|
|
|

ΔΕΝ ΣΕ ΑΓΑΠΩ ΠΙΑ» μοῦ εἶπε καὶ πέταξε τὸ ποτήρι
κάτω στὸ πάτωμα. Δὲν κουνήθηκα ἀπὸ τὴ θέση μου ἀδυνατώντας νὰ καταλάβω
ἂν ἀνέπνεα ἢ ὄχι. Τὰ μάτια μου χαμήλωσαν στὸ πάτωμα ὅπου ἔβλεπα τὰ
γυαλιὰ σκορπισμένα. Εἶχαν σπάσει σὲ τέσσερα κομμάτια, ὅσες καὶ οἱ λέξεις
ποὺ εἶπε ἡ θυμωμένη πληγή της.
Πόσο παράξενο, κάθε κομμάτι τοῦ γυαλιοῦ εἶχε σπάσει
στὸ μέγεθος τῆς λέξης πού μοῦ εἶπε. Καὶ τὸ μεγαλύτερο, τὸ κομμάτι
τοῦ «ἀγαπῶ», εἶχε καταφέρει νὰ φτάσει μπροστά μου σὰν νὰ προσπαθοῦσε
νὰ μὲ καθησυχάσει, λέγοντάς μου ὅτι τὰ πράγματα ἦταν ἀλλιῶς.
Συνέχιζε νὰ μιλάει, νὰ μὲ κατηγορεῖ, νὰ κινεῖ τὰ χεριὰ νευρικά, νὰ
μοῦ ἐξιστορεῖ τὴν ἀπογοήτευση ποὺ ἔνιωθε. Δὲν μποροῦσα νὰ ἀκούσω.

















