|
|
|

Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ εἶχε χάσει κάθε κέφι γιὰ
τὴν Τέχνη του, καιρὸ πρὶν ἐνσκήψει ἡ πανδημία. Ἁπλὰ ὁ κορονοϊὸς ἔθετε
τὰ καρφιὰ στὸ φέρετρο αὐτοῦ ποὺ κάποτε θεωροῦσε λογοτεχνικό του σῶμα,
ἀναγκάζοντάς τον νὰ παραιτηθεῖ ἀπὸ κάθε ἐλπίδα ἔστω καὶ μιᾶς μερικῆς
ἀνάταξης.
Βράδυαζε 25η Μαρτίου καὶ κουρασμένος ἀπὸ τὴν κλεισούρα, δήλωσε στὴ
συμβία ὅτι θὰ ἔβγαινε γιὰ ἕναν περίπατο.
«Νὰ συμπληρώσεις βεβαίωση»,
τοῦ ἐπέστησε τὴν προσοχὴ ἐκείνη καὶ βάλθηκε μὲ πανὶ καὶ ντετὸλ νὰ ἀπολυμαίνει
ὅσες ἐπιφάνειες μποροῦσε νὰ φτάσει τὸ χέρι της.
Βγῆκε στὴν παγωνιὰ καὶ κινήθηκε ἄκεφα πρὸς τὴν παλιά του γειτονιά, ὅπου
ἔστεκε τὸ σκέλεθρο τῆς πατρικῆς ἑστίας.
Ὁ Ἑλληνισμὸς χαψωμένος στὰ ρημαδόσπιτα ρευόταν μπακαλιάρο καὶ
χουζούριαζε μπρὸς στὴν τηλεόραση. Ψυχὴ ζῶσα στοὺς δρόμους. Μόνο γάτες
κι αὐτὲς μαραγκιασμένες ἀπὸ τὴν τόση ἐρημία, γύρευαν στὰ σκουπίδια
τροφή.
Ἡ σιωπὴ ἦταν τόσο πυκνὴ ποὺ θὰ μποροῦσες νὰ τὴν κόψεις, μὲ τὸ κουζινομάχαιρο.














