Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Παρασκευή, 19 Απριλίου 2019

Λυδία Μαργαρώνη : Γυναίκα






Άλλη μια νύχτα, θηλιά τη θηλιά, με συντρόφεψε το σάβανο του Λαέρτη. Σαν εργάτρια της υπομονής, συνεχίζω και σήμερα το πλέξιμο του δόλου που σκαρφίστηκα για να μένω ποθητή γυναίκα, να με λιμπίζονται όλοι αυτοί. Πλάνη μεγάλη νομίζουν ότι πλέκουν γύρω μου. Τον θώκο θέλουν να αρπάξουν στα νύχια τους κι εγώ να παριστάνω τη σύζυγο. Να γεννοβολώ και κείνοι να καμαρώνουν για τη σπορά τους. Σε κανέναν δεν δίνομαι. Μόνο σ΄ εκείνους που έχουν καταλάβει το παιχνίδι μου και έρχονται για τα κάλλη μου, όχι για τον θρόνο. Δεν περιμένω την επιστροφή του συζύγου μου. Μόνο φυλάγω τις τιμές και τις κτήσεις του, προσποιούμενη την στέρηση της ζεστής αγκαλιάς. Αναπαυμένη στον θρόνο του, προτιμώ να θαλασσοπνίγεται παρά να με έχει ξεχάσει ριζωμένος σε άλλη χώρα.



 Ερμία, Εκατομβαίως ισταμένου.

Άλλη μια νύχτα ανήμπορη να αντισταθώ στον ρόλο μου, άφησα να τυλιχτεί γύρω μου, γερή η κλωστή να μου σφίγγει τα σωθικά. Άλλη μια νύχτα,  να γίνομαι εγώ η ίδια πηνίο, να παίρνω και να δίνω νήμα στο σισύφειο πλεκτό μου. Αναλίσκομαι κάθε μέρα υφαίνοντας τον εαυτό μου, με σχέδια επιθυμητά που ορέγονται οι άντρες. Μετά στο κίτρινο φως της κάμαρας ξηλώνω την όψη μου, ώστε να μένω γυμνή, αφημένη στα σεντόνια της κλίνης μου, μήπως κι αστράψει το μάτι του όμορφου Αντίνοου.



 Εκατομβαίως απιόντος.


Απόψε φριχτός εφιάλτης με αλάφιασε. Άνεμος δυνατός, λέει, σηκώνει τα κύματα πάνω από το παράθυρο. Βροντάει το νερό τις πόρτες χωρίς να μπαίνει μέσα. Μου φωνάζει πως ο ξενιτεμένος ήρθε.  Όλο λαχτάρα βγαίνω στην εξώθυρα και τι  να δω. Μια σειρά ξύλινα σκαριά καλοτάξιδα, ολόισια κομμένα στη μέση από γιγάντιο πριόνι. Ακρωτηριασμένα τα είχε αποθέσει το κύμα, σαν τάματα απλωμένα στην εικόνα κάποιου άγνωστου ως τα τώρα θεού. Τρομάζω στη σκέψη, ότι μπορεί να υπάρξει θεός, που να ζητάει τέτοιες θυσίες.



Η φουρτούνα σήμερα ήταν πραγματική και όχι όνειρο. Έφερε έξω από την πόρτα μου κομμάτια ξύλου από τσακισμένα ψαροκάικα. Έτρεξα στον βράχο απάνω, μήπως δω και τα άλλα τα ακρωτηριασμένα του ύπνου μου, από τον χθεσινό εφιάλτη. Τα είδα μακριά στον ορίζοντα του χρόνου, τρεις χιλιετίες μετά. Συντρίμμια κι ανάμεσά τους άνθρωποι να κλείνουν τα μάτια με μαύρα γυαλιά, να φορούν πολύχρωμα πουκάμισα, να παίρνουν από τους αργυραμοιβούς γρήγορα αυτοκίνητα. Η θάλασσα ησύχασε και σάρκασε για το ψέμα που υπερασπίζομαι. Τις αξίες. Τις αξίες που θα παραδώσω στους επόμενους να θυσιάζουν σε μοχθηρούς θεούς. 



Καρνείου νουμηνία.

Ποιος είναι αυτός ο θρασύς που με αναστάτωσε χθες και ξέχασα το σάβανο απείραχτο; Ένας βρωμερός και τρισάθλιος ζητιάνος ήτανε, που τόλμησε να παραβγεί τα αρχοντόπουλα. Τόλμησα κι εγώ να σκεφτώ με πονηριά τρόπους για να τον αποφύγω. Κι όμως. Επιθύμησα κρυφά, να ήταν μεταμφίεση τα γηρατειά και τα σχισμένα του ρούχα. Έστησα την παγίδα μου με το ριζωμένο κρεβάτι κι έπεσα εγώ η ίδια μέσα. Γιατί πράγματι ήταν μεταμφίεση, που έκρυβε εκείνον. Τον ξενιτεμένο άντρα, που κάποτε με καθήλωσε στο σπίτι κι ο ποιητής μου είπε, ότι στο εξής θα μείνω εκεί για να δείχνω, πώς είναι να περιμένεις. 



Λυδία Μαργαρώνη, Μάιος ‘18




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου