Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Σάββατο, 29 Μαΐου 2021

Θο­δω­ρῆς Δη­μη­τρα­κό­που­λος (συντάκτης) : Ἐ­θνι­κὴ ἑ­ορ­τή

 




ΣΗΜΕΡΑ τί γι­ορ­τά­ζου­με;

— Ποὺ φύ­γα­νε οἱ Τοῦρ­κοι.

— Τοὺς Τούρ­κους ποι­ός τοὺς ἔ­δι­ω­ξε;

— Ξέ­ρω ‘γώ, οἱ Ἀ­με­ρι­κά­νοι.

— Οἱ Ἕλ­λη­νες τί κά­να­νε;

— Ἦ­ταν κι αὐ­τοὶ στὸ κόλ­πο.

— Ξέ­ρεις μιὰ μά­χη, νὰ μᾶς πεῖς;

— Αὐ­τὴ στὸ Μα­ρα­θώ­να.

— Αὐτὸ τὸ λὲς μὲ σι­γου­ριά;

— Φί­λε, πά­ω γιὰ ΑΣΟΕΕ, δὲν ἀ­σχο­λοῦ­μαι μὲ αὐ­τά.

* * *

ΣΗΜΕΡΑ τί γι­ορ­τά­ζου­με;

— Τὸ ΟΧΙ πρὸς τοὺς Γερ­μα­νούς.

— Καὶ ποι­ός εἶ­πε τὸ ΟΧΙ;

— Ὁ Λε­ω­νί­δας στὰ στε­νά… ὄ­χι, ὄ­χι, ἕ­νας Με­τα­ξᾶς.

— Κι οἱ Γερ­μα­νοὶ ποι­όν εἴ­χα­νε γι’ ἀρ­χη­γό τους τό­τε;

— Ξέ­ρω κι ἐ­γώ, ἕ­ναν μουρ­λὸ πού ‘χε ἕ­να μου­στά­κι.

— Τὸν Χί­τλερ μή­πως ἐν­νο­εῖς;

— Ναί, ναί, ἐ­κεῖ­νον τὸ μουρ­λό, πού ‘χε κι ἕ­να λυ­κό­σκυ­λο.

* * *

ΞΕΡΕΙΣ τὸν Κο­λο­κο­τρώ­νη;

— Ἦταν ἕ­νας στρα­τη­γός.

— Ποῦ πο­λέ­μη­σε αὐ­τός;

— Τώ­ρα… ἦ­ταν στὸν ἐμ­φύ­λιο, βό­ρει­οι καὶ νό­τιοι.

— Μὲ ποι­ούς ἤ­τα­νε αὐ­τός;

— Μᾶλ­λον μὲ τοὺς νό­τιους, ἀ­π’ τὴν Πε­λο­πόν­νη­σο.

* * *

ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕΣ νὰ μᾶς πεῖς τρεῖς ἥ­ρω­ες τῆς Ἐ­πα­νά­στα­σης;

— Πα­πα­φλέσ­σας, ὁ Πα­πα­μι­χα­ήλ, ἡ Μαν­τὼ ἡ Μαυ­ρο­γέ­νους, ποὺ τὴν ἔ­κα­νε ἡ Κα­ρέ­ζη καὶ ὁ Πρέ­κας ποὺ κρυ­βό­ταν μέ­σα σ’ ἕ­να ὀ­χυ­ρό.

— Ξέ­ρεις πό­τε ζή­σα­νε;

— Τὸ ’60, τὸ ’70, κά­που ἐ­κεῖ.

* * *

ΤΙ ‘ΤΑΝΕ ἡ Φι­λι­κὴ Ἐ­ται­ρί­α;

— Ξέ­ρω ‘γώ, κα­μιὰ ΜΚΟ;

— Ἐ­γώ ἐ­σέ­να­νε ρω­τῶ.

— Γιὰ τοὺς πρό­σφυ­γες, ΜΚΟ.

— Μή­πως ξέ­ρεις τοὺς ἱ­δρυ­τές της;

— Ὄχι, αὐ­τὰ δὲν τὰ μπο­ρῶ, εἶ­μαι καὶ ἀ­πὸ τὴ Λέ­σβο, αἷ­μα φτύ­σα­με ἐ­κεῖ, μα­ζευ­τῆ­καν ὅ­λοι οἱ γύ­φτοι, κι ἅ­μα ἀ­κού­ω ΜΚΟ, στὸ λε­πτὸ μοῦ τὴ βα­ρᾶ.

* * *

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ τοῦ Ἐ­θνι­κοῦ Ὕ­μνου.

— Δὲν τὰ ξέ­ρω ἐ­γὼ αὐ­τά.

— Ἔ, δο­κί­μα­σε στὴν τύ­χη.

— Ξέ­ρω ‘γώ, ὁ Πα­λα­μᾶς;

— Ἀ­παν­τᾶς ἢ μὲ ρω­τᾶς;

— Ἐν­τά­ξει κλεί­νω, Πα­λα­μᾶς. Λά­θος;

— Λά­θος, εἶ­ναι ὁ Σο­λω­μός.

— Δὲν τὸν ἤ­ξε­ρα αὐ­τόν.

* * *

— ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ τοῦ Ἐ­θνι­κοῦ Ὕ­μνου.

— Ὁ Δι­ο­νύ­σιος Σο­λω­μός.

— Ἄτσα, μὲ τὴν πρώ­τη ὁ παί­κτης!

— Τά ‘χα μὲ ζα­κυν­θι­νιὰ καὶ μοῦ τά ‘μα­θε αὐ­τά.

— Τά ‘χε­τε ἀ­κό­μα οἱ δυ­ό σας;

— Μπά, χω­ρί­σα­με και­ρό.

— Σοῦ ‘μεῖ­νε ὁ Σο­λω­μός.

* * *

ΠΩΣ ΑΡΧΙΖΕΙ ὁ Ἐ­θνι­κὸς Ὕ­μνος;

— ΘΡΥΛΕ ΤΩΝ ΓΗ­ΠΕ­ΔΩΝ Ο­ΛΥ­ΜΠΙ­Α­ΚΕ ΔΑΦΝΟ­ΣΤΕ­ΦΑ­ΝΩ­ΜΕ­ΝΕ ΜΕ­ΓΑ­ΛΕ ΚΑΙ ΤΡΑ­ΝΕ…

— Γαῦρος;

— Ὣς τὸ κόκ­κα­λο, γιὰ τὴ χώ­ρα δὲν μὲ νοιά­ζει, γιὰ τὸν Ὀ­λυμ­πια­κὸ πε­θαί­νω, κι ἀ­π’ τὸν Πρό­ε­δρο μα­κριά, νὰ μὴ λέ­νε τί­πο­τα.

[Σημείωση Τ. Σ.: Ἀ­πο­σπά­σμα­τα συ­νεν­τεύ­ξε­ων ποὺ πῆ­ραν ἀ­πὸ ἐ­φή­βους στὸ κέν­τρο τῆς Ἀ­θή­νας, με­τα­πτυ­χια­κοὶ φοι­τη­τὲς τοῦ Τμή­μα­τος Ἱ­στο­ρί­ας τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ ΕΚΠΑ.]

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ 

Θο­δω­ρῆς Δη­μη­τρα­κό­που­λος (1982). Σπού­δα­σε Νο­μι­κά. Δημοσίευσε τὴν ποιητικὴ συλλογὴ Κουκούλα Ἀραχνοΰφαντη (Πλανόδιον, 2011).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου