ, 2.16. Μάλιστα, οἱ ἐπίμονες ἀναφορὲς στὸν βουνό, τὸν σωρὸ τοῦ καρποῦ (πρβλ. ἐκ τῶν βεβουνισμένων, βουναρκὰ τοῦ σιταρκοῦ, σιτάριν βουναρωμένον, βουνοὶ καλαμποκιοῦ, ἕνας βουνὸς σιτάρι) ὑποβάλλουν τὴν ἐντύπωση ὅτι καὶ ὁ ὁμηρικὸς «γουνὸς ἀλωῆς» μπορεῖ νὰ μὴν ἀναφέρεται στὸν «λόφο τοῦ καλλιεργημένου ἀγροῦ» ἢ στὸν «καλλιεργημένο λοφώδη ἀγρὸ» ἀλλὰ στὸν σωρὸ τοῦ ἁλωνισμένου καρποῦ, ἐνῷ μιὰ ἰδέα γιὰ τὸν «γουνὸν ἀλωῆς οἰνοπέδοιο» μᾶς δίνει ἐνδεχομένως ὁ καρπαθιακὸς «᾿ουνὸς τὰ σταφύλια».
Ἀνεξαρτήτως πάντως τοῦ ἂν ἰσχύῃ ἡ τελευταία ὑπόθεση, ἡ σύνδεση τῆς λέξης βουνὸς μὲ τὴν ἔννοια τοῦ σωροῦ μᾶς παραπέμπει σὲ μιὰ ἄλλη ἑλληνικὴ λέξη, ἀρχαία καὶ νέα, ἡ ὁποία κατὰ τὴν ἄποψή μας ἀπετέλεσε τὴν ἐτυμολογικὴ καὶ σημασιολογικὴ βάση ἀπὸ τὴν ὁποία ἐπήγασε ἡ λέξη βουνός / βουνό. Πρόκειται γιὰ τὴν λέξη βωμός,τῆς ὁποίας οἱ νεοελληνικοὶ ἐναλλακτικοὶ τύποι καὶ οἱ σημασίες τους δείχνουν ὅτι δὲν εἶναι λόγιας προέλευσης: βωμὸς Μύκ. Πελοπν. (Βούρβουρ. Κόρινθ. Λάλ. Λεῦκτρ. Πλάτσ. Τρίκκ. Τρίπ.) τοπων. Βωμὸς Πελοπν. (Οἰν.) βουμὸς Στερελλ. (Αἰτωλ.)παρων. Βουμὸς Στερελλ. (Ἀράχ.) γωμὸς Πελοπν. (Λάστ. Παιδεμ.) δωμὸς Στερελλ. (Ἀκαρν.). 1) Σωρὸς οἱωνδήποτε πραγμάτων Πελοπν. (Βούρβουρ. Λάλ. Λεῦκτρ. Πλάτσ. Τρίπ.) Στερελλ. (Αἰτωλ.): Βωμὸς ἔγιναν τὰ ροῦχα καὶ δὲν ξέρω πῶς θὰ πλύνωμε Τρίπ. Εἶναι βωμὸς οἱ πατάτες Τρίπ. Πῶς νὰ συγυριστῇ κανεὶς πού ᾿ναι τοῦτος ὁ βωμὸς ᾿ς τὴ μέση; Βούρβουρ. Φτειάσανε ἕνα βωμὸ λιθάρια καὶ τὸν ἀναθεμάτισαν Λεῦκτρ. Πλάτσ. Ἰκεῖ ᾿ς τοὺν πάτου ᾿ς τοὺ χουράφι μ’ ἦταν ἕνας βουμὸς λ΄’θάρια Αἰτωλ. 2) Πᾶν πρᾶγμα ὀγκῶδες Μύκ. Πελοπν. (Κόρινθ. Τρίκκ.): Ἤβαλε τὸ ἔπιπλο ᾿ς τὴ bόρτα κολλιστὰ σὰ βωμὸ Μύκ. || Φρ. Ἔγινε κοτζὰμ βωμὸς Κόρινθ.
Τὸ ΙΛΝΕ ἐτυμολογεῖ τὴν λέξη ἀπὸ «τὸ ἀρχαῖον οὐσ. βωμὸς = ὑψωμένον ἔδαφος, βάθρον, θυσιαστήριον μετὰ βάσεως ἢ βαθμίδων, τύμβος», ἂν καὶ οἱ «νεο»ελληνικὲς ἐνδείξεις παραπέμπουν σὲ ἀκόμα πιὸ πρωτογενεῖς συλλήψεις, τοῦ βωμοῦ ὡς σωροῦ χώματος ἢ πετρῶν, κάτι πού, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, μᾶς ταξιδεύει βαθιὰ μέσα στὸν χρόνο, στὴν ἐποχὴ ποὺ οἱ τύμβοι συνίσταντο στὴν μᾶλλον ἀποτροπαϊκοῦ χαρακτῆρα συσσώρευση χώματος ἢ πετρῶν πάνω στὸ σῶμα τοῦ νεκροῦ (πρβλ. τὴν χαρακτηριστικὴ αἰτωλικὴ φράση ἕνας βουμὸς λ΄’θάρια, ἡ ὁποία ἀντιστοιχεῖ πλήρως πρὸς τὴν σημασία τοῦ παλαιοδιαθηκικοῦ βουνός (= σωρὸς λίθων): «καὶ συνέλεξαν λίθους καὶ ἐποίησαν βουνόν, καὶ ἔφαγον καὶ ἔπιον ἐκεῖ ἐπὶ τοῦ βουνοῦ», Γένεσις, 31.46.1 – 31.46.2).
Ὅπως καὶ νά ᾿χῃ, ἔγινε, φαντάζομαι, ἀντιληπτὴ ἡ ἄποψή μας ὅτι ἡ λέξη
βουνὸς προῆλθε ἐκ τοῦ βωμός, μὲ ἀνομοιωτικὴ τροπὴ β – μ > β – ν, καὶ ὅτι ἀρχικὰ ἐσήμαινε «σωρὸς πετρῶν, χώματος κ.τ.τ.». Γιὰ τὴν ἀνομοίωση πρβλ. τὴν παρατήρηση τοῦ Beekes γιὰ τὰ πλόμος, φλόμος / φλόνος: «ἴσως ἀνομοίωση φ – μ > φ – ν;».Γιὰ τὴν ἐναλλαγὴ ω / ου, πρβλ. τὰ βουνίτης,Ἀ.Π. 6.106δωρ. βωνίτης (= ὁ κάτοικος τῶν βουνῶν, ἐπὶ τοῦ Πανός) Ἡσύχ. Καλλ. Ἀπόσπ. 157, ἀλλὰ καὶ τὰ γῶνος• γουνός | χῶνος• βουνός.
Ἂν γινόταν δεκτὴ ἡ παραπάνω συσχέτιση τοῦ βωμὸς μὲ τὸ βουνός, θὰ μποροῦσε κάποιος νὰ ἀρκεσθῇ στὴν παραδοσιακὴ ἐτυμολόγηση τοῦ βωμὸς ἀπὸ ἰνδοευρωπαϊκὴ ρίζα συγγενῆ πρὸς αὐτὴν τοῦ βαίνω (*gwem-), ὅμως ἡ πολυτυπία βωμός / γωμός / δωμός, συνδυαζόμενη μὲ αὐτὴν τοῦ βουνός / γουνός, γῶνος / χῶνος, παραπέμπει σὲ μιὰ κατὰ τὴν γνώμη μας πρωτοϊνδοευρωπαϊκὴ πολυδιάσπαση, πρβλ. ἀ.ἑ. θωμός (= σωρός), γερμ. Düne(= θίς, ἀμμώδης σωρός), ἀγγλ. down(= λόφος, ἔξαρμα ἐδάφους), κ.ἄ.
Ἰδιαίτερης σημασίας γιὰ τὴν ἐτυμολογικὴ ἀνίχνευση αὐτῆς τῆς πρωτοϊνδοευρωπαϊκῆς πολυδιάσπασης εἶναι κατὰ τὴν γνώμη μας ὁ κυπριακὸς τύπος δόμη (= ξερολιθιά, «λίθινος τοῖχος ἄνευ συγκολλητικῆς ὕλης, ὕψους ἕως ἕνα μέτρον• διὰ τῆς δόμης περιφράσσουσιν ἀμπελῶνας κ.λ.» ). Ὁ Κ. Χατζηϊωάννου, Ἐτυμολογικὸ Λεξικὸ τῆς ὁμιλουμένης Κυπριακῆς διαλέκτου, σ. 62, ἐτυμολογεῖ τὴν λέξη «Ἀπὸ τὸ ἀρχ. δομὴ (= κτίσμα) παργ. τοῦ ἀρχ. ρ. δέμω. Ἀπὸ τὸ δομὴ>δόμη μὲ ἀναβιβασμὸ τοῦ τόνου.».
Χωρὶς νὰ διαφωνοῦμε μὲ τὴν συσχέτιση, θεωροῦμε ὅτι ὁ κυπριακὸς τύπος μᾶς ἀνάγει σὲ πρωτογενεῖς συλλήψεις τοῦ δόμου ὡς πετρῶν τοποθετημένων σωρηδὸν ἡ μιὰ ἐπί τῆς ἄλλης, πρακτικὴ ἀπὸ τὴν ὁποία ἐπήγασε ἡ πιὸ ἐξελιγμένη οἰκοδομικὴ τεχνική, κάτι ποὺ παραπέμπει στὴν σημασία τῶν ἐπίσης νεοελληνικῶν βωμός / γωμός / δωμός. Αὐτονόητο εἶναι ὅτι ἀπὸ τὴν ἔννοια τοῦ δωμοῦ καὶ τῆς δόμης ἐπήγασε ἡ ἔννοια τοῦ ὁμηρικοῦ δώματος (= σπιτιοῦ), ποὺ ἀνάγεται σὲ ΙΕ ρίζα *dem- (= σπίτι), καὶ εἶναι ἐξόχως ἐνδιαφέρον ὅτι ὁ συγγενέστερος πρὸς τὸ δῶμα τύπος ἐντοπίζεται στὸ «Arm. n-stemtun‘house’ <*dōm, gen. tan.» (Beekes, EtymologicalDictionaryofGreek,τ. Ι, σ. 362-3). Ἔχουμε ἐδῶ πρὸ ὀφθαλμῶν ἕνα φαινόμενο παρόμοιο πρὸς τὴν εἰκαζόμενη τροπὴ μ>ν στὰ βωμός > βουνός.
Σ’ αὐτοὺς ποὺ ἑτοιμάζονται νὰ εἰρωνευθοῦν γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ τὴν προσφυγὴ στὶς «νεο»ελληνικὲς μαρτυρίες, ἀπαντοῦμε πὼς εἶναι πιὰ καιρὸς νὰ λάβῃ τέλος ὁ παραλογισμὸς τῆς ἱστορικοσυγκριτικῆς γλωσσολογίας, ἡ ὁποία, ὅταν πρόκηται γιὰ τὴν ἀνασύσταση ἰνδοευρωπαϊκῶν ριζῶν, δὲν ἔχει κανένα ἀπολύτως πρόβλημα νὰ ἀξιοποιῇ μεσαιωνικοὺς ἢ καὶ νεώτερους τύπους τῶν εὐρωπαϊκῶν γλωσσῶν, ἀνάγοντάς τους στὸ ἀπώτατο παρελθὸν τῆς ἰνδοευρωπαϊκῆς, καὶ μόνο ὅταν πρόκηται γιὰ τύπους τῆς μεσαιωνικῆς ἢ νέας ἑλληνικῆς καταλαμβάνεται ἀπὸ μιὰ περίεργη ἐπιστημονικὴ δυστροπία, ποὺ ἀρνεῖται στὴν ἑλληνικὴ τὸ δικαίωμα ποὺ ἔχει γίνει ἀποδεκτὸ γιὰ τὶς ὑπόλοιπες εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες. Γιὰ νὰ ἀναφέρω ἕνα καὶ μόνο χαρακτηριστικὸ παράδειγμα, ὁ Beekes, προκειμένου περὶ τῶν σκινδαλμός, σκινδάλαμος, σχινδαλμός, σχιδαλαμός (= σχίζα ξύλου), ἀποδοκιμάζει τὴν συσχέτιση μὲ τὸ σχίζω, στὴν ὁποία προβαίνει ὁ Frisk, μὲ τὸ ἐπιχείρημα ὅτι τὸ σχίζω ποτὲ δὲν ἐμφανίζει σκ- στὴν θέση τοῦ σχ-. Δηλαδὴ ὅλ’ αὐτὰ τὰ νεοελληνικὰ σκίζα, σκιζάρα, σκιζάρι, σκιζάτος, σκιζάφτης, σκιζοκαυκαλιά, σκιζοκοκιά, σκιζόκολος, σκιζομούσταρη, σκιζομυαλίζω κ.λπ. κ.λπ., καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα, βέβαια, τὸ σκίζω, δὲν μετρᾶνε καθόλου γιὰ τὴν ἱστορικοσυγκριτικὴ ἐπιστήμη;

Βουνός: «Προελληνική»,Δωρική, Αἰολοδωρικὴ ἢ Γραικικὴ λέξη;

Εἴδαμε προηγουμένως ὅτι ἐπιστήμονες ὅπως ὁ Furnée θεωροῦν ὅτι ἡ λέξη βουνὸς ἀνήκει στὸ «προελληνικὸ» λεγόμενο ὑπόστρωμα. Ὁ Beekes, ποὺ κατὰ κανόνα συμφωνεῖ μὲ τὶς προτάσεις τοῦ Furnée, στὴν περίπτωση αὐτή, χωρὶς νὰ ἀποκλείῃ τὸ ἐνδεχόμενο τῆς «προελληνικῆς» καταγωγῆς, ἐκφράζει ὡρισμένες ἐπιφυλάξεις: «Κατὰ τὸν Ἡρόδοτο […] ἡ λέξη εἶναι κυρηναϊκῆς προελεύσεως, στὴν πραγματικότητα ὅμως εἶναι Δωρική (Solmsen […]). Πρόκειται γιὰ μιὰ διαλεκτικὴ λέξη ποὺ ἡ χρήση της ἐξαπλώθηκε κατὰ τὴν ἑλληνιστικὴ ἐποχή…».
Φυσικά, τοὺς ξένους ἐπιστήμονες δὲν τοὺς ἀπασχολεῖ καθόλου ἡ ἑρμηνεία τῆς «ἐξάπλωσης» τῆς χρήσης τοῦ βουνὸς κατὰ τὴν ἑλληνιστικὴ ἐποχή, πολλῷ δὲ μᾶλλον τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ συγκεκριμένη λέξη, μὲ ὅλους τοὺς ἐναλλακτικούς της τύπους, τὰ παράγωγα καὶ τὰ σύνθετα, εἶναι σήμερα πάγκοινη, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ ὄρος ποὺ ἔχει σχεδὸν ἐξαλειφθῆ -πλὴν μεμονωμένων ἐξαιρέσεων- ἀπὸ τὴν συλλογικὴ γλωσσικὴ μνήμη.
Σὲ παλαιότερες ἐποχές, τότε ποὺ ἡ νεαρὴ νεοελληνικὴ γλωσσολογικὴ ἐπιστήμη ἔκανε τὰ πρῶτα της βήματα, προσηλωμένη ὡστόσο στὰ πράγματα κι ὄχι στὰ δόγματα, ἀναμενόμενη θὰ ἦταν μιὰ ἀναγωγὴ τῆς λέξης στὴν Δωρικὴ ἢ τὴν «Αἰολοδωρική», κατὰ τὴν ἄποψη τοῦ πρώτου διδάξαντος Ἀθανάσιου Χριστόπουλου, ὁ ὁποῖος, ἐν ἔτει 1805, στὴν Γραμματικὴ τῆς Αἰολοδορικῆς ἢ τῆς ὁμιλουμένης τωρινῆς τῶν Ἑλλήνων γλόσσας, ὑποστήριζε ὅτι ἡ νεοελληνικὴ καταγόταν ἀπὸ τὶς ἀρχαῖες διαλέκτους Δωρικὴ καὶ Αἰολική, καὶ ὅτι ἔτσι ἐξηγοῦνταν ἡ διαφοροποίησή της ἀπὸ τὴν ἀττικὴ διάλεκτο: «Ἀλλὰ τὶ τάχα νομίζομεν, ὦ Ἕλληνες; ὅτι ὅλοι οἱ παλαιοί μας προπάτορες Ἀττικὰ ἐλαλοῦσαν; ὄχι βέβαια• ἐπειδὴ, ἐκτὸς τῶν Ἀθηναίων, καὶ τῶν ἄλλων ὀλιγωτάτων Ἀττικῶν, οἱ μὲν Λακεδαιμόνιοι, καὶ Πελοποννήσιοι, καὶ Ἠπειρῶται, καὶ Μακεδόνες καὶ Σικελοὶ, καὶ Κρῆτες, καὶ Ῥόδιοι, καὶ οἱ λοιποὶ Δωρικὰ, καὶ Αἰολικὰ, οἱ δ’ Ἕλληνες τῆς μικρῆς Ἀσίας Ἰωνικά. Δὲν εἶναι λοιπὸν παράξενον, ἂν ἡ γλῶσσα μας δὲν ὁμοιάζει τὴν Ἀττικὴν• ἡμεῖς Ἀττικοὶ δὲν εἴμασθεν, ἀλλὰ Δωριεῖς καὶ Αἰολεῖς• καὶ ἑπομένως κ’ ἡ γλῶσσα μας εἶν’ Αἰολοδωρικὴ•» (ὅ.π. σ. 5).
Ὁ Γ. Χατζιδάκις (Μεσαιωνικὰ καὶ Νέα Ἑλληνικά,τ.1, σ. 9) ἀπέρριψε ὅλες αὐτὲς τὶς «αἰολοδωρικὲς» συσχετίσεις μὲ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα ἐκ πρώτης ὄψεως φαντάζουν ὡς ἀπολύτως πειστικὰ καὶ βάσιμα: «Τοὺς Δωρισμοὺς καὶ Αἰολισμοὺς τούτους κατέστησέ μοι ὑπόπτους τάχιστα κατὰ τὴν ἐξέτασιν ἄλλοτε μὲν ἡ παρατήρησις ὅτι φαινόμενα λίαν περιωρισμένα τὸ πάλαι φαίνονται σήμερον καθολικά, καίτοι οὐδαμῶς εἶναι δῆλον πῶς ἠδύναντο νὰ καταστῶσιν οὕτω γενικὰ καὶ πάγκοινα, ἄλλοτε δὲ ἡ παρατήρησις ὅτι οὐδεμία ἐσωτερικὴ καὶ πραγματικὴ σχέσις ὑπάρχει τῶν διαφόρων φαινομένων ἃ παραβάλλονται, ἄλλοτε ὅτι τοπικῶς ἄσχετα, ἄλλοτε φθογγολογικῶς ἀδύνατα ἀπαιτοῦνται κτλ.».
Ἡ λέξη βουνὸ εἶναι ἀδιαμφισβήτητα μία ἀπὸ «τὰς λίαν περιωρισμένας τὸ πάλαι» λέξεις ποὺ «οὐδαμῶς εἶναι δῆλον πῶς ἠδύνατο νὰ καταστῇ οὕτω γενικὴ καὶ πάγκοινος», καὶ ποὺ εἶναι ἱκανή, μόνη αὐτή, νὰ κατεδαφίσῃ τὸ χατζιδάκειο οἰκοδόμημα. Διότι, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν γίνεται κατανοητὸ πῶς τὸ βουνὸ ἐκτόπισε σχεδὸν καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ ὄρος, τὸ γεγονὸς ὅτι πράγματι αὐτὸ συμβαίνει δὲν μπορεῖ νὰ ἀμφισβητηθῇ ἀπὸ κανέναν ὁ ὁποῖος πιστεύει στὰ μάτια του καὶ τ’ αὐτιά του. Καὶ γιὰ νὰ μὴ νομισθῇ ὅτι τὸ βουνὸ εἶναι τὸ μοναδικὸ παράδειγμα, τὸ ἴδιο κατεδαφιστικὲς τῆς θεωρίας τοῦ Χατζιδάκι εἶναι περιπτώσεις λέξεων λίαν περιωρισμένων τὸ πάλαι, παγκοίνων δὲ σήμερα, ποὺ ἔχουν ἐκτοπίσει ἐν μέρει ἢ ἐν ὅλῳ τὰ ἀρχαιοελληνικά τους ἀντίστοιχα, ὅπως ὁμηρ. ψωμός /ν.ἑ. ψωμί (καὶ ὄχι ἄρτος), ὁμηρ. Σκύλλη,ἀττ. Σκύλλα /ν.ἑ. σκύλλα (καὶ ὄχι κύων), ἀ.ἑ. φέγγος / ν.ἑ. φεγγάρι (καὶ ὄχι σελήνη), ἀ.ἑ. ὀψάριον / ν.ἑ. ψάρι (καὶ ὄχι ἰχθύς)κ.ἄ.Χωρὶς νὰ παραγνωρίζουμε τὴν ἐγγύτητα τῆς σήμερα ὁμιλούμενης ἑλληνικῆς περισσότερο μὲ τὴν δωρικὴ ἢ αἰολικὴ διάλεκτο παρὰ μὲ τὴν ἀττική / ἰωνική, ἐν τούτοις θεωροῦμε πολὺ πιθανὸν τὰ στοιχεῖα αὐτὰ νὰ ἀνήκουν σὲ ἕνα ὑπόγειο, ἐκτενές, λανθάνον γραικικό / πρωτοελληνικὸ ὑπόστρωμα .
Καὶ ἐπειδὴ κάποιοι καλοθελητὲς θὰ σπεύσουν νὰ ἀναγορεύσουν συλλήβδην τὸν πρωτοελληνικὸ πληθυσμὸ σὲ λαὸ «ὑπόδουλο» στοὺς φορεῖς τοῦ μυκηναϊκοῦ ἢ καὶ τοῦ ἀττικοῦ πολιτισμοῦ, καλὸ εἶναι νὰ λάβουν ὑπ’ ὄψη τους μιὰ σημαίνουσα γλωσσικὴ ἔνδειξη: ὁ πληθυσμὸς αὐτὸς στὶς περισσότερες τῶν περιπτώσεων διέθετε τοὺς δικούς του κατὰ τόπους ἄρχοντες, οἱ ὁποῖοι ἄκουγαν στὸ ὄνομα «βασιλεύς», ἀφοῦ ἡ λέξη αὐτή, μὲ ὅλα τὰ παράγωγά της, καίτοι θεωρούμενη «προελληνική», εἶναι βαθιὰ ριζωμένη στὸ ἔδαφος τῆς κοινῆς «νεο»ελληνικῆς, τὴν στιγμὴ ποὺ ἡ λέξη «ἄναξ» ἀναβίωσε μόνο μέσῳ τῆς λόγιας παράδοσης. Καὶ δὲν πρέπει, βέβαια, νὰ λησμονοῦμε ὅτι αὐτὸς ποὺ ἡγήθηκε τῶν Ἑλλήνων στὴν νικηφόρα ἐκστρατεία ἐναντίον τῶν Περσῶν, καὶ ποὺ μόνο αὐτοῦ ἡ ζωηρὴ ἀνάμνηση διασώθηκε στὴν λαϊκὴ μνήμη, ἦταν ἕνας βασιλεύς, ὄχι ἄναξ.

Συμπεράσματα

Ἡ συσχέτιση τοῦ μυρίκη μὲ τὰ ἁρμυρίκι / ἁλμυρός, τοῦ βουνὸς μὲ τὰ βουμός / βωμὸς κ.λπ. ἔδειξαν, νομίζω, ὅτι ὡρισμένες, τοὐλάχιστον, ἀπὸ τὶς θεωρούμενες «προελληνικὲς» λέξεις μποροῦν νὰ χαρακτηρισθοῦν πρωτοελληνικὲς καὶ πρωτοϊνδοευρωπαϊκές, ἀρκεῖ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ «προελληνικὴ» φωνητικὴ ποικιλία καὶ πολυτυπία ἔχει τὶς ρίζες της σὲ μιὰ παλαιότατη πολυδιάσπαση, ποὺ κατὰ τὰ φαινόμενα ὑπῆρξε ἐγγενὲς χαρακτηριστικὸ τῆς πρωτοϊνδοευρωπαϊκῆς.
Ἡ πολυδιάσπαση, στὴν περίπτωση τῆς πρωτοελληνικῆς ἐντάθηκε ἀπὸ τὴν ὕπαρξη ἀπὸ παλιὰ ἠχηρῶν καὶ ἀήχων τριβομένων φθόγγων, οἱ ὁποῖοι, ὅπως δείχνουν τὰ δεδομένα τῆς «νέας» ἑλληνικῆς, ἐναλλάσσονται μὲ ἐκπληκτικὴ εὐκολία.
Ἕνας παράγοντας ποὺ ἐπέτεινε τὴν πολυδιάσπαση, ὄχι μόνο τῆς πρωτοελληνικῆς ἀλλὰ καὶ τῆς πρωτοϊνδοευρωπαϊκῆς, φαίνεται νὰ εἶναι οἱ λανθάνουσες μεταθέσεις καὶ ἀντιμεταθέσεις φθόγγων, ποὺ δὲν λαμβάνονται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ὑπ’ ὄψιν ἀπὸ τοὺς «νεογραμματικούς», καὶ ποὺ δὲν μποροῦν βέβαια νὰ ἑρμηνευθοῦν βάσει ἑνὸς στοιχειωδῶς προσδιορίσιμου καὶ διατυπώσιμου νόμου.
Τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ καταχρηστικῶς ὀνομαζόμενη «νέα» ἑλληνικὴ συντηρεῖ, καὶ μάλιστα ὁλοζώντανες, μνῆμες τῆς λεγόμενης «προελληνικῆς», ἤτοι τῆς πρὸ τοῦ 2.000 π.Χ. ὁμιλούμενης σ᾿ αὐτὸν τὸν τόπο γλώσσας, μᾶς ὁδηγεῖ, σχεδὸν ἀπὸ τοῦ αὐτομάτου, στὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ μελέτη ὑπ’ αὐτὸ τὸ πρίσμα τῆς «νέας» ἑλληνικῆς -ἐν ἀντιπαραβολῇ, βέβαια, πάντα πρὸς τὰ δεδομένα τῆς ἀρχαιοελληνικῆς- εἶναι σὲ θέση νὰ αὐξήσῃ θεαματικὰ τὶς γνώσεις μας γιὰ τὴν ἐξακριβωμένα ἀρχαιότερη γλῶσσα τῆς Εὐρώπης -ποὺ ἐνδεχομένως ὑπόκειται τῶν καταγραφῶν τῶν ὀλιγάριθμων πινακίδων τῆς Γραμμικῆς Α- καὶ νὰ ἀναβαθμίσῃ κατακόρυφα τὴν ἀξία καὶ τὴν σημασία τῶν «νεο»ελληνικῶν σπουδῶν.
Ἀναμενόμενη εἶναι μιὰ τελευταία καὶ ὑστερόβουλη αἰτίαση, ὅτι δῆθεν ἡ θεωρία γιὰ διασύνδεση πολλῶν στοιχείων τῆς «νέας» ἑλληνικῆς μὲ τὴν λεγόμενη «προελληνικὴ» προσγράφει τὰ στοιχεῖα αὐτὰ σὲ μιὰ «ξένη» γλῶσσα. Φυσικὰ συμβαίνει τὸ ἐντελῶς ἀντίθετο: οἱ θιασῶτες τῆς νεογραμματικῆς θεωρίας (στοὺς ὁποίους συμπεριλαμβάνονται οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς πιὸ προβεβλημένους γλωσσολόγους τῆς σήμερον) εἶναι αὐτοὶ ποὺ ὑποστηρίζουν τὸν μὴ ἰνδοευρωπαϊκό (καὶ κατὰ συνέπειαν μὴ ἑλληνικό) χαρακτῆρα τῆς λεγόμενης «προελληνικῆς». Καλὸ εἶναι, λοιπόν, νὰ μὴ μιλᾶνε, εἰδικὰ αὐτοί, γιὰ σκοινὶ στὸ σπίτι τοῦ κρεμασμένου.
Ἂν αὐτὰ ποὺ ἐκτέθηκαν παραπάνω ἀποδειχθοῦν ἔστω καὶ ἐν μέρει σωστά, ἀναμενόμενη εἶναι μιὰ ἔκρηξη τῶν ἑλληνικῶν, ἀρχαιοελληνικῶν καὶ νεοελληνικῶν, σπουδῶν ἀνὰ τὴν ὑφήλιο, μιὰ πολιτισμικὴ ἐπανάσταση στὴν ὁποία λογικὸ εἶναι νὰ πρωτοστατήσουν αὐτοὶ στοὺς ὁποίους δόθηκε ἡ σπουδαία καὶ μοναδικὴ αὐτὴ δωρεά.

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου