Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Πέμπτη 18 Μαρτίου 2021

Στά­θης Κου­τσού­νης : Ἡ κού­κλα

 



στὴ Marie Faubert

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΤΟΥ ’87 στὴ Σκό­πε­λο. Ὄ­μορ­φο νη­σί. Ὁ Ἀ­λέ­ξαν­δρος, ὁ Τά­κης κι ἐ­γώ. Στή­σα­με τὴ σκη­νὴ σὲ μιὰ ἀ­πό­με­ρη πα­ρα­λί­α καὶ τὴν ἀ­ρά­ζα­με ἐ­κεῖ μέ­χρι τὸ ἀ­πό­γευ­μα. Ὕ­στε­ρα στὴν πό­λη, νὰ φᾶ­με κά­τι, νὰ βολ­τά­ρου­με καὶ κα­τό­πιν σὲ κά­να μπὰρ γιὰ πο­τό.

Τὸ πρῶ­το βρά­δυ, περ­πα­τών­τας στοὺς κεν­τρι­κοὺς δρό­μους, στα­μα­τή­σα­με μπρο­στὰ σ’ ἕ­να μα­γα­ζὶ μὲ γυ­ναι­κεί­α ροῦ­χα. Στὴ βι­τρί­να δέ­σπο­ζε μιὰ κού­κλα πα­νέ­μορ­φη, σὰν ζων­τα­νὴ φαι­νό­ταν. Τῆς εἶ­χαν φο­ρέ­σει ἕ­να ὡ­ραῖ­ο μα­κρὺ φό­ρε­μα κι ἕ­να πέ­πλο στὸ κε­φά­λι ποὺ κά­λυ­πτε τὰ μά­τια της.

Χα­ζέ­ψα­με ἀ­συ­ναί­σθη­τα κι οἱ τρεῖς κάμ­πο­ση ὥ­ρα καὶ φύ­γα­με.

        — Ρὲ παι­διά, ὁ­λο­ζών­τα­νη αὐ­τὴ ἡ κού­κλα στὴ βι­τρί­να, τοὺς λέ­ω στὸ δρό­μο.

        — Ναι, ἀ­παν­τᾶ­νε πε­ρι­παι­χτι­κά, καὶ σὲ κοί­τα­ζε κι­ό­λας…

        Τὸ ἄλ­λο βρά­δυ, τοὺς πα­ρέ­συ­ρα καὶ βρε­θή­κα­με πά­λι μπρο­στὰ στὴ βι­τρί­να.

        — Τι ἔ­γι­νε, τὴν ἐ­ρω­τεύ­τη­κες τὴν κού­κλα; μὲ πεί­ρα­ξαν πά­λι.

        Δὲν ἀ­πάν­τη­σα. Ἔ­μει­νε ὅ­μως μέ­σα μου ἐ­κεῖ­νο τὸ ζω­η­ρὸ μει­δί­α­μά της, ἀλ­λὰ ποῦ νὰ τολ­μή­σω νὰ τὸ ξα­να­πῶ.

       

Τὴν τρί­τη μέ­ρα ἦρ­θε ὁ καύ­σω­νας. Ἀ­κό­μη κι ἐ­δῶ χτύ­πα­γε σα­ραν­τά­ρια. Τὸ βρά­δυ, ὡ­στό­σο, πά­λι στὴν πό­λη. Βρί­σκω μιὰ δι­και­ο­λο­γί­α, ξε­κό­βω ἀ­π’ τοὺς ἄλ­λους καὶ πά­ω ξα­νὰ ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ μα­γα­ζί. Αὐ­τὴ ἐ­κεῖ. Στὴν ἴ­δια θέ­ση, ὄρ­θια, μὲ φρε­σκο­βαμ­μέ­να χεί­λη, πλά­ι σε μί­αν ἄ­δεια κα­ρέ­κλα.

        Μό­νος μου εἶ­χα τὴν ἄ­νε­ση νὰ τὴν πα­ρα­τη­ρή­σω κα­λύ­τε­ρα. Μ’ ἔ­τρω­γε ἡ πε­ρι­έρ­γεια. Μιὰ κί­νη­ση μό­νο, μιὰ τό­ση δὰ κί­νη­ση στὰ χεί­λη, στὰ χέ­ρια, ὁ­που­δή­πο­τε, νὰ φύ­γει τὸ βά­ρος. Ἄρ­χι­σα νὰ τῆς κά­νω γκρι­μά­τσες, μπὰς καὶ τὴν πιά­σουν τὰ γέ­λια, τὴν ἐ­ξέ­τα­ζα ἀ­πὸ πά­νω μέ­χρι κά­τω, τὴν κα­τα­βρό­χθι­ζα μὲ τὰ μά­τια. Ἐ­κεί­νη ἀ­τά­ρα­χη, μὲ τὸ μει­δί­α­μα ὑ­πο­σχό­με­νο.

        Ὁ καύ­σω­νας στὸ φούλ, εἶ­χα γί­νει μού­σκε­μα, δὲν ξέ­ρω ἂν ἵ­δρω­να ἀ­π’ τὴ ζέ­στη ἢ τὴν ὀ­μορ­φιά της. Ὥ­σπου κά­ποι­α στιγ­μὴ βλέ­πω στα­γό­νες ἱ­δρώ­τα νὰ τρέ­χουν σι­γὰ σι­γὰ στὸ πρό­σω­πό της καὶ νὰ κά­νουν αὐ­λά­κια στὸ μα­κι­γι­άζ. Τα­ρά­χτη­κα. Τὸ ’­ξε­ρα, φω­νά­ζω θρι­αμ­βι­κά, εἶ­ναι γυ­ναί­κα ἀ­λη­θι­νή, ζων­τα­νή! Καὶ τί ὄ­μορ­φη! Ἔ­τρε­ξα γρή­γο­ρα νὰ βρῶ τοὺς φί­λους μου.

        Τοὺς ἔ­φε­ρα τρέ­χον­τας, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη δὲν ἦ­ταν ἐ­κεῖ. Πά­νω στὴν κα­ρέ­κλα ριγ­μέ­νο τὸ φό­ρε­μα, ἄ­δει­ο.

        Στὴν ἐ­πι­στρο­φὴ οἱ φί­λοι μου μὲ δού­λε­ψαν γιὰ τὰ κα­λά. Δί­χτυ μὲ τύ­λι­γε ἡ λύ­πη. Θὰ τὴν ἔ­βλε­πα ἄ­ρα­γε πά­λι; Ξη­με­ρώ­μα­τα ξύ­πνη­σα καὶ βγῆ­κα ἀ­π’ τὴ σκη­νή, κά­θι­σα ἔ­ξω κα­τα­ϊ­δρω­μέ­νος, ἐ­νῶ μέ­σα οἱ ἄλ­λοι κοι­μοῦν­ταν, ἀ­ναί­σθη­τοι.

        Κά­ποι­α στιγ­μὴ πα­ρα­τή­ρη­σα ὅ­τι ἀ­πέ­ναν­τί μας, σὲ μι­κρὴ ἀ­πό­στα­ση, κά­ποι­ος εἶ­χε στή­σει μιὰ σκη­νή.

        Σὲ λί­γο βγαί­νει ἀ­πὸ μέ­σα ἐ­κεί­νη, γυ­μνή. Ἡ ὀ­μορ­φιὰ της ἀ­νεί­πω­τη. Ἕ­νας ξαν­θὸς ἄγ­γε­λος, μὲ σῶ­μα φι­δί­σιο, σκέ­τη καλ­λο­νή. Τὰ στή­θη της ἕ­τοι­μα νὰ πε­τά­ξουν.

        Τὰ μά­τια μας δι­α­σταυ­ρώ­θη­καν κι ἔ­νι­ω­σα ἀ­μέ­σως ἐ­κεῖ­νο τὸ γνώ­ρι­μο μει­δί­α­μα. Σά­στι­σα. Ὁ καύ­σω­νας μὲ μπέρ­δευ­ε. Ση­κώ­θη­κα καὶ πῆ­γα πρὸς τὸ μέ­ρος της.

        — Κα­λη­μέ­ρα, λέ­ω.

        — Κα­λη­μέ­ρα, ἀ­παν­τά­ει μὲ σπα­στὰ ἑλ­λη­νι­κά. Do you speak English, μὲ ρω­τά­ει στὴ συ­νέ­χεια.

        Ὁ ἥ­λιος ἔ­ξω εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ ζε­μα­τά­ει καὶ σὲ λί­γο συρ­θή­κα­με στὴ σκη­νή της.

        Βγῆ­κα πρὸς τὸ με­ση­μέ­ρι. Ἔ­λαμ­πα ὁ­λό­κλη­ρος. Οἱ φί­λοι μου κο­λυμ­ποῦ­σαν. Μό­λις μὲ ἀν­τι­λή­φθη­καν μοῦ ἔ­κα­ναν νό­η­μα.

        — Ποῦ χά­θη­κες ὅ­λο το πρω­ί, μὲ ρω­τᾶ­νε. Πο­λὺ χα­ρού­με­νος εἶ­σαι. Ραν­τε­βοὺ μὲ τὴν κού­κλα σου εἶ­χες; Ἢ πῆ­γες νὰ τὴν πά­ρεις πά­λι μά­τι;

        Δὲν ἀ­πάν­τη­σα. Πε­ρί­με­να μό­νο νὰ βγεῖ ἀ­π’ τὴ σκη­νή της, νὰ τοὺς τὴ δεί­ξω, νὰ τρε­λα­θοῦν. Κο­λυμ­πών­τας τρα­βή­ξα­με βα­θιὰ κι ἡ ὥ­ρα πέ­ρα­σε. Ὅ­ταν βγή­κα­με τὴν ἔ­ψα­ξα ὁ­λό­γυ­ρα μὲ τὰ μά­τια. Που­θε­νά. Με­τὰ κοί­τα­ξα πρὸς τὴ σκη­νή της. Δὲν ὑ­πῆρ­χε πιὰ ἡ σκη­νή. Μὲ κυ­ρί­ε­ψε θλί­ψη καὶ ἄγ­χος. Ἀ­νέ­πνε­α δύ­σκο­λα. Τὸ λι­ο­πύ­ρι στὸ ζε­νίθ. Ἔ­πε­σα κά­τω ξε­ρός. Ὤχ, λέ­νε ἀ­νή­συ­χοι οἱ φί­λοι μου, τὸν πεί­ρα­ξε ὁ καύ­σω­νας.

        Ἀλ­λὰ ἐ­γὼ ἤ­ξε­ρα κα­λὰ ὅ­τι δὲν ἦ­ταν ὁ καύ­σω­νας. Ἡ ὀ­μορ­φιά της, ἡ ὀ­μορ­φιά της μὲ ἐ­ξου­θέ­νω­σε.


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση. ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ

Στά­θης Κου­τσού­νης (Νέ­α Φι­γα­λί­α Ὀ­λυμ­πί­ας, 1959). Σπo­ύ­δα­σε Νο­μι­κά, Φι­λο­λο­γί­α καὶ Κλα­σι­κὴ Μου­σι­κή. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να. Στὰ Γράμ­μα­τα ἐμ­φα­νί­στη­κε τὸ 1987 μὲ τὴ δη­μο­σί­ευ­ση τεσ­σά­ρων ποι­η­μά­των του στὸ τεῦ­χος 10 τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Νέ­ες Το­μές. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές: Σπου­δὲς γιὰ Φω­νὴ καὶ Ποί­η­ση (Ὑ­ά­κιν­θος, 1987), Τρύ­γος αἱ­μά­των (Σμί­λη, 1991), Πα­ραλ­λα­γὲς τοῦ μαύ­ρου (Δελ­φί­νι, 1998), Ἡ τρο­μο­κρα­τί­α τῆς ὀ­μορ­φιᾶς (Με­ταίχ­μιο, 2004). Πα­ράλ­λη­λα, δη­μο­σι­εύ­ει κεί­με­να κρι­τι­κῆς σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ ἀν­θο­λο­γί­ες καὶ ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ Ἀγ­γλι­κά. Εἶ­ναι μέ­λος τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου