Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Πέμπτη, 20 Μαΐου 2021

Δι­ώ­νη Ἰ­ω­άν­νου : Βα­σι­λι­κή

 




EΙΧΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ τῆς μη­τέ­ρας του. Βέ­βαι­α, σὲ κα­μί­α πε­ρί­πτω­ση δὲ φαν­τα­ζό­ταν ὅ­τι θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἔ­χει καὶ τὸ ἴ­διο τέ­λος. Ἐ­ξάλ­λου, ὁ πα­τέ­ρας του ἦ­ταν ἄ­γριος, ἄ­ξε­στος καὶ σκλη­ρός, καὶ τῆς συμ­πε­ρι­φε­ρό­ταν μὲ βι­αι­ό­τη­τα. Σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ αὐ­τόν, ἀ­φοῦ θε­ω­ροῦ­σε τὸν ἑ­αυ­τὸ του πρά­ο, ἤ­ρε­μο κι εὐ­γε­νι­κό.

        Εἶ­χε καὶ τὴν ὀ­μορ­φιὰ μιᾶς συμ­φοι­τή­τριάς του, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἦ­ταν τσιμ­πη­μέ­νος τὰ πρῶ­τα χρό­νια τῶν σπου­δῶν του. Ἴ­σως νὰ ἦ­ταν καὶ ὀ­μορ­φό­τε­ρη, ἔ­τσι «ξαν­θιὰ σὰν τὸ κου­κλά­κι», ὅ­πως ἔ­λε­γε καὶ τὸ τρα­γού­δι. Πάν­τως, ὡς πρὸς τὸ χα­ρα­κτή­ρα, ἦ­ταν πο­λὺ κα­λύ­τε­ρη. Οὔ­τε τὸν ἐ­γω­ϊ­σμὸ τῆς Μί­νας —ἔ­τσι ἔ­λε­γαν τὴν ὄ­μορ­φη συμ­φοι­τή­τριά του— οὔ­τε τὴ σκλη­ρό­τη­τά της εἶ­χε. Ἕ­να γε­λα­στό, γλυ­κὸ κο­ρί­τσι, μὲ τρυ­φε­ροὺς τρό­πους καὶ ἀρ­κε­τὸ χι­οῦ­μορ ὅ­πο­τε χρει­α­ζό­ταν.

        Ἁ­πλῶς κά­ποι­ες φο­ρὲς δὲν τὸν ἄ­φη­νε νὰ μι­λά­ει χω­ρὶς νὰ τὸν δι­α­κό­πτει. Τὸν στα­μα­τοῦ­σε, συ­νή­θως σκουν­τών­τας τον ἀ­πό­το­μα, ἢ  μὲ ἕ­να ἐ­κνευ­ρι­στι­κὸ χα­μό­γε­λο στὸ γλυ­κὸ πρό­σω­πό της, γιὰ νὰ ρω­τή­σει κά­τι ἄ­σχε­το ἢ νὰ προ­σθέ­σει κά­ποι­ο δι­κό της σχό­λιο, ἔ­τσι αὐ­θόρ­μη­τα. Ἦ­ταν ὕ­στε­ρα καὶ ἡ  ἰ­σχυ­ρο­γνω­μο­σύ­νη της, τὸ ἔν­το­νο πεῖ­σμα της καὶ τὸ ὅ­τι τὸ τρα­βοῦ­σε μέ­χρι τὸ τέ­λος ὅ­ταν ἀ­πο­φά­σι­ζε νὰ κά­νει κά­τι. Ἔ­τσι, ὅ­πως τό­τε. Πρὶν ἀ­πὸ δέ­κα χρό­νια.

       

Πα­ρα­μο­νὲς Πρω­το­χρο­νιᾶς, κι εἶ­χαν τσα­κω­θεῖ ἄ­σχη­μα. Ὁ κα­βγὰς ξε­κί­νη­σε ἀ­πὸ μί­α ἁ­πλὴ δι­α­φω­νί­α σχε­τι­κὰ μὲ τὸ πρω­το­χρο­νι­ά­τι­κο τρα­πέ­ζι. Ἐ­κεί­νη ἤ­θε­λε νὰ προ­σκα­λέ­σει με­ρι­κοὺς συγ­γε­νεῖς της. Ἐ­κεῖ­νος ἦ­ταν ἀν­τί­θε­τος. Προ­τι­μοῦ­σε νὰ πε­ρά­σουν ἤ­ρε­μα, ἥ­συ­χα, μο­νά­χοι τους ὅ­πως πάν­τα. Ἐ­κεί­νη, ὕ­στε­ρα ἄρ­χι­σε νὰ δι­α­μαρ­τύ­ρε­ται σχε­τι­κὰ μὲ τὶς πα­ρα­ξε­νι­ές του, τὴν ἀ­κα­τα­στα­σί­α του, καὶ τὴν ἀν­τι­κοι­νω­νι­κό­τη­τά του. Ἔ­νι­ω­θε ὅ­τι δὲν τὴν κα­τα­λά­βαι­νε, ὅ­τι δὲν ἔμ­παι­νε πο­τὲ στὴ θέ­ση της.

         Πα­ρέ­μει­ναν γιὰ ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα τσα­κω­μέ­νοι κι ἀ­μί­λη­τοι. Ὥ­σπου, ἀρ­γὰ τὸ ἀ­πό­γευ­μα γιὰ νὰ τὴν κα­λο­πιά­σει, τῆς σερ­βί­ρι­σε ὁ ἴ­διος τὸν κα­φέ της, μα­ζὶ μὲ κέ­ϊκ φτι­αγ­μέ­νο μὲ κομ­μά­τια λευ­κῆς σο­κο­λά­τας. Τὸ εἶ­χε πα­ραγ­γεί­λει αὐ­τός, για­τὶ ἤ­ξε­ρε πὼς τῆς ἄ­ρε­σε, ἦ­ταν τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο της, ἀλ­λὰ καὶ γιὰ νὰ γλυ­κά­νει τὸν θυ­μό της.

        Κά­θι­σε ἀ­πέ­ναν­τί της. Ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸν κα­να­πὲ μὲ τὰ βε­λού­δι­να, κα­πι­το­νὲ κα­λύμ­μα­τα καὶ τὰ πό­δια ἀ­πὸ μα­σὶφ ξύ­λο βε­λα­νι­διᾶς. Τοῦ φά­νη­κε κά­πως πα­ρά­ξε­νη. Ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νη κι ἀ­νήμ­πο­ρη. Δὲν ἦ­ταν μό­νο ἀ­πὸ τὸ θυ­μό, σκέ­φτη­κε.

        «Πῆ­ρα ὅ­λα τὰ χά­πια», μουρ­μού­ρι­σε, κι ὕ­στε­ρα ἄρ­χι­σε νὰ ξερ­νά­ει. Κα­λύ­τε­ρα, ἔ­λε­γε ἀ­πὸ μέ­σα του, ἀ­φοῦ τὰ ξερ­νά­ει μπο­ρεῖ καὶ νὰ γλι­τώ­σει.

        Δὲ γλί­τω­σε. Ὅ­πως καὶ ἡ μά­να του. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ἕ­ναν ἄ­γριο ξυ­λο­δαρ­μό, ἕ­να βρά­δυ ποὺ ὁ πα­τέ­ρας ἐ­πέ­στρε­ψε με­θυ­σμέ­νος, κοι­μή­θη­κε στὴν ἀ­πο­θή­κη τοῦ σπι­τιοῦ, ἀ­φοῦ κα­τά­πι­ε κά­ποι­ες ἐ­πι­κίν­δυ­νες οὐ­σί­ες. Πο­τὲ του δὲν ἔ­μα­θε μὲ ἀ­κρί­βεια. Δὲν τοῦ τὰ μαρ­τύ­ρη­σαν ὅ­λα λε­πτο­με­ρῶς, για­τί ἦ­ταν μι­κρός. Ὅ­ταν με­γά­λω­σε, δὲ θέ­λη­σε νὰ ἐ­ρευ­νή­σει τὸ θέ­μα. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ πλη­γω­θεῖ ἢ νὰ ὑ­πο­φέ­ρει πε­ρισ­σό­τε­ρο.

        Τώ­ρα, κά­θε­ται μό­νος, μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ στρω­μέ­νο τρα­πέ­ζι. Τὸ δι­κό του πρω­το­χρο­νι­ά­τι­κο τρα­πέ­ζι καὶ ἐ­τού­τη τὴ χρο­νιὰ στο­λι­σμέ­νο καὶ γε­μά­το μὲ φα­γη­τὰ καὶ γλυ­κά. Ἔ­χει βά­λει καὶ τὸ σερ­βί­τσιο τῆς κα­θε­μιᾶς. Δί­πλα του τῆς μη­τέ­ρας του κι ἀ­πέ­ναν­τί του ἐ­κεί­νης.

        Θὰ ρου­φά­ει ἀρ­γὰ ἀρ­γὰ-τὸ κρα­σά­κι του, θὰ μα­σά­ει δυ­ὸ τρεῖς μπου­κι­ὲς ἀ­πὸ τὰ ἐ­κλε­κτὰ ἐ­δέ­σμα­τα καὶ θὰ μι­λά­ει στὶς δυ­ὸ γυ­ναῖ­κες. Θὰ κά­νει λό­γο γιὰ τὰ πιὸ ση­μαν­τι­κὰ πε­ρι­στα­τι­κὰ ἢ γε­γο­νό­τα τῆς χρο­νιᾶς ποὺ πέ­ρα­σε. Ἕ­νας ἀ­πο­λο­γι­σμός, ἐ­τή­σιος. Τί­πο­τα δὲν πρό­κει­ται νὰ τοὺς κρύ­ψει. Ἀ­φοῦ τε­λει­ώ­σει μὲ τὰ σχε­τι­κά τῆς δου­λειᾶς, θὰ τοὺς ἀ­πο­κα­λύ­ψει ἀ­κό­μη καὶ τὶς πιὸ κρυ­φές του σκέ­ψεις ἢ ἐ­πι­θυ­μί­ες. Για­τί οἱ ἄν­θρω­ποι πρέ­πει νὰ τὰ λέ­νε ὅ­λα, νὰ ἔ­χουν με­τα­ξύ τους ἐμ­πι­στο­σύ­νη, νὰ τὴν ἐμ­πνέ­ουν, καὶ κυ­ρί­ως νὰ τὴν ἐκ­φρά­ζουν.

        — Πῶς τὸ εἶ­πε, ρὲ Βα­σι­λι­κή, ὁ Σε­φέ­ρης, ὅ­τι ὅ­λα τὰ δει­νά μας, τὶς συ­φο­ρές μας, τὶς χρω­στᾶ­με στὴ στέ­ρη­ση ἐμ­πι­στο­σύ­νης;

        Δὲ θὰ πε­ρι­μέ­νει νὰ τοῦ ἐ­ξη­γή­σουν ἢ νὰ προ­σθέ­σουν κά­τι σχε­τι­κό, ἢ ἀ­κό­μη καὶ μιὰ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ ἄ­πο­ψη. Μό­νο κά­ποι­α στιγ­μὴ θὰ εὐ­χη­θεῖ «κα­λὴ χρο­νιά, Βα­σι­λι­κή», πά­λι χω­ρὶς νὰ πά­ρει ἀ­πάν­τη­ση. Ἀ­φοῦ οἱ ἴ­σκιοι δὲ μι­λοῦν… Ὕ­στε­ρα, ὑ­πάρ­χει καὶ ἡ πι­θα­νό­τη­τα νὰ μπερ­δευ­τοῦν, ἔ­τσι ποὺ φέ­ρουν καὶ οἱ δυ­ό τους τὸ ὄ­νο­μα Βα­σι­λι­κή…


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ

Δι­ώ­νη Ἰ­ω­άν­νου (1973). Ἀ­πο­φοί­τη­σε ἀ­πὸ τὴ Φι­λο­σο­φι­κή του ΕΚΠΑ καὶ τοῦ ΑΠΘ. Ὁ­λο­κλή­ρω­σε τὶς με­τα­πτυ­χια­κές της σπου­δὲς στὸ Παν. Ἰ­ω­αν­νί­νων. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴ δευτεροβάθμια ἐκπαίδευση ὡς φι­λό­λο­γος. Ἐ­πι­στη­μο­νι­κές της ἐρ­γα­σί­ες ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ πρα­κτι­κὰ συ­νε­δρί­ων, ἐ­νῶ λο­γο­τε­χνι­κά της κεί­με­να σὲ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.

Εἰκόνα: Πίνακας τοῦ Riamond Staprans (Ρίγα, Λιθουανία, 1926).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου