11/03/2026
Ἐκεῖ γύρω στὸ «Δεῦτε τελευταῖον ἀσπασμόν», πλησίασα τὸ φέρετρο τῆς φίλης μου, συναδέλφου ἀπὸ τὸ Γυμνάσιο Μαρίας Χ., κι ἡ ματιά μου ἔπεσε στὴν νεανική της φωτογραφία ποὺ εἶχαν στήσει πάνω στὸ ἐβένινο ξύλο. Τί ὄμορφη ποὺ ἦταν ἡ Μαρία μ’ ἐκεῖνο τὸ δειλὸ χαμόγελο καὶ τὰ γκριζογάλανα μάτια, ποὺ φορὲς φορὲς τὰ σκίαζε τὸ φευγαλέο σύννεφο μιᾶς σιωπηλῆς, ἀδιόρατης πίκρας. Μὲ πῆραν τὰ κλάματα ἔτσι ποὺ μάντευα κάτω ἀπὸ τὸ ξύλο τὰ ὡραῖα μάτια θαμπά, τὴν ὀμορφιὰ νὰ μαραίνεται μέσ’ στὴν στενάχωρη κάσα, καὶ ἔσυρα τὰ βήματά μου πρὸς τὴν ἔξοδο.
Σκόρπιες κουβέντες σμιγμένες μ’ ἀναφιλητά: Καλπάζων καρκίνος … στὴν ἀρχὴ στὸ στῆθος, μετάσταση στοὺς σπονδύλους … λοίμωξη τοῦ ἀναπνευστικοῦ … δὲν πρόλαβε νὰ χαρῇ τὴ σύνταξη… κάπνιζε καὶ πολύ, εἶναι ἡ τελευταία ἀπόλαυση ποὺ μοῦ ἔχει μείνει μοῦ εἶπε…
Κάτω ἀπ’ τὸν καυτὸ ἥλιο τοῦ Σεπτεμβρίου, στὸν περίβολο τῆς ἐκκλησίας, ἀναζήτησα κάποιον μ’ ἁμάξι νὰ μὲ πάῃ στὸ νεκροταφεῖο. -Τάσος Ν., μοῦ συστήθηκε, ἕνα εὐγενικὸ παιδὶ μὲ γένεια κι ἀλογοουρά, παλιός της μαθητής… εὐχαριστῶ, Σάββας Σ., παλιός της συνάδελφος…
Τὸ ἁμάξι ἔκαιγε. -Τῆς ὀφείλω πολλά, συνέχισε ὁ Τάσος Ν., μὲ βοήθησε νὰ ἀποκτήσω μιὰ σφαιρικὴ εἰκόνα γιὰ τὴν τέχνη… Δὲν μὲ πολυενθουσίαζε ἡ διαπίστωση πὼς ὅλη κι ὅλη ἡ προσφορὰ ἑνὸς ἐκπαιδευτικοῦ εἶναι νὰ σὲ βοηθήσῃ νὰ ἀποκτήσῃς μιὰ σφαιρικὴ εἰκόνα γιὰ τὴν τέχνη, ἀλλὰ ὑπέθετα πὼς θὰ ὑπῆρχαν κι ἕνα σωρὸ ἄλλα πράγματα ποὺ θὰ τοῦ εἶχε προσφέρει ἡ Μαρία καὶ δὲν τὰ καταλάβαινε ἢ δὲν τό ᾿φερνε ἡ κουβέντα νὰ τὰ πῇ. «Πάντα χαμογελαστή», συμπλήρωσε. Νά, λοιπόν, καὶ κάτι ἄλλο, λιγώτερο σφαιρικό, γιὰ τὸ ὁποῖο ἀξίζει νὰ σὲ θυμοῦνται. Δὲν περίμενα νὰ μνημόνευε καὶ τὴν ἀδιόρατη πίκρα πίσω ἀπ’ τὸ δειλὸ χαμόγελο, ἂς μὴ ζητᾶμε τὶς λεπτὲς ἀποχρώσεις τοῦ ἀνεπαίσθητου.
Κόσμος πολὺς γύρω ἀπ’ τὸν τάφο, κάτω ἀπὸ τὸν καυτὸ ἥλιο τοῦ γυμνοῦ τοπίου. Τὴν ἀποχαιρέτησα μὲ τρία κόκκινα τριαντάφυλλα ποὺ εἶχα ἀγοράσει ἀπὸ τὸ ἀνθοπωλεῖο τῆς εἰσόδου, ὅπου πληροφορήθηκα καὶ τὶς συντεταγμένες τοῦ τάφου: Τομέας 82, 2, σειρὰ 16η… Ἄραγε μ’ ἔβλεπε ἡ ψυχούλα της, ἔτσι ποὺ περπατοῦσα βουρκωμένος, μαζὶ μὲ ἄλλους βουρκωμένους, στὸν δρόμο πρὸς τὸ ἁμάξι;
Ὁ εὐγενικὸς Τάσος Ν. κάλεσε καὶ δυὸ μαθήτριες τοῦ σχολείου, νὰ τὶς μεταφέρῃ πίσω στὸ καφενεῖο, ὅπου θὰ παίρναμε τὸν παραδοσιακὸ καφέ. Τὰ δεκαπεντάρικα τιτίβιζαν ἀνέμελα: «Τὴ θυμᾶσαι τὴ Χ., πὼ πὼ φασαρία ποὺ τῆς κάναμε!» «Ἀφοῦ ἐγὼ τὴ λυπόμουνα τὴν καημένη!» «Ἐγὼ τῆς ὀφείλω πολλά, ἐπανέλαβε ὁ Τάσος Ν., μὲ βοήθησε νὰ ἀποκτήσω μιὰ σφαιρικὴ εἰκόνα γιὰ τὴν τέχνη…» «Ναί, ναί, μᾶς εἶχε βοηθήσει καὶ στὴν ὀργάνωση τῆς γιορτῆς τοῦ Πολυτεχνείου… Ὅμως τί φασαρία! Ἀλλὰ δὲ μίλαγε ἡ καημένη…» «Τοὐλάχιστον μετανιώσατε τώρα;…» παρενέβην ἐγώ, μ’ ἕναν κόμπο στὴν φωνή. Ἀπόλυτη σιωπή. Τὰ δεκαπεντάρικα ἔπιασαν τὴν μομφή. «Ὄχι σὰν τὴν ἄλλη τὴν Τ., ποὺ ὅλο μᾶς φώναζε…» «Δὲν ἔχετε δίκιο, ἡ Τ. εἶναι σπουδαία καθηγήτρια…», ἀντέτεινε ὁ Τάσος. «Στὴν Τ. κάνατε φασαρία;» ἐπέμεινα ἐγώ, σίγουρος πὼς ἐκεῖ θὰ καθόντουσαν Παναγίες. «Δὲν τὴν εἴχαμε…», ξέφυγαν τὰ πανοῦργα δεκαπεντάρικα, κι ἔλεγαν βέβαια τὴν μισὴ ἀλήθεια.
Χάθηκα στὶς σκέψεις μου μέσ’ στὸ ἁμάξι ποὺ ἔβραζε ἀπὸ τὴν κάψα: Μπορεῖ νὰ ἐρχόταν κι ἀπὸ ᾿κεῖ ἡ ὑποδόρια πίκρα πίσω ἀπ’ τὸ δειλὸ χαμόγελο; Νὰ ὑποψιάζονταν τάχα τὰ μικρὰ δεκαπεντάρικα καὶ τὰ ἀνώριμα συνομήλικά τους πὼς εἶχαν βάλει κι αὐτὰ τὸ χεράκι τους στὸν καλπάζοντα καρκίνο; Γιατὶ πόσο μπορεῖ νὰ ἀντέξῃ μιὰ εὐαίσθητη, καλλιεργημένη ψυχή, καὶ μάλιστα μιὰ ψυχὴ ποὺ φλέγεται ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία νὰ προσφέρῃ, καὶ ποὺ νιώθει πὼς ἀξίζει μιὰ καλύτερη τύχη, νὰ βλέπῃ ἐπὶ τριάντα χρόνια τὴν αὐτοεκτίμησή της καταποντισμένη στὰ τάρταρα, καὶ τὴν ἀξιοπρέπειά της νὰ ποδοπατιέται καθημερινὰ ἀπὸ ἀνάγωγα, ναρκισσευόμενα μικρὰ θηρία; Στὴν σταδιοδρομία μου ὡς ἐκπαιδευτικοῦ, συνάντησα ἀρκετὲς φορὲς τέτοιες καλλιεργημένες, εὐαίσθητες, βασανισμένες ψυχὲς ποὺ ἔπεσαν θύματα τῆς «ἀντιαυταρχικῆς» παραφροσύνης τοῦ συνθήματος «ἀπαγορεύεται τὸ ἀπαγορεύεται». Κάπως ἔτσι φτάσαμε ἀπὸ τὴν ἀπαράδεκτη βαρβαρότητα τοῦ παλαιοῦ συστήματος ποὺ ἔλυνε τὰ περισσότερα προβλήματα μὲ τὸν ξυλοδαρμό, στὸν ἀνθρωποφάγο «ἀντιαυταρχισμὸ» τοῦ νέου, ποὺ καμώνεται πὼς ὁ ἄνθρωπος εἶναι φύσει ἀγαθός, ὅπως ἔλεγε καλὴ ὥρα ὁ Ρουσσώ, καὶ πὼς γιὰ ὅλα φταίει ἡ στρεβλὴ ἐπίδραση ἐξωτερικῶν ἀποκλειστικὰ παραγόντων. Μιλιὰ γιὰ τὴν φυσικὴ ἀνθρώπινη ἰδιοτέλεια, γιὰ τὴν ἐγγενῆ ἐπιθετικότητα, στὴν ὁποία πρέπει ἐπὶ τέλους νὰ μποῦν κάποια ὅρια, γιὰ τὴν ὑπαρκτὴ «ἐνόρμηση τοῦ θανάτου» ποὺ ὠθεῖ μερικὰ ἀνάγωγα θηριάκια νὰ τσακίζουν τὶς ψυχές (ἐνίοτε καὶ τὶς καμποῦρες) τῶν μεγάλων ἢ νὰ ἀλληλοτσακίζωνται στὸ ξύλο. Πῶς καὶ πότε θὰ βρεθῇ ἡ χρυσὴ τομὴ ἀνάμεσα στὴν αὐστηρότητα καὶ τὴν ἀγάπη;
Βγαίνω ἀπ’ τὸ καυτὸ ἁμάξι λουσμένος στὸν ἱδρῶτα καὶ ἀποχαιρετῶ τοὺς πάντες μὲ μόλις ἀποκρυπτόμενη πικρία: Γειά σας καημένα μου παιδιά… Γειά σου καημένη μου Μαρία…
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: ©Winslow Homer, Τhe country school. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου έβδομου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου