Του Κώστα Παπακωνσταντίνου
|
Οι μεγάλες αδιαίρετες εκκλησιαστικές εκτάσεις τραβούν το ενδιαφέρον
επενδυτών.
Όμως, συνήθως πρόκειται για περιοχές πολύ σημαντικές για την άγρια φύση. Υγρά λιβάδια της Λάμιας, κοντά στο Μετόχι, στο Εθνικό Πάρκο Κοτυχίου Στροφιλιάς. |
Το
ζήτημα της «αξιοποίησης» της εκκλησιαστικής περιουσίας έχει ιδιαίτερη σημασία
για την προστασία της άγριας φύσης. Διότι εκτός από καθαρά εμπορική περιουσία
(κτίρια, οικόπεδα εντός σχεδίου κ.λπ.), η εκκλησία διαθέτει και πολλές εκτάσεις
σε φυσική κατάσταση ή με παραδοσιακές χρήσεις γης. Δάση και «δασικές εκτάσεις»,
υγροτοπικές περιοχές (λίμνες, λιμνοθάλασσες, υγρολίβαδα κ.λπ.), «βοσκότοποι»,
παραδοσιακή αγροτική γη και γενικά, δεκάδες χιλιάδες στρέμματα που έχουν αξία
για τη βιοποικιλότητα.
Η
αξία αυτή οφείλεται στο ότι οι περιοχές αυτές κρατήθηκαν μακριά από την
άγρια ανάπτυξη. Επιπλέον, συχνά πρόκειται για μεγάλες εκτάσεις (π.χ.
ιδιοκτησίες που περιήλθαν σε Μονές μετά την τουρκοκρατία) που περιλαμβάνουν
σπάνια δείγματα από ενιαία οικοσυστήματα (π.χ. παράκτια δάση, υγρολίβαδα) τα
οποία, αλλού, υποφέρουν από κατακερματισμό. Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετές
εκκλησιαστικές εκτάσεις περιλαμβάνονται και στο Ευρωπαϊκό δίκτυο των κορυφαίων
για τη φύση περιοχών, το Natura-2000.
Μερικές
από τις κύριες απειλές για τη βιοποικιλότητα είναι η οικοδομική δραστηριότητα,
το οδικό δίκτυο και άλλες μορφές «σφραγίσματος γης» (τσιμεντόστρωση, μπάζωμα,
γκαζόν και οτιδήποτε καλύπτει τη φυσική βλάστηση), η εντατικοποίηση της
γεωργίας αλλά και η εγκατάλειψη της παραδοσιακής γεωργίας και κτηνοτροφίας, οι
αλλαγές στην αλιευτική και δασική διαχείριση και, γενικά, μια δέσμη απειλών υπό
τον τίτλο «αλλαγή χρήσεων γης».
Το
ζητούμενο, λοιπόν, για την άγρια φύση δεν είναι το ποιος κατέχει τη γη αλλά το
να μην αλλάξουν οι χρήσεις γης. Από αυτή την σκοπιά, οι εκκλησιαστικές εκτάσεις
ήσαν, μέχρι σήμερα, μάλλον ασφαλείς από δραματικές αλλαγές.
.jpg)







