Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Σάββατο, 15 Μαΐου 2021

Βα­σί­λης Χου­λια­ρᾶς : Ἕ­να πε­ρί­ερ­γο ὄ­νει­ρο

 




ΕΠΕΣΕ ΝΑ ΚΟΙΜΗΘΕΙ καὶ εἶ­δε ἕ­να πε­ρί­ερ­γο ὄ­νει­ρο. Εἶ­δε ὅ­τι ἀρ­γὰ τὴ νύ­χτα ση­κώ­θη­κε ἀ­πὸ τὸ δι­πλὸ κρε­βά­τι ὅ­που κοι­μό­ταν καὶ τρά­βη­ξε πρὸς τὸ ντου­λά­πι ὅ­που ἀ­πο­βρα­δὶς εἶ­χε λέ­ει κρύ­ψει ἕ­να τσε­κού­ρι. Ἔ­σκυ­ψε καὶ τὸ πῆ­ρε στὰ χέ­ρια καὶ ἄρ­χι­σε νὰ χα­ϊ­δεύ­ει τὴν κό­ψη τῆς λε­πί­δας.

        Ὅ­λοι ἔ­λε­γαν ὅ­τι ἦ­ταν ὁ πιὸ κα­λο­συ­νά­τος ἄν­θρω­πος τοῦ κό­σμου, καὶ δὲν ἔ­πε­φταν ἔ­ξω. Πο­τέ του δὲν εἶ­χε πει­ρά­ξει οὔ­τε μύ­γα. Ἀ­πὸ γεν­νη­σι­μιοῦ του ἤ­πι­ων τό­νων, προ­σπα­θοῦ­σε πάν­τα νὰ κι­νεῖ­ται ἐν­τὸς ὁ­ρί­ων καὶ νὰ μὴν προ­κα­λεῖ μὲ τὴ συμ­πε­ρι­φο­ρά του. Πάν­τα συ­νε­πὴς στὶς ὑ­πο­χρε­ώ­σεις του, πρῶ­τα στὸ σχο­λεῖ­ο, με­τὰ στὴ σχο­λή, στὸ στρα­τὸ καὶ τώ­ρα στὴ δη­μό­σια ὑ­πη­ρε­σί­α ὅ­που δού­λευ­ε. Καὶ ἀ­πὸ τό­τε ποὺ παν­τρεύ­τη­κε, ὄ­χι πὼς πρὶν ἔ­κα­νε κα­μιὰ ἄ­σω­τη ζω­ή, ἀ­πὸ τὸ σπί­τι στὴ δου­λειὰ καὶ ἀ­πὸ τὴ δου­λειὰ στὸ σπί­τι. Μὲ λί­γα λό­για, πρό­τυ­πο πο­λί­τη καὶ κα­λοῦ οἰ­κο­γε­νειά­ρχη.

       Στὸ δι­πλὸ κοι­μό­ταν ἀ­κό­μα ἡ ἀ­πὸ δε­κα­ε­τί­ας γυ­ναί­κα του. Ἡ γυ­ναί­κα του, ποὺ ὑ­πε­ρα­γα­ποῦ­σε καὶ τῆς ἔ­κα­νε ὅ­λα τα χα­τί­ρια ἀ­γόγ­γυ­στα. Ὅ­μως τώ­ρα ἦ­ταν βρά­δυ, ὀ­νει­ρευ­ό­ταν καὶ ἔ­νι­ω­θε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἐ­λεύ­θε­ρος ἀ­πὸ κά­θε εἴ­δους συμ­βά­σεις. Μπο­ροῦ­σε νὰ κά­νει ὅ,τι ἤ­θε­λε. Πράγ­μα­τα ποὺ ἄλ­λω­στε δὲ θὰ εἶ­χαν κα­μί­α οὐ­σι­α­στι­κὴ συ­νέ­πεια, μιᾶς καὶ τὸ πρω­ὶ θὰ ἦ­ταν ὅ­λα στὴ θέ­ση τους.

       Ἔ­τυ­χε λοι­πὸν νὰ κρα­τᾶ ἕ­να τσε­κού­ρι καὶ δί­πλα νὰ εἶ­ναι ἐ­κεί­νη. Ἔ­τσι, χω­ρὶς νὰ τὸ πο­λυ­σκε­φτεῖ, σή­κω­σε τὸ τσε­κού­ρι ψη­λὰ καὶ τὸ κα­τέ­βα­σε στῆς γυ­ναί­κας τὸ σῶ­μα. Τὸ θέ­α­μα ὁ­μο­λο­γου­μέ­νως ἦ­ταν ἀ­να­τρι­χι­α­στι­κό, μὰ ὁ ἄν­θρω­πός μας πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐν­τυ­πω­σι­ά­στη­κε ἀ­πὸ τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς πρά­ξης του πα­ρὰ τρό­μα­ξε.

      

Δὲν ἔ­μει­νε νὰ κοι­τά­ζει τὸ ἔρ­γο του. Γρή­γο­ρα ἄ­φη­σε τὸ χά­ος τῆς κρε­βα­το­κά­μα­ρας καὶ τρά­βη­ξε πρὸς τὸ σα­λό­νι σκε­πτό­με­νος ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ τη­λε­φω­νή­σει στὴν ἀ­στυ­νο­μί­α καὶ νὰ δη­λώ­σει τὸ «φό­νο ποὺ δι­έ­πρα­ξε», ὅ­πως ἀν­τί­στοι­χα θὰ ἔ­κα­νε σὲ πα­ρό­μοι­α πε­ρί­πτω­ση ἂν ἦ­ταν ξύ­πνιος, μιᾶς καί, πα­ρό­λο ποὺ κοι­μό­ταν, πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα πα­ρέ­με­νε ἕ­νας εὐ­συ­νεί­δη­τος πο­λί­της.

       Ἐν συ­νε­χεί­α κα­τευ­θύν­θη­κε πρὸς τὴν κου­ζί­να. Σὲ ἕ­να ντου­λά­πι βρῆ­κε κά­τι ξη­ροὺς καρ­πούς, τοὺς πῆ­ρε καὶ ἐ­πέ­στρε­ψε στὸ σα­λό­νι. Ἄ­νοι­ξε τὴν τη­λε­ό­ρα­ση καὶ ξά­πλω­σε στὸν κα­να­πὲ πε­ρι­μέ­νον­τας. Ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α δὲν ἄρ­γη­σε νὰ ’ρ­θει νὰ τὸν μα­ζέ­ψει.

       Ὅ­λα ἔ­μοια­ζαν τό­σο ἀ­λη­θο­φα­νῆ. Τὸν ὁ­δή­γη­σαν στὸ ἀ­στυ­νο­μι­κὸ τμῆ­μα, γιὰ τὴν προ­βλε­πό­με­νη ἀ­νά­κρι­ση. Δὲν τοῦ ἔ­κα­νε καρ­διὰ νὰ τοὺς πε­τά­ξει κα­τά­μου­τρα ὅ­τι δὲν ὑ­πῆρ­χαν καὶ ὅ­τι ἦ­ταν πλά­σμα­τα τῆς φαν­τα­σί­ας του. Εἴ­πα­με, ἐ­πρό­κει­το γιὰ εὐ­γε­νι­κὴ ψυ­χή. Ἔ­τσι ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ παί­ξει μέ­χρι τέ­λους τὸ παι­χνί­δι.

       Με­τὰ ἀ­πὸ ἄ­πει­ρες ἐ­ρω­τή­σεις για­τί τὴ σκό­τω­σε, θέ­λον­τας νὰ τοὺς ἱ­κα­νο­ποι­ή­σει, γνω­ρί­ζον­τας τὴν ἀ­πέ­χθεια τῶν ἀν­θρώ­πων τῆς τά­ξης γιὰ τὸ χά­ος καὶ τὴ μα­νί­α τους γιὰ τὴν εὕ­ρε­ση ἑ­νὸς κά­ποι­ου αἰ­τί­ου σὲ κά­θε φαι­νό­με­νο, τοὺς δή­λω­σε ὅ­τι τὸ ἔ­κα­νε για­τί δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὴν ἀ­κού­ει νὰ ρο­χα­λί­ζει, ἐ­νῶ ἤ­ξε­ρε ὅ­τι ἦ­ταν ψέ­μα, μιᾶς καὶ ἡ γλυ­κιά του πάν­τα κοι­μό­ταν ἥ­συ­χα καὶ ἤ­ρε­μα στὴν πλευ­ρά της, μὰ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ βρεῖ κά­τι ἄλ­λο νὰ τὴν κα­τη­γο­ρή­σει.

       Τὰ μέ­σα ἐ­νη­μέ­ρω­σης τὸν εἶ­χαν λέ­ει κύ­ριο θέ­μα. Παν­τοῦ ἄ­κου­γε καὶ δι­ά­βα­ζε σχό­λια καὶ ἀ­να­λύ­σεις γιὰ τὴν πε­ρί­πτω­σή του. Ἔγ­κρι­τοι δη­μο­σι­ο­γρά­φοι καὶ γνω­στοὶ ψυ­χο­λό­γοι, πα­θο­λό­γοι μὲ εἰ­δι­κό­τη­τα στὸ ρο­χά­λι­σμα καὶ πο­λι­τι­κοί, κα­τα­σκευα­στὲς κρε­βα­τι­ῶν καὶ τρα­γου­δι­στές, τη­λε­ο­πτι­κοὶ μα­ϊν­τα­νοὶ καὶ πλῆ­θος ἄλ­λοι μυ­στή­ριοι κα­τέ­θε­ταν τὴν ἔγ­κυ­ρη ἄ­πο­ψή τους. Ἄλ­λοι ὑ­πο­στή­ρι­ζαν μὲ πά­θος ὅ­τι ἔ­φται­γαν τὰ στρώ­μα­τα καὶ ὁ δη­μο­σι­ο­ϋ­παλ­λη­λι­κὸς κώ­δι­κας, καὶ ἄλ­λοι ἡ παγ­κο­σμι­ο­ποί­η­ση, τὸ μι­σθο­λό­γιο, ὁ ἔγ­γα­μος βί­ος, τὰ ἄ­στρα, ἡ παν­σέ­λη­νος. Τοὺς κοί­τα­ζε ὅ­πως πα­ρα­κο­λου­θεῖ κα­νεὶς μιὰ πα­ρά­στα­ση στὴν ὁ­ποί­α, ἂν καὶ δὲν τὸ θέ­λει, εἶ­ναι ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νος νὰ πα­ρα­μεί­νει ἀ­πὸ κά­ποι­ες ἀ­κα­τα­νό­η­τες δε­σμεύ­σεις.

       Μό­νο στὴν αἴ­θου­σα τοῦ δι­κα­στη­ρί­ου, τὴ στιγ­μὴ ποὺ τοῦ ἀ­να­κοι­νω­νό­ταν ἡ ποι­νὴ του —δὶς ἰ­σό­βια, ἐ­νῶ σύσ­σω­μος ὁ Τύ­πος ζη­τοῦ­σε τὴ θα­να­τι­κή του κα­τα­δί­κη– μὴ μπο­ρών­τας πιὰ νὰ κρα­τη­θεῖ, πα­ρό­λο ποὺ κα­τα­λά­βαι­νε ὅ­τι μὲ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο ἔ­δει­χνε ἀ­πεί­θεια πρὸς τὸ δι­κα­στή­ριο, ξέ­σπα­σε σὲ τραν­τα­χτὰ γέ­λια σκε­πτό­με­νος τί ἐν­τύ­πω­ση θὰ ἔ­κα­νε στοὺς γνω­στούς του αὐ­τὴ ἡ ἀ­πί­θα­νη ἱ­στο­ρί­α ποὺ ἔ­πλα­σε ἐν ὑ­πνώ­σει τὸ μυα­λό του, ὅ­ταν θὰ τὴ δι­η­γι­ό­ταν τὴν ἄλ­λη μέ­ρα.

       Ὅ­μως ἡ ἐν λό­γῳ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ εἶ­χε ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα στὴν ἑ­πό­με­νη ἔκ­δο­σή τους μὲ πρω­το­σέ­λι­δους τί­τλους οἱ ἐ­φη­με­ρί­δες νὰ ἀ­πο­φαί­νον­ται ὅ­τι ὁ ἄν­θρω­πός μας ἐ­πρό­κει­το πε­ρὶ ἑ­νὸς αἱ­μο­στα­γοῦς καὶ ἀν­θρω­πό­μορ­φου τέ­ρα­τος.

       Τώ­ρα στὴν ψυ­χι­α­τρι­κὴ πτέ­ρυ­γα τῆς φυ­λα­κῆς ποὺ κρα­τεῖ­ται πε­ρι­μέ­νει πό­τε ἐ­πι­τέ­λους θὰ τε­λει­ώ­σει τὸ ὄ­νει­ρό του καὶ ἀ­πο­φεύ­γει μιὰ κα­τα­ρα­μέ­νη ἰ­δέ­α ποὺ σι­γὰ-σι­γὰ ἀρ­χί­ζει νὰ τοῦ τρι­βε­λί­ζει τὸ μυα­λό.

ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ

Βα­σί­λης Χου­λια­ρᾶς (1974). Σπού­δα­σε στὸ ΕΜΠ. Ζεῖ στὸ Μεσ­σο­λόγ­γι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Οἱ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες γιὰ πρὶν τὸν ὕ­πνο (2012, Γα­βρι­η­λί­δης). Πα­ράλ­λη­λα ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ φω­το­γρα­φί­α.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου